του Παναγιώτη Παπαδομανωλάκη

Η ταινία κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ την 11 Σεπτεμβρίου, ανήμερα της επετείου της επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους, που ως γνωστόν έδωσε στις ΗΠΑ την πρόφαση για την έναρξη των «πολέμων κατά της τρομοκρατίας», οι οποίοι συνεχίζονται μέχρι σήμερα παρά τα καθ’ ομολογίαν αδιέξοδά τους από κορυφαίους στρατηγιστές των ΗΠΑ, αλλά και μέχρι πρότινος από τον ίδιο τον νυν πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Η πρεμιέρα συνέπεσε ακόμα με τη συμπλήρωση 5 ετών από τη ντροπιαστική αποχώρηση των ΗΠΑ από την Καμπούλ.

Πάντως η ταινιά δεν φαίνεται να μοιράζεται τις παραπάνω ανησυχίες μερίδων του αμερικανικού κατεστημένου, που προειδοποιούν πως οι πολυδάπανοι, σε χρήμα, αποθέματα όπλων και ανθρώπινες ζωές, αμερικάνικοι πόλεμοι στη Δ. Ασία, παγιδεύσουν τις ΗΠΑ σε μια κινούμενη άμμο, αποδυναμώνοντας τις δυνατότητες παρέμβασής τους σε άλλες περιοχές και ιδιαίτερα προς την Αν. Ασία, όπου λαμβάνει χώρα η άνοδος του κύριου ανταγωνιστή τους, δηλαδή της Κίνας.

Το «Βιετνάμ» των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν

Συγκεκριμένα, η ταινία -που σημειωτέον βασίζεται σε ιδέα του πρώην αξιωματικού της Ομάδας Ειδικών Επιχειρήσεων της CIA, Μπάζελ Μπαζ, ξεκινάει με μια εκτενή εισαγωγική σεκάνς στο φόντο της αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν.

Εδώ, αναπαρίσταται η σκηνή στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Καμπούλ, όπου οι Αμερικανοί στρατιώτες αποχωρούν από την πόλη κατά την προέλαση των Ταλιμπάν, ενώ ανοίγουν πυρ στους ντόπιους συνεργάτες τους, οι οποίοι παρακαλούν μάταια να τους πάρουν μαζί. Μέσα στις χαοτικές για τις αμερικανικές δυνάμεις συνθήκες, μια ομάδα ειδικών επιχειρήσεων της CIA, με επικεφαλής τον Τάκερ, τον οποίο υποδύεται ο Ζάκαρι Λέβι, διατάσσεται από τον Λάρι, που τον υποδύεται ο εθνικός «κατάσκοπος» του Χόλιγουντ Λίαμ Νίσον, να εντοπίσει και να απομακρύνει με ασφάλεια έναν Αφγανό συνεργάτη των Αμερικανών που κρατείται από τους Ταλιμπάν. Η επιχείρηση αποτυγχάνει παταγωδώς, με τον Τάκερ να διατάσσεται να σκοτώσει ο ίδιος τον Αφγανό πληροφοριοδότη προκειμένου να μην ομολογήσει αμερικανικά μυστικά.

Κατά τη διάρκεια της μοιραίας αποστολής τους, οι πράκτορες έρχονται αντιμέτωποι με ένα σκηνικό μακελειού. Η κάμερα δείχνει τα πτώματα των εργαζομένων ενός οίκου ανοχής και των πελατών, οι οποίοι έχουν δολοφονηθεί από τους Ταλιμπάν. Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ο χαρακτήρας του Λάρι, ο οποίος απεικονίζεται να θρηνεί πάνω από το σώμα μιας νεκρής γυναίκας που εργαζόταν εκεί, και ήταν ταυτόχρονα πληροφοριοδότης της CIA. Μετά την αποτυχία της αποστολής διάσωσης, που μαθαίνουμε πως δεν είχε έγκριση των ανωτέρων, οι πράκτορες απομακρύνονται από την υπηρεσία τους. Ο δε Λάρι εμφανίζεται διαλυμένος από τύψεις, να εμφανίζει νευρολογικά συμπτώματα του λεγόμενου συνδρόμου της Αβάνας, καθώς όπως λέει ο ίδιος βιώνει μια δεύτερη ήττα, μετά από εκείνη στη Σαϊγκόν. Ένα, δύο, τρία, πολλά Βιεντάμ, κατά τη φράση του Τσε Γκεβάρα.

