Θέλω να μιλήσω για κάτι δύσκολο, αν και απαραίτητο, που δεν αφορά μόνο την Παλαιστίνη. Δεν αφορά μόνο τον πολιτισμό. Και δεν αφορά την αντίσταση, τουλάχιστον μέσα από το άνετο λεξιλόγιο με το οποίο συνήθως συζητείται η αντίσταση.
Της Κάρολ Σανσούρ*
Θέλω με ειλικρίνεια να εξετάσω τι έχουμε κάνει τα τελευταία χρόνια στο όνομα της Παλαιστίνης και αν έστω ένα κάτι από αυτά έχει αλλάξει, ελαφρώς έστω, την υλική πραγματικότητα της παλαιστινιακής ζωής, ειδικά στη Γάζα, στον τόπο που ο θάνατος δεν αποτελεί την εξαίρεση.
Πριν ξεκινήσω, πρέπει να πω πως υπάρχουν πολλά σημεία που πρέπει να παραμείνουν εκτός αμφισβήτησης. Δεν πρόκειται για ρητορικές θέσεις. Πρόκειται για τη βάση από την οποία έδαφος ξεκινά αυτή η συζήτηση.
Πρώτον: η αποικιοκρατία δεν είναι ένα επεισόδιο μες στην ιστορία. Δεν είναι ένα ευρωπαϊκό κεφάλαιο που έχει κλείσει, αρχειοθετημένο σε μουσεία και πανεπιστημιακά τμήματα. Η αποικιοκρατία είναι η κυβερνώσα λογική του παρόντος κόσμου. Μεταλλάσσεται, εκσυγχρονίζεται και επανεμφανίζεται μέσα από νέες γλώσσες, ανθρωπισμό, ασφάλεια, δημοκρατία, ανάπτυξη, διατηρώντας παράλληλα την ίδια θεμελιώδη δομή: κυριαρχία μέσω της αποστέρησης και/ή καταλήστευσης.
Δεύτερον: Το Ισραήλ πρέπει να γίνει κατανοητό ακριβώς μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Όχι ως μια μεμονωμένη ανωμαλία, ούτε ως μια ατυχής σύγκρουση μεταξύ ισότιμων πλευρών, αλλά ως ένα έργο εποικισμού και αποικιοκρατίας, που συντηρείται μέσω του εκτοπισμού, του κατακερματισμού, της στρατιωτικής υπεροχής και του συνεχούς ελέγχου της ύπαρξης των ιθαγενών.
Και τρίτον: η αντίσταση στην αποικιακή κυριαρχία δεν είναι ούτε εξτρεμισμός ούτε υπερβολή. Δεν είναι καν προαιρετική. Είναι η φυσική και αναπόφευκτη αντίδραση οποιουδήποτε λαού ο οποίος καλείται να εξαφανιστεί για την άνεση ενός άλλου.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν οι Παλαιστίνιοι έχουν το δικαίωμα να αντισταθούν. Το ερώτημα εδώ είναι: τι σημαίνει για εμάς να αντιστεκόμαστε μέσω του πολιτισμού;
Τα τελευταία τρία χρόνια, έχουμε γίνει μάρτυρες μιας τεράστιας πολιτιστικής κινητοποίησης γύρω από την Παλαιστίνη. Ταινίες. Φεστιβάλ. Εκθέσεις. Συνέδρια. Αναγνώσεις ποίησης. Δημοσιεύσεις. Παραστάσεις. Ολόκληροι θεσμοί ανακαλύπτουν ξαφνικά ένα ηθικό λεξιλόγιο που είχαν από καιρό αφήσει πίσω τους.
Με την πρώτη ματιά, αυτό φαίνεται άμεσα αναγκαίο, απαραίτητο και αξιοθαύμαστο. Αλλά το άμεσα αναγκαίο έχει ένα επικίνδυνο χαρακτηριστικό: αναστέλλει τον προβληματισμό. Το άμεσα αναγκαίο γίνεται αδιαμφισβήτητο. Και αυτό που επαναλαμβάνεται για αρκετό καιρό αρχίζει να έχει εγγενώς νόημα.
