Στην έρευνα που διεξήγαγε και δημοσίευσε την περασμένη βδομάδα η ΠΑΣΟΝΟΠ, εμπεριέχεται ένας πίνακας σύγκρισης μισθών νοσηλευτών στην Ευρώπη σε μηνιαία βάση (μεικτά ποσά), μαζί με μια εκτίμηση για τις καλύτερες χώρες για εργασία με βάση μισθούς, ζήτηση και συνθήκες. Πρόκειται για έναν αναλυτικό πίνακα που συνυπολογίζει μισθούς και κόστος ζωής ανά χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και παρουσιάζει συγκριτική ανάλυση που δείχνει ποιες χώρες συμφέρουν περισσότερο οικονομικά για τους/τις νοσηλευτές/τριες.
Σχολιάζοντας τα παραπάνω στοιχεία, η ΠΑΣΟΝΟΠ αναφέρει ότι «στο Λουξεμβούργο, ο μέσος μηνιαίος μικτός μισθός του νοσηλευτή ανέρχεται περίπου στα 5.000–6.300€, ενώ ο δείκτης κόστους ζωής είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη (δείκτης κόστους ζωής περίπου 80–85 με βάση ευρωπαϊκές συγκρίσεις, όπου ο μέσος όρος της ΕΕ ≈ 100 ως σχετικός δείκτης). Παρά το υψηλό κόστος διαβίωσης, η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων παραμένει ιδιαίτερα υψηλή λόγω του υψηλού εισοδήματος και του ισχυρού κοινωνικού κράτους.
Αντίστοιχα, στην Ελβετία, οι νοσηλευτές λαμβάνουν περίπου 5.800–7.900€ μηνιαίως, ενώ το κόστος ζωής είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη (δείκτης κόστους ζωής >100 σε ευρωπαϊκές συγκρίσεις). Παρά τις αυξημένες δαπάνες, η χώρα παρουσιάζει υψηλό επίπεδο καθαρών αποδοχών και αγοραστικής δύναμης.»
Στη συνέχεια, προσθέτει ότι «στο Βέλγιο, την Ολλανδία και τη Γερμανία, οι μηνιαίοι μισθοί κυμαίνονται περίπου μεταξύ 2.900€ και 4.600€. Το κόστος ζωής στις χώρες αυτές θεωρείται υψηλό αλλά αναλογικά ισορροπημένο σε σχέση με τους μισθούς (δείκτης κόστους ζωής περίπου 65–75). Η σχέση εισοδήματος και δαπανών επιτρέπει σταθερό επίπεδο διαβίωσης και σχετικά υψηλή επαγγελματική ασφάλεια.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία, οι μέσοι μισθοί των νοσηλευτών είναι χαμηλότεροι σε σύγκριση με τη Βόρεια Ευρώπη (περίπου 2.500– 3.800€ μηνιαίως), ενώ το κόστος ζωής παραμένει υψηλό, ιδιαίτερα σε μητροπολιτικές περιοχές. Η αναντιστοιχία μεταξύ εισοδήματος και δαπανών, κυρίως λόγω υψηλών τιμών κατοικίας, περιορίζει την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.»
Από την άλλη, όσον αφορά τις χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης όπως η Ιταλία, η Ελλάδα και η Λιθουανία, οι μισθοί των νοσηλευτών είναι σημαντικά χαμηλότεροι (περίπου 900–2.700€ μηνιαίως). «Παρότι το κόστος ζωής είναι χαμηλότερο (δείκτης περίπου 45–60), η αγοραστική δύναμη παραμένει περιορισμένη λόγω των χαμηλών αποδοχών, γεγονός που συνδέεται με αυξημένη επαγγελματική κινητικότητα και μετανάστευση νοσηλευτικού προσωπικού προς χώρες με υψηλότερες απολαβές» περιγράφουν χαρακτηριστικά οι συγγραφείς της έκθεσης.
Ελλάδα: Βασικά έξοδα διαβίωσης απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του μισθού
Στην Ελλάδα, όπως εντοπίζει η έκθεση, οι συνθήκες εργασίας των νοσηλευτών παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σύγκριση με τις χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης, κυρίως ως προς το επίπεδο των αποδοχών και τις επαγγελματικές προοπτικές. Οι μισθοί των νοσηλευτών στον δημόσιο τομέα κυμαίνονται κατά μέσο όρο μεταξύ 1.000 και 2.100 ευρώ μηνιαίως, ανάλογα με την προϋπηρεσία και τη βαθμίδα απασχόλησης, ενώ στον ιδιωτικό τομέα οι αποδοχές μπορεί να διαφοροποιούνται, χωρίς όμως να παρουσιάζουν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα. Παρότι το κόστος ζωής είναι χαμηλότερο σε σύγκριση με πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, τα βασικά έξοδα διαβίωσης, όπως η στέγαση, η ενέργεια και τα τρόφιμα, απορροφούν σημαντικό μέρος του εισοδήματος, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Σε αντίθεση με την ωραιοποημένη εικόνα που παρουσιάζει ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, η έρευνα διαπιστώνει για ακόμα μία φορά ότι το ελληνικό σύστημα υγείας χαρακτηρίζεται από αυξημένο φόρτο εργασίας, ελλείψεις προσωπικού και περιορισμένες δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης σε σύγκριση με άλλα ευρωπαϊκά συστήματα. Οι συνθήκες αυτές, σε συνδυασμό με τις σχετικά χαμηλές αποδοχές, έχουν συμβάλει στη μετανάστευση σημαντικού αριθμού Ελλήνων νοσηλευτών προς χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης, όπου προσφέρονται υψηλότεροι μισθοί και καλύτερες εργασιακές συνθήκες. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με τη γενικότερη τάση «διαρροής επιστημονικού προσωπικού» (brain drain), η οποία επηρεάζει τη στελέχωση και τη λειτουργία του εθνικού συστήματος υγείας.
Ωστόσο, η Ελλάδα προσφέρει ορισμένα συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως το χαμηλότερο κόστος διαβίωσης σε σχέση με χώρες υψηλού εισοδήματος, το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, καθώς και τη δυνατότητα επαγγελματικής σταθερότητας στον δημόσιο τομέα. Στο σημείο αυτό, σημειώνεται ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει εκφράσει πολλάκις την πρόθεση της για αναθεώρηση του συνταγματικού άρθρου για τη μονιμότητα των δημοσίων υπολλήλων. Η εργασία των νοσηλευτών στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από περιορισμένη οικονομική ανταμοιβή σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, γεγονός που επηρεάζει την επαγγελματική ικανοποίηση και τις επιλογές κινητικότητας των εργαζομένων στον τομέα της υγείας, αναφέρει ακόμα η έκθεση.
Σημαντικό ποσοστό ερωτηθέντων θα απέτρεπε νέο που σκέφτεται να ακολουθήσει το νοσηλευτικό επάγγελμα
Χαρακτηριστικό των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στον κλάδο είναι το στοιχείο ότι το 72,7% των ερωτηθέντων δηλώνει πως δεν θα πρότεινε σε έναν νέο να ακολουθήσει το επάγγελμα της νοσηλευτικής, εκφράζοντας έντονο προβληματισμό και δυσαρέσκεια για τις επικρατούσες συνθήκες.
«Η απάντηση αυτή συνδέεται πιθανότατα με ζητήματα όπως η υποστελέχωση, οι χαμηλές αποδοχές, η εργασιακή εξουθένωση και η έλλειψη επαγγελματικής αναγνώρισης. Το εύρημα αυτό αποτελεί ένδειξη της ανάγκης για ουσιαστικές παρεμβάσεις, ώστε το επάγγελμα να καταστεί πιο ελκυστικό και βιώσιμο για τις νεότερες γενιές.» σχολιάζουν οι συγγραφείς της έρευνας.
Αναλυτικά ΕΔΩ.