Η «προδοσία» της υποχώρησης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού

Ήδη δηλαδή από το προοίμιο, η ταινία καταπιάνεται με το κεντρικό μήνυμα: το αίσθημα «προδοσίας», που γεννάει η κάθε ανάλογη απόφαση που παίρνει η ανώτερη ηγεσία μετά από κάθε αποτυχία. Η «προδοσία» στους συνεργάτες των ΗΠΑ, που αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι, εσωτερικεύται από τους ίδιους τους Αμερικανούς πράκτορες, που αναπαρίστανται σαν άνθρωποι με συναισθήματα, που δένονται με τους κατά τόπους συνεργάτες του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.  Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Γκάι Μος, πρώην μέλος των ισραηλινών ειδικών δυνάμεων έχει παραδεχτεί σε συνεντεύξεις του, πως ήθελε να αποτυπώσει το πώς νιώθουν οι στρατιώτες όταν μια κυβέρνηση αποφασίζει ξαφνικά να αποχωρήσει, παρομοιάζοντας την αποχώρηση των ΗΠΑ από την Καμπούλ με δικές του στρατιωτικές αναμνήσεις από το παρελθόν. Συγκεκριμένα, παραλληλίζει την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν με «το αίσθημα σύγχυσης και απογοήτευσης που ένιωσε όταν ο (ισραηλινός κατοχικός) στρατός παρέδωσε τον έλεγχο στην Παλαιστινιακή Αρχή, αναρωτώμενος «γιατί πολεμούσαμε και γιατί έθαψα φίλους μου».

Ενδεχομένως, η εγκατάλειψη των Αφγανών συνεργατών να συνδέεται και με τις ισραηλινές ανησυχίες για μια μελλοντική ενδεχόμενη εγκατάλειψη του σιωνιστικού σχεδίου από την Ουάσινγκτον μετά τον αποτυχημένο πόλεμο κατά του Ιράν.

Οι συντελεστές της ταινίας, που την μετονόμασαν τελευταία στιγμή από Hotel Tehran σε The Fix, υποτίθεται για να την αποσυνδέσουν από τα σημερινά γεγονότα, μοιάζουν να εκλιπαρούν τις αμερικανικές δυνάμεις να μείνουν με κάθε κόστος στους «πολέμους κατά της τρομοκρατίας», αφού είναι ιμπεριαλιστές με … συναισθήματα. Σε αντιδιαστολή πάντα με τους εχθρούς των ΗΠΑ, που απεικονίζονται μονοδιάστατα σαν φανατικοί απάνθρωποι, που δεν έχουν συναισθήματα ούτε καν με τις οικογένειές τους. Βέβαια, η αφήγηση της CIA, που δίνεται μέσω της ταινίας, αποφεύγει κάθε αναφορά στα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα οποία πραγματοποίησαν οι αμερικανικές δυνάμεις κατοχής στο Αφγανιστάν. Αντιπολεμική κριτική για τα εγκλήματα αυτά δεν υπάρχει στη ταινία, ούτε καν μέσα από το μοτίβο των τύψεων του Αμερικανού στρατιώτη, στο οποίο μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια το Χόλιγουντ, συχνά σε μια προσπάθεια να εξανθρωπίσει τους εγκληματίες πολέμου. Εδώ το ψυχικό τραύμα περιορίζεται στις τύψεις για τους «δικούς μας», δηλαδή τους στρατιώτες και τους συνεργάτες του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ.

