Ο ιμπεριαλισμός και οι μετασχηματισμοί της αμερικανικής ισχύος στη Λ. Αμερική
Του Νίκου Δαμιανάκη – διδάκτορα Κοινωνιωλογίας
Το βιβλίο του Ηλία Σκυλλάκου «Η Σκιά του Πενταγώνου στη Λατινική Αμερική – από τον Ψυχρό Πόλεμο στον Τραμπ» που κυκλοφορει από τις εκδόσεις Τόπος, δεν είναι μια συμβατική ιστορία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ούτε μια απλή καταγραφή στρατιωτικών επεμβάσεων στη Λατινική Αμερική. Ο τίτλος του λειτουργεί μετωνυμικά: το «Πεντάγωνο» συμπυκνώνει ένα ευρύτερο σύστημα ισχύος στο οποίο συνδέονται ο στρατιωτικός μηχανισμός, οι μυστικές υπηρεσίες, το ΝΑΤΟ, οι βάσεις, το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα, τα εταιρικά συμφέροντα, τα μέσα ενημέρωσης, οι χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί και οι τοπικές ελίτ. Η βασική συμβολή του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διεύρυνση του αναλυτικού πεδίου: η επέμβαση δεν εμφανίζεται ως εξαίρεση ή ως αποτέλεσμα της βούλησης ενός συγκεκριμένου προέδρου, αλλά ως επαναλαμβανόμενος μηχανισμός αναπαραγωγής της αμερικανικής ηγεμονίας.
Η κεντρική υπόθεση του Σκυλλάκου είναι ότι οι μορφές της παρέμβασης μετασχηματίζονται χωρίς να εξαφανίζεται ο στρατηγικός τους πυρήνας. Στρατιωτικές κατοχές, πραξικοπήματα, μυστικές επιχειρήσεις, οικονομικοί αποκλεισμοί, κυρώσεις, χρηματοδότηση πολιτικών δικτύων, πίεση μέσω χρέους και πιστωτικών θεσμών, πληροφοριακές επιχειρήσεις και «πόλεμος χαμηλής έντασης» αποτελούν διαφορετικές εκδοχές μιας κοινής λογικής: τη διατήρηση ευνοϊκών συσχετισμών οικονομικής, πολιτικής και γεωστρατηγικής ισχύος. Η αναφορά στη SOUTHCOM, στο διεθνές δίκτυο αμερικανικών εγκαταστάσεων και στη δυνατότητα ταχείας στρατιωτικής ανάπτυξης δείχνει ότι η ισχύς αυτή έχει και μόνιμη υλική υποδομή. Από αυτή την άποψη, ο Τραμπ δεν παρουσιάζεται ως ιστορική ανωμαλία, αλλά ως οξύτατη μορφή μιας μακράς συνέχειας, ενός «νέου μονροϊσμού» που επαναφέρει την αντίληψη του δυτικού ημισφαιρίου ως προνομιακής ζώνης αμερικανικών συμφερόντων.
Το βιβλίο και η οπτική του συγγραφέα μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να διαβαστούν γόνιμα σε συνδυασμό με την πολιτική οικονομία της εξάρτησης. Η εξάρτηση δεν είναι απλώς εξωτερικός εξαναγκασμός που ασκεί μια μεγάλη δύναμη σε ένα μικρότερο κράτος. Είναι τρόπος ένταξης της περιφέρειας στον παγκόσμιο καπιταλισμό: εξαγωγικός προσανατολισμός σε πρώτες ύλες, άνιση βιομηχανική ανάπτυξη, χρηματοπιστωτικές εξαρτήσεις και μεταφορά πλεονάσματος προς τα κέντρα συσσώρευσης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Σκυλλάκος προσφέρει την πολιτικοστρατιωτική ανατομία μιας σχέσης της οποίας η οικονομική βάση βρίσκεται στη δομή του διεθνούς καταμερισμού εργασίας.