Θέλω λοιπόν να σταματήσουμε, έστω και για λίγο, και να θέσουμε τα άβολα ερωτήματα: Τι ακριβώς έχουμε παράγει; Ποιον έχει εξυπηρετήσει; Και ποιες μορφές ικανοποίησης σιωπηλά μας πρόσφερε αυτή η δράση;
Ο Τζέιμς Μπόλντουιν έγραψε κάποτε: «Δεν μπορούν να αλλάξουν όλα όσα αντιμετωπίζουμε, αλλά τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει μέχρι να το αντιμετωπίσουμε». Μεγάλη αλήθεια. Ωστόσο, υπάρχει διαφορά μεταξύ της αντιμετώπισης κάποιου ζητήματος και της ανάλυσής του, κι αυτό δεν πρέπει να μας διαφύγει.
Έχουμε μπερδέψει την ορατότητα με την αντιπαράθεση. Έχουμε μπερδέψει την έκθεση με τον μετασχηματισμό. Αλλά, επιτρέψτε μου να σας διαβεβαιώσω πως το να επιδεικνύουμε τον πόνο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τον κατανοούμε κιόλας. Το να αναπαράγουμε εικόνες καταστροφής δεν είναι το ίδιο με το να στεκόμαστε εντός του πολιτικού τους νοήματος. Όλο και περισσότερο, το πολιτιστικό έργο κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα μηχανισμό για την διαχείριση της φρίκης και όχι για την παύση της.
Η οδύνη των Παλαιστίνιων δεν έχει τεθεί υπό απλή παρατήρηση. Την έχουν επιμεληθεί. Την έχουν προγραμματίσει. Την έχουν διανείμει. Και η κυκλοφορία έχει τη δική της πολιτική. Επιλέγει τι μπορεί να παρουσιαστεί. Καθορίζει το αποδεκτό λεξιλόγιο της θλίψης. Μετατρέπει την καταστροφή σε αναγνωρίσιμο περιεχόμενο. Σε κάτι συναισθηματικά ευανάγνωστο και δημόσια καταναλώσιμο. Σιγά σιγά, σχεδόν αόρατα, η οδύνη αποκτά μια οικεία αισθητική. Έναν ρυθμό. Μια γραμματική. Αρχίζουμε να την αναγνωρίζουμε πολύ πιο γρήγορα. Να αντιδρούμε σ’ αυτήν πολύ πιο αποτελεσματικά. Και τελικά, χωρίς να έχουμε τέτοια πρόθεση, σταματάμε να αντιμετωπίζουμε την ίδια την πραγματικότητα και αρχίζουμε να αντιμετωπίζουμε μόνο την αναπαράστασή της, μια εκδοχή πειθαρχημένη επαρκώς ώστε να ταξιδέψει σε γκαλερί, φεστιβάλ, ακαδημαϊκά πάνελ και ροές κοινωνικών μέσων, χωρίς θεμελιωδώς να διαταράσσει τις δομές που τα παρήγαγαν.
Αυτός ακριβώς είναι ο κίνδυνος.
Η οδύνη, από τη στιγμή που θεσμοθετείται στον διάλόγο, μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως αποκάλυψη αλλά και ως περιορισμός. Μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση κάποιας ηθικής δέσμευσης, αφήνοντας πλήρως άθικτη την εξουσία. Φοβάμαι πως σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε τώρα.