Φυγαδεύοντας την Ιρανή ακτιβίστρια: Το μοτίβο του «λευκού σωτήρα»

Μετά τον εκτενή πρόλογο στο Αφγανιστάν, η ταινία περνάει στο κυρίως μέρος με τον Λάρι, ο οποίος πάσχει από αμνησία λόγω του συνδρόμου της Αβάνας, να πληροφορεί τον Τάκερ ότι οι ΗΠΑ άφησαν πίσω τους εκατομμύρια δολάρια σε μετρητά, από την εποχή της κατάληψης της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη από τους εξεγερμένους φοιτητές κατά την Ιρανική Επανάσταση του 1979. Ο Τάκερ αναλαμβάνει να ανασυγκροτήσει την ομάδα των πρώην πρακτόρων για να βρουν τα χρήματα, την τοποθεσία των οποίων γνωρίζει η Φαρίμπα, μια Ιρανή εξόριστη στο Παρίσι, την οποία υποδύεται η Νικόλ Ανσάρι-Κοξ. Εκείνη ζητάει ως αντάλλαγμα από τους Αμερικανούς πρώην πράκτορες να διασώσουν την κόρη της, τη Μαριάμ, μια αντικαθεστωτική ακτιβίστρια στο Ιράν που κινδυνεύει με εκτέλεση.

Οι Αμερικανοί πράκτορες αναλαμβάνουν το καθήκον του λευκού άνδρα, με αποστολή να διασώσουν την εξωτική γυναίκα από τις μη δυτικές -άρα «βάρβαρες»- αρχές της χώρας της. Αν και η Μαριάμ παρουσιάζεται ως μια δυναμική, ιδεολόγος ακτιβίστρια, και μάλιστα σοσιαλίστρια, το σενάριο τελικά την τοποθετεί σε θέση «θύματος», που αδυνατεί να σωθεί μόνη της ή μέσω του δικτύου της. Η μοίρα της εξαρτάται αποκλειστικά από τις στρατιωτικές ικανότητες των Αμερικανών πρώην πρακτόρων. Παράλληλα, η διάσωσή της είναι το «εισιτήριο» για την ηθική τους κάθαρση απέναντι στους «προδομένους» κατά τόπους πληροφοριοδότες και λοιπούς συνεργάτες των ΗΠΑ που εγκαταλείφθηκαν στο παρελθόν.

Η δε αναφορά στη σοσιαλιστική ιδεολογία της Μαριάμ μπορεί αν ερμηνευτεί σαν μια άχαρη, έμμεση υπενθύμιση για τη συμμετοχή ορισμένων τμημάτων της ιρανικής αριστεράς στις έγχρωμες επαναστάσεις των ΗΠΑ, αλλά και μια επίθεση φιλίας στην αριστερα των δυτικών μητροπόλεων, η οποία -ούσα συνήθως ευάλωτη σε τέτοιες ψυχολογικές επιχειρήσεις-  μοιράζεται πρόθυμα το καθήκον του λευκού άνδρα με τον ιμπεριαλισμό της.

Η Ιρανή «γυναίκα αραχνη» 

Η άλλη βασική γυναίκα της πλοκής είναι η Ζάρα, που υποδύεται η Ελνάζ Νορούζι, και την οποία στρατολογεί ο Τάκερ, φαινομενικά εν αγνοία της, ως «σύζυγο» και μεταφράστρια για την κάλυψή του ως δήθεν έμπορος στη Τεχεράνη. Στην πρώτη σκηνή, εμφανίζεται ως συμπλήρωματική της Μαριάμ: ενώ η δεύτερη είναι μια ακτιβίστρια στο Ιράν, η Ζάρα εμφανίζεται σαν μια νεαρή Ιρανή της διασποράς, αποστασιοποιημένη από την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα της χώρας της. Σε ερώτηση του Τάκερ στη συνέντευξη πρόσληψης, αν είναι Ιρανή, εκείνη απαντάει πως είναι Περσίδα, υπονοώνοτας αντικαθεστωτική διαθέση, αφού ο περσικός εθνοτικός εθνικισμός, ο οποίος περιφέρεται συνεχώς από τους οπαδούς της μοναρχίας του Σάχη στα δυτικά ΜΜΕ κατά την εξελισσόμενη επίθεση των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν, αναφέρεται αντιπαραβολικά προς την ιρανική εθνική ταυτότητα. Έχοντας άγνοια της αποστολής, τουλαχιστον φαινομενικά, η Ζάρα δείχνει να ενδιαφέρεται μόνο πως θα προσεγγίσει ερωτικά τον Τάκερ, κάτι που καταφέρνει.