Οι τοπικές ελίτ, το lobbying και το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα
Ιδιαίτερη αξία έχει η έμφαση στις τοπικές ελίτ. Η αμερικανική πολιτική δεν ασκείται σε κοινωνικό κενό. Τμήματα των μεγαλογαιοκτημόνων, των εξαγωγικών συμφερόντων, των οικονομικών ομίλων, των στρατιωτικών ηγεσιών, των ΜΜΕ και του πολιτικού συστήματος μπορούν να λειτουργούν ως εσωτερικοί σύμμαχοι μιας εξωτερικής στρατηγικής επειδή διαθέτουν δικά τους ταξικά συμφέροντα. Η εξάρτηση, επομένως, δεν είναι μόνο σχέση μεταξύ κρατών· εσωτερικεύεται στην ταξική δομή της περιφέρειας. Αυτό είναι κρίσιμο για μια αριστερή ανάγνωση του βιβλίου, διότι μετατοπίζει την ανάλυση από ένα απλουστευτικό σχήμα «ΗΠΑ εναντίον έθνους» προς τη συνάρθρωση εξωτερικής ισχύος και εσωτερικών κοινωνικών συμμαχιών.
Το ίδιο ισχύει για το lobbying και το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα. Η αναφορά σε εταιρείες όπως Boeing, Lockheed Martin, RTX, General Dynamics και Northrop Grumman δεν λειτουργεί ως παράρτημα της αφήγησης. Ο Σκυλλάκος αναδεικνύει τη διαρκή διασταύρωση δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος: πρόσβαση σε επιτροπές του Κογκρέσου, επαγγελματικό lobbying, ιστορικά σκάνδαλα δωροδοκίας και η «περιστρεφόμενη πόρτα» ανάμεσα σε κρατικά ή στρατιωτικά στελέχη και αμυντικούς ομίλους. Έτσι, η γεωπολιτική στρατηγική δεν αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη «εθνική πολιτική», αλλά ως πεδίο στο οποίο συμπλέκονται κρατικοί μηχανισμοί και κερδοφορία του πολεμικού κεφαλαίου.
Η Λατινική Αμερική ως εργαστήριο παρέμβασης
Οι ιστορικές περιπτώσεις που εξετάζονται λειτουργούν ως κόμβοι αυτής της γενικής ερμηνείας. Στη Γουατεμάλα του 1954, η επιχείρηση PBSUCCESS της CIA και η ανατροπή του Jacobo Árbenz αναδεικνύουν τη συνάντηση Ψυχρού Πολέμου, αντικομμουνισμού και εταιρικών συμφερόντων, με χαρακτηριστική την περίπτωση της United Fruit Company. Το ενδιαφέρον του βιβλίου δεν εξαντλείται στο γεγονός της ανατροπής. Εστιάζει στις τεχνικές: ψυχολογικό πόλεμο, παραπληροφόρηση, τον παράνομο ραδιοσταθμό «Φωνή της Απελευθέρωσης», κατασκευασμένες ειδήσεις, δίκτυα φημών και προσπάθειες αποστασίας στον κρατικό μηχανισμό. Η επέμβαση εμφανίζεται ήδη από τη δεκαετία του 1950 ως επικοινωνιακή και πολιτική τεχνολογία, όχι μόνο ως στρατιωτική βία.
Η Χιλή αποτελεί ίσως το πληρέστερο παράδειγμα. Η διάκριση ανάμεσα στο Track I, δηλαδή τις πολιτικές και θεσμικές προσπάθειες αποτροπής της ανάληψης της προεδρίας από τον Salvador Allende, και στο Track II, τη μυστική γραμμή της CIA που συνδέθηκε με την FUBELT και την προώθηση στρατιωτικής ανατροπής, αποκαλύπτει την πολυεπίπεδη φύση της αμερικανικής παρέμβασης. Δίπλα στον κρατικό μηχανισμό βρίσκονται η ITT και οι Anaconda και Kennecott, δείχνοντας πώς εταιρικά συμφέροντα και εξωτερική πολιτική μπορούν να τέμνονται. Μετά το πραξικόπημα, η Χιλή μετατρέπεται σε εργαστήριο νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού, όπου η δικτατορική βία δημιουργεί το πολιτικό περιβάλλον για αναδιάρθρωση των σχέσεων ιδιοκτησίας, της εργασίας και των κοινωνικών υπηρεσιών. Εδώ το βιβλίο είναι ιδιαίτερα ισχυρό: δείχνει ότι ο αυταρχισμός και ο νεοφιλελευθερισμός δεν αποτελούν κατ’ ανάγκη αντίθετους πόλους, αλλά μπορούν ιστορικά να λειτουργήσουν συμπληρωματικά.