Όχι επειδή οι άνθρωποι είναι κακόβουλοι. Οι περισσότεροι άνθρωποι στο κίνημα δεν είναι κυνικοί. Νοιάζονται βαθιά. Αλλά τα συστήματα δεν οργανώνονται γύρω από την ειλικρίνεια. Η εξουσία δεν νοιάζεται για τις προθέσεις. Νοιάζεται για τα πρότυπα. Το πρότυπο που αναδύεται μπροστά μας είναι ανησυχητικό: η Παλαιστίνη βρίσκεται μόνιμα παρούσα πολιτιστικά, παραμένοντας εντελώς εγκαταλελειμμένη πολιτικά. Ταξιδεύει ασταμάτητα από εκθεσιακό χώρο σε εκθεσιακό χώρο, από δήλωση σε δήλωση, από εικόνα σε εικόνα, ενώ, κάτω από το θέαμα της αλληλεγγύης, παραμένουν αδιατάρακτες οι συνθήκες στις οποίες αναφέρεται.
Όπως και ο Γκαμπορ Ματέ, κι εγώ πιστεύω ότι το τραύμα δεν περιορίζεται σε όσους βιώνουν άμεσα βία. Η επαναλαμβανόμενη έκθεση διαμορφώνει επίσης την επίγνωση / συνειδητοποίηση των μαρτύρων/ θεατών. Και η σημασία αυτού είναι βαθύτατη. Γιατί η ατελείωτη έκθεση δεν βαθαίνει αυτόματα την ηθική διαύγεια. Μερικές φορές παράγει προσαρμογή. Συναισθηματική αποτελεσματικότητα. Ομαλοποίηση. Μαθαίνουμε πώς να δεχόμαστε την θηριωδία χωρίς να καταρρέουμε. Τελικά, χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε, αρχίζουμε να κινούμαστε μέσα στη γενοκτονία με τον ίδιο ρυθμό που κινούμαστε μέσα στους κύκλους ειδήσεων.
Γι’ αυτό και πρέπει να αναρωτηθούμε: Έχει η πολιτιστική μας δράση εμβαθύνει την πολιτική κατανόηση; Ή μας έχει, ουσιαστικά, εκπαιδεύσει πώς να επεξεργαζόμαστε με μεγαλύτερη άνεση την οδύνη των Παλαιστινίων; Υπάρχει μια ουσιαστική διάκριση εδώ. Είναι ο πολιτισμός ενσωματωμένος στην αντίσταση; Ή μήπως η ίδια η αντίσταση έχει απορροφηθεί σε μιαν πολιτιστική παραγωγή; αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο.
Ο πολιτισμός στην υπηρεσία της απελευθέρωσης είναι ανατρεπτικός. Αρνείται την θεσμική άνεση. Διαταράσσει τα πλαίσια μέσω των οποίων η εξουσία αναγνωρίζει τη νομιμότητα. Αλλά μόλις η αντίσταση γίνει πολιτιστικό νόμισμα, μόλις γίνει προγραμματιζόμενη, προγραμματίσιμη, χρηματοδοτήσιμη και επαγγελματικά ευανάγνωστη, κινδυνεύει να γίνει διαχειρίσιμη. Ένα εμπορικό σήμα (a brand). Και ό,τι γίνεται εμπορικό σήμα, παύει να είναι απειλητικό, με αυτή την έννοια.
Μια άλλη κεντρική ιδέα που διαπλέκεται με όσα είπα προηγουμένως είναι αυτό που ακούω συχνά ακτιβιστές και καλοπροαίρετους καλλιτέχνες, δημοσιογράφους και υπεύθυνους προγραμμάτων να λένε, για να δικαιολογήσουν τη δράση τους: «δίνουν φωνή στους Παλαιστίνιους». Πρέπει να παραδεχτώ ότι ακόμη και σήμερα, που τόσα χρόνια το αντιμετωπίζω από πρώτο χέρι, η φράση αυτή συνεχίζει να με εκπλήσσει.