Οι αντιθέσεις ανάμεσα στις δύο γυναίνες, που χτίζονται σταδιακά κατά την εξέλιξη της υπόθεσης, κορυφώνονται με μια σεναριακή ανατροπή. Η Ζάρα ήταν από την πρώτη στιγμή πράκτορας των ιρανικών αρχών, με στόχο να παγιδεύσει σαν δόλωμα τον Τάκερ. Από το σημείο αυτό, παύει να λειτουργεί ως συμπληρωματική στη Μαριάμ μέσα από τις αντιθέσεις τους, αλλά γίνεται το ακριβώς αντίθετό της: το μαύρο απέναντι στο άσπρο. Η Μαριάμ δεν έχει καμία σκοτεινή πλευρά, παρά τη συνεργασία της με ξένες μυστικές υπηρεσίες. Η δε Ζάρα δεν έχει καμία φωτεινή πλευρά. Εδώ δεν έχουμε τα ισλαμοφοβικά στερεοτυπικά σκίτσα με τις Ιρανές μουσουλάνες με γαμψές μύτες, όπως στο Περσέπολις της Σατραπί, αλλά το σεξιστικό μοτίβο της «γυναίκας αράχνης». Αντί για μια πιστή θρησκευόμενη Ιρανή, όπως θα έπρεπε να είναι μια εκπαιδευμένη πράκτορας των ιρανικών υπηρεσιών, η Ζάρα εμφανίζεται ανάμεσα στην κινηματογραφική Black Window του MCU και την Poison Ivy του DCU, όσον αφορά τη ελκυστικότητά της, δίχως καν κάποιο στοιχείο αντιηρωίδας, αλλά ενσαρκώνοντας το απόλυτο κακό.

Αυτή τη προσέγγιση εκθέτει τα ρατσιστικά και σεξιστικά κλισέ των «λευκών σωτήρων». Οι Ιρανές επιτρέπεται να είναι μόνο εχθρικές στις ιρανικές αρχές και βέβαια πρόθυμες να συνεργαστούν με τις δυτικές υπήρεσίες εναντίον τους. Διαφορετικά έχουμε να κάνουμε με απανθρωποποιημένες φανατικές, ικανές για όλα τα κόλπα, οι οποίες πρέπει να πεθάνουν, όπως κάνει ο Τάκερ εκτελώντας την Ζάρα. Πριν τη δολοφονήσει, και μάλιστα εξ επαφής και στην ψύχρα, τη ρωτάει πως μπορεί να υπηρετεί ένα καθεστώς που καταπιέζει το λαό της, με τη Ζάρα να απαντάει πως πολεμάει για τη χώρα της και ότι όπου επεμβαίνουν οι Αμερικάνοι αφήνουν χάος.

«Θέλετε να με σώσετε για να με βάλετε να φοράω μπικίνι και να με ανεβάζετε στο Instagram; Τι το τόσο σπουδαίο έχει ο τρόπος που η δική σας κοινωνία μεταχειρίζεται τις γυναίκες;» είναι συγκεκριμένα τα τελευταία της λόγια. Η Ζάρα επιχειρηματολογεί ότι η Δύση δεν «απελευθερώνει» τις γυναίκες, αλλά τις μετατρέπει σε καταναλωτικά αντικείμενα προς τέρψη του ανδρικού ματιού. Η απάντηση των ΗΠΑ, μέσω του Τάκερ, είναι μια σφαίρα. Αν η γυναίκα δεν θέλει «σωτηρία» από τον άνδρα «λευκό σωτήρα», τότε της αξίζει θάνατος, είναι το μήνυμα που περναέι από την ταινία. Αντίθετα με τη Μαριάμ, παρότι αρχικά διστάζει να εγκαταλείψει τις συντρόφισσές της, τελικά συνεργάζεται με τους Αμερικανούς και διασώζεται.