Η «School of the Americas» και η Επιχείρηση Condor διευρύνουν το σχήμα από το εθνικό στο περιφερειακό επίπεδο. Η εκπαίδευση λατινοαμερικανών αξιωματικών σε αντιεξεγερσιακές/αντιεπαναστατικές και κατασκοπευτικές πρακτικές και η διασύνδεση των υπηρεσιών ασφαλείας των δικτατοριών του Νότου συγκροτούν μια υποδομή υπερεθνικής καταστολής. Αντίστοιχα, στη Νικαράγουα της δεκαετίας του 1980, η υποστήριξη των Contras και η υπόθεση Iran-Contra αναδεικνύουν την ικανότητα της εξωτερικής πολιτικής να λειτουργεί μέσα από παράλληλα δίκτυα χρηματοδότησης και μυστικών επιχειρήσεων. Η στρατιωτική πίεση έχει ταυτόχρονα κοινωνικό στόχο: την απορρόφηση πόρων από την άμυνα, τη φθορά της κοινωνικής πολιτικής και την παραγωγή παρατεταμένης ανασφάλειας.
Η Κούβα, αντίθετα, λειτουργεί στο βιβλίο ως ιστορικό όριο της αμερικανικής ισχύος. Η «Operation Mongoose» και ο μακροχρόνιος οικονομικός αποκλεισμός καταδεικνύουν την επιμονή της Ουάσιγκτον, αλλά και την ικανότητα μιας μικρής χώρας να επιβιώσει απέναντι σε έναν δυσανάλογα ισχυρότερο αντίπαλο. Η Λατινική Αμερική, επομένως, δεν είναι μόνο ήπειρος παρεμβάσεων. Είναι και ήπειρος αντιστάσεων: η Κουβανική Επανάσταση, οι Σαντινίστας, οι Ζαπατίστας, τα εργατικά, αγροτικά και ιθαγενικά κινήματα και οι διαφορετικές εκδοχές της «ροζ παλίρροιας» υπενθυμίζουν ότι η ηγεμονία δεν είναι ποτέ απόλυτη.
Από τη στρατιωτική επέμβαση στον «πόλεμο χαμηλής έντασης»
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι η μετάβαση από τις «σκληρές» στις υβριδικές μορφές ισχύος. Ο συγγραφέας εξετάζει την ιστορικά τεκμηριωμένη εμπλοκή αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών στα ΜΜΕ, αλλά και τον ρόλο οργανισμών όπως USAID και NED, think tanks και ΜΚΟ ως φορείς «soft power». Εδώ, ωστόσο, απαιτείται αναλυτική πειθαρχία. Δεν είναι κάθε αναπτυξιακό πρόγραμμα μηχανισμός χειραγώγησης ούτε κάθε ΜΚΟ προέκταση κρατικής στρατηγικής. Το ίδιο το υλικό του βιβλίου είναι πιο πειστικό όταν διακρίνει τις τεκμηριωμένες μυστικές επιχειρήσεις από την ευρύτερη κριτική ερμηνεία της «ήπιας ισχύος». Η αξία αυτής της διάκρισης είναι ότι αποτρέπει τόσο την πολιτική αφέλεια όσο και τη συνωμοσιολογική υπερερμηνεία.
Η Βενεζουέλα συμπυκνώνει τις σύγχρονες μεταμορφώσεις της παρέμβασης: κυρώσεις, χρηματοπιστωτική πίεση, ενεργειακή πολιτική, διεθνής απομόνωση, πληροφοριακές επιχειρήσεις και σύγκρουση γύρω από την PDVSA. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος κυβερνά, αλλά ποιος ελέγχει το πλεόνασμα που παράγουν στρατηγικοί φυσικοί πόροι και σε ποιο διεθνές σχέδιο εντάσσεται η αξιοποίησή τους. Μια προοδευτική κυβέρνηση μπορεί να μειώσει την ανισότητα, να ενισχύσει τον δημόσιο έλεγχο και να διευρύνει την εθνική αυτονομία, χωρίς όμως να έχει υπερβεί την εξάρτηση, εφόσον η οικονομία παραμένει δεμένη στις εξαγωγές πρώτων υλών, στις διεθνείς χρηματαγορές και στις παλιές δομές ιδιοκτησίας.