Διότι, αν οι Παλαιστίνιοι όντως δεν είχαν φωνή, τότε πώς εξηγούμε αυτή την παράξενη και αποκαλυπτική αντίφαση: Γιατί ένας λευκός ακαδημαϊκός, δημοσιογράφος, καλλιτέχνης ή ακτιβιστής που μιλάει για την Παλαιστίνη μπορεί να προσελκύσει κοινό, θεσμούς και προσοχή με πολύ μεγαλύτερη ευκολία από τους ίδιους τους Παλαιστίνιους; Ειλικρινά, ποιος μπορεί να γεμίσει χώρους στην Αθήνα απλώς και μόνο επειδή είναι Παλαιστίνιος; Χωρίς θεσμική υποστήριξη. Χωρίς διασημότητα. Χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου πιο οικείου, πιο στρογγυλεμένου, με φανερότερες τις δυτικές ευαισθησίες; Δεν το ρωτάω ρητορικά αυτό. Το ρωτάω επειδή αποκαλύπτει κάτι θεμελιώδες για τη δομή της ίδιας της αλληλεγγύης.
Η αλήθεια είναι ότι οι Παλαιστίνιοι δεν στερούνται φωνής. Δεν τους λείπει η ανάλυση. Δεν τους λείπει η μνήμη, η νοημοσύνη, το χιούμορ, η πολιτική σαφήνεια ή η ικανότητα να αφηγηθούν την ίδια την κατάστασή τους. Αυτό που λείπει από τους Παλαιστίνιους είναι η άνευ όρων δομική υποστήριξη, η πρόθυμη να τους δεχτεί ως έχουν. Όχι ως τους εξαιρετικούς Παλαιστίνιους. Όχι ως τους ήρωες Παλαιστίνιους. Όχι ως τους εύγλωττους Παλαιστίνιους. Όχι ως τους μορφωμένους Παλαιστίνιους με τις άψογες αναφορές. Όχι ως τους φωτογενείς Παλαιστίνιους των οποίων η θλίψη προσφέρεται για αισθητική κατανάλωση. Όχι ως τους «μετριοπαθείς» Παλαιστίνιους που καθησυχάζουν το κοινό ως προς την αθωότητά του, αλλά απλώς ως Παλαιστίνιους. Με προφορά. Θυμωμένους. Εξαντλημένους. Αντιφατικούς. Μιλώντας σπαστά. Με τραύμα που δεν εκφράζεται πάντα σε συνεκτικές προτάσεις.
Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ο αποικιακός κόσμος ανέκαθεν απαιτούσε από τους αποικιοκρατούμενους να γίνουν λογικοί πριν γίνουν άνθρωποι. Και ως εκ τούτου, οι Παλαιστίνιοι υποβάλλονται συνεχώς σε μια άρρητη ακρόαση:
Μπορείτε να αποδώσετε σωστά την οδύνη σας;
Μπορείτε να την κάνετε εύπεπτη;
Μπορείτε να τα κάνετε εκπαιδευτική, αλλά όχι απειλητική;
Συναισθηματική, αλλά όχι αντιπαραθετική;
Μπορείτε να μιλήσετε αρκετά όμορφα ώστε να ακουστεί η αποστέρησή σας κι η καταλήστευσή σας;
Και αν δεν μπορείτε;! Ξαφνικά η εκπροσώπηση εξαφανίζεται.
Γιατί το πραγματικό ζήτημα δεν ήταν ποτέ η Φωνή. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι συμπαθούντες και υποστηρικτές δεν αρνούνται ρητά στους Παλαιστίνιους το δικαίωμα να μιλούν. Το πρόβλημα είναι πιο λεπτό και επομένως πιο επικίνδυνο. Το πρόβλημα έγκειται στις συνθήκες υπό τις οποίες ο παλαιστινιακός λόγος παρέχεται εξαρχής.
Σε ποιόν δίνεται πλατφόρμα; Ποιος μεταφράζεται; Ποιος λαμβάνει θεσμική χρηματοδότηση; Ποιος προσκαλείται επανειλημμένα; Ποιος θεωρείται «αξιόπιστος», «εύστοχος», «στρατηγικός» ή «ενωτικός»; Και πίσω από όλα αυτά τα ερωτήματα κρύβεται ένα άλλο, πολύ πιο άβολο: Ποιοι Παλαιστίνιοι κάνουν το δυτικό κοινό να νιώθει λιγότερο εμπλεκόμενο;
Ο Παλαιστίνιος πρέπει να εξηγήσει τον εαυτό του τέλεια. Πρέπει να μιλήσει ήρεμα όταν περιγράφει την πλήρη εξόντωση. Πρέπει να παραμείνει πνευματικά γενναιόδωρος απέναντι σε συστήματα που δεν ήταν ποτέ γενναιόδωρα απέναντί του. Πρέπει να επιδεικνύει αξιοπρέπεια με τρόπους αναγνωρίσιμους από το λίμπεραλ κοινό. Την ίδια ώρα, όσοι μιλούν εκ μέρους των Παλαιστίνιων δεν έχουν κανένα τέτοιο εμπόδιο.
Ακριβώς εδώ είναι που η αλληλεγγύη αρχίζει να αναπαράγει την ίδια την ιεραρχία στην οποία ισχυρίζεται ότι βρίσκεται απέναντι. Ο λευκός διανοούμενος επαινείται για την «ενίσχυση των παλαιστινιακών φωνών», ενώ οι ίδιοι οι Παλαιστίνιοι παραμένουν δομικά περιθωριακοί, περιστασιακοί προσκεκλημένοι, συμβολικά, να τους δίνεται σπανίως και προσεκτικά η όποια κεντρική θέση, ειδικά εάν δεν ικανοποιούν τις πολιτισμικές προσδοκίες εκείνων που τους φιλοξενούν.
Με άλλα λόγια, πολλές φορές οι Παλαιστίνιοι είναι ευπρόσδεκτοι μόνον όταν γίνονται κατανοητοί μέσω της δυτικής άνεσης.
Ο Έντουαρντ Σαΐντ μας προειδοποίησε επανειλημμένα ότι η εκπροσώπηση δεν είναι ποτέ αθώα. Ποιος μιλάει, ποιος ακούγεται και υπό ποιες συνθήκες, όλα αποτελούν πολιτικά ζητήματα. Ίσως αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι το θάρρος να σταματήσουμε να απαιτούμε από τους Παλαιστίνιους να γίνουν εξαιρετικές περιπτώσεις για να αξίζουν της προσοχής.
Δεν χρειάζεται να είναι ήρωες.
Δεν χρειάζεται να γίνουν σύμβολα αντοχής.
Δεν χρειάζεται να μας εμπνέουν.
Δεν χρειάζεται να μιλούν άψογα.
Δεν χρειάζεται να μεταμορφώνουν την οδύνη τους σε ποίηση για οποιοδήποτε κοινό.
Κάποτε θα είναι θυμωμένοι.
Κάποτε ασυνάρτητοι.
Κάποτε κουρασμένοι.
Κάποτε πολιτικά άβολοι.
Και πρέπει να τους επιτραπεί αυτή η ανθρωπιά. Και πρέπει να τους ακούσουμε.
Γιατί η απελευθέρωση δεν θα προκύψει από την αψεγάδιαστη εκπροσώπηση. Θα προκύψει όταν οι Παλαιστίνιοι δεν θα χρειάζεται πλέον να μεταφράζουν τους εαυτούς τους σε αποδεκτές μορφές, ώστε να ληφθούν σοβαρά υπόψη.
Το καθήκον της αλληλεγγύης, λοιπόν, δεν είναι να μιλήσουμε πιο εύγλωττα εκ μέρους των Παλαιστινίων. Είναι να οικοδομήσουμε δομές ικανές να τους ακούσουν χωρίς να απαιτήσουμε πρώτα απόδοση.
Το πολιτιστικό έργο, αν δεν παλεύει με αυτό το αίτημα, κινδυνεύει να παραμείνει συμβολικό. Προσωπικά, τρέφω πολύ λίγο θαυμασμό για τα σύμβολα. Ακόμα και όταν καταλαβαίνω τη λογική τους. Ο λαός μου δεν είναι καρπούζια και η γη μας δεν είναι κεφίγια.
Αυτό που χρειάζεται τώρα δεν είναι περισσότερη ορατότητα. Όχι περισσότερη επανάληψη