Πώς τολμάτε να διαπραγματεύεστε;

Η επόμενη ανατροπή της ταινίας είναι πως τα εκατομμύρια δολάρια, τα οποία υποτίθεται πως βρίσκονταν σε ένα στρατηγείο των Φρουρών της Επανάστασης, δεν υπήρχαν ποτέ. Ο θησαυρός δεν ήταν τελικά χρήματα, αλλά αρνητικά φιλμ από μυστικές συναντήσεις του ιδρυτή της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, Ρουχολάχ Χομεϊνί, με τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζίμι Κάρτερ. Εδώ πια το σενάριο, και μέσω αυτού συντελεστές της ταινίας, επιτίθενται για δεύτερη φορά στους προέδρους των Δημοκρατικών. Στο Αφρανιστάν γίνεται ευθεία επίθεση στους  χειρισμούς του Μπάιντεν κατά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεις, ενώ στο Ιράν γίνεται επίθεση στον Κάρτερ.8

Το παράδοξο είναι ότι η ταινία παρουσιάζει σαν το απόλυτο αμάρτημα, που πρέπει να καταστραφεί πριν διαρρεύσει, κάποιες κρυφές διαπραγματεύσεις μεταξύ δύο εχθρικών κρατών, ενώ κανονικοποιείται η ανοιχτή συνεργασία με τον ξένο εχθρό. Έτσι το μήνυμα που περνάει η ταινία είναι σαφές: κάθε υποχώρηση, όπως η αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής από το Αφγανιστάν, ή διαπραγμάτευση, στην περίπτωσή μας με τις αρχές του Ιράν, δεν είναι απλά αδυναμία, αλλά και «προδοσία» τόσο προς στους κατά τόπους συνεργάτες των ΗΠΑ, όσο και στους Αμερικανούς στρατιώτες. Αν μπορούσαν οι δημιουργοί θα έγραφαν με μεγάλα γράμματα: «Τραμπ, μην μας προδώσεις όπως ο Μπάιντεν ή ο Κάρτερ. Μην διαπραγματευτείς με το Ιράν, παρά μόνο για να το εξαπατήσεις (όπως κάνει ο Τάκερ διαπραγματευόμενος τα αρνητικά των φωτογραφιών). Πρέπει να μείνεις στη Δυτική Ασία, ακόμα και αν είναι η καταστροφή μας». Μάλιστα, ανάλογο μήνυμα δίνεται και στην ιρανική πλευρά: «μη διαπραγματεύεστε μαζί μας, γιατί θα σας εξαπατήσουμε».

Συνοψίζοντας, ο «Κωδικός Τεχεράνη» είναι μια παλαιού τύπου κατασκοπευτική περιπέτεια, η οποία θρηνεί για την «προδοσία» των πρακτόρων και των κατά τόπους συνεργατών του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και που ζητά από τις ΗΠΑ να μην εγκαταλείψουν το πεδίο. Είναι μια πολεμοκάπηλη και κακοσχεδιασμένη κραυγή αγωνίας ανθρώπων του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος προς τους πολιτικοστρατιωτικούς προϊσταμένους τους υπέρ της μόνιμης επέμβασης, μια υπεράσπιση της παρουσίας των ΗΠΑ στη Δυτική Ασία, ακόμα κι αν αυτή η παρουσία έχει αποδειχθεί καταστροφική. Το ερώτημα που θέλει να αφήσει στον θεατή δεν είναι «γιατί οι ΗΠΑ κάνουν πολέμους;», αλλά «πως τολμούν κάποια στιγμή να τους σταματούν;».