Αυτό αποτελεί και το βασικό πολιτικό πρόβλημα που αφήνει ανοιχτό η «Σκιά του Πενταγώνου». Ο αντιιμπεριαλισμός δεν μπορεί να περιοριστεί στην αλλαγή διεθνών συμμαχιών ούτε η κρατική κυριαρχία ταυτίζεται αυτόματα με κοινωνική χειραφέτηση. Η εμπειρία της Λατινικής Αμερικής δείχνει ότι χωρίς μετασχηματισμό της παραγωγικής δομής και των σχέσεων ιδιοκτησίας, οι κυβερνητικές ρήξεις παραμένουν ευάλωτες. Με αυτή την έννοια, οι ALBA, UNASUR, CELAC και η μεταβαλλόμενη θέση των BRICS+ είναι σημαντικές ως απόπειρες περιφερειακής αυτονομίας, αλλά δεν καταργούν από μόνες τους τις δομικές σχέσεις εξάρτησης.
Μια κριτική αποτίμηση
Ως βιβλιοκριτική αποτίμηση, η δύναμη του έργου βρίσκεται στη δυνατότητά του να ενώνει ιστορικά επεισόδια που συχνά παρουσιάζονται αποσπασματικά. Η Γουατεμάλα, η Χιλή, η Κούβα, η Νικαράγουα και η Βενεζουέλα δεν είναι απλώς διαφορετικά «κεφάλαια» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά παραλλαγές ενός συστήματος που μετασχηματίζει τα εργαλεία του ανάλογα με τον συσχετισμό δυνάμεων. Η μεγάλη θεματική έκταση αποτελεί ταυτόχρονα πλεονέκτημα και πρόκληση: επιτρέπει μια συνολική εικόνα της αμερικανικής ηγεμονίας, αλλά δημιουργεί άνιση πυκνότητα τεκμηρίωσης μεταξύ διαφορετικών θεμάτων. Το βιβλίο είναι περισσότερο πειστικό όταν στηρίζεται σε συγκεκριμένες ιστορικές και θεσμικές διαδρομές και όταν αναδεικνύει τη συνάρθρωση στρατιωτικής, οικονομικής και ιδεολογικής ισχύος.
Το σημείο που χρειάζεται τη μεγαλύτερη θεωρητική προσοχή είναι η επέκταση της έννοιας της παρέμβασης σε ολόκληρο το πεδίο της soft power. Μια κριτική πολιτική οικονομία οφείλει να εξετάζει κάθε μηχανισμό συγκεκριμένα, ώστε η έννοια του ιμπεριαλισμού να διατηρεί την αναλυτική της ακρίβεια. Αυτή όμως η επιφύλαξη δεν αναιρεί τη βασική συμβολή του βιβλίου: την ανάδειξη της ιστορικής συνέχειας ανάμεσα στη στρατιωτική επιβολή και στις οικονομικές, θεσμικές και πληροφοριακές τεχνολογίες εξουσίας.
Η επικαιρότητα του βιβλίου υπερβαίνει τη Λατινική Αμερική. Για χώρες όπως η Ελλάδα, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται σε εύκολες ιστορικές αναλογίες, αλλά στο ερώτημα της πραγματικής αυτονομίας μικρότερων κρατών μέσα σε ασύμμετρα συστήματα συμμαχιών, στρατιωτικών υποδομών, ενεργειακών εξαρτήσεων και διεθνών οικονομικών δεσμεύσεων. Το βιβλίο δεν απαντά αυτό το ερώτημα για την ελληνική περίπτωση, αλλά προσφέρει ένα γόνιμο θεωρητικό λεξιλόγιο για να τεθεί.
Τελικά, η «σκιά του Πενταγώνου» δεν είναι η σκιά ενός μόνο θεσμού. Είναι η μορφή που παίρνει ένα δίκτυο στρατιωτικής ισχύος, εταιρικών συμφερόντων, χρηματοπιστωτικών μηχανισμών, πολιτικών συμμαχιών και ιδεολογικής παραγωγής. Το βιβλίο του Ηλία Σκυλλάκου έχει αξία επειδή μετακινεί τη συζήτηση από τα μεμονωμένα επεισόδια στη δομή και, ταυτόχρονα, δεν αφήνει την ιστορία να κλείσει στην παντοδυναμία της ηγεμονίας. Η Λατινική Αμερική αναδεικνύεται ως πεδίο όπου η εξάρτηση αναπαράγεται, αλλά και όπου η αντίσταση, η κοινωνική οργάνωση και τα εγχειρήματα περιφερειακής αυτονομίας συνεχίζουν να αμφισβητούν τα όριά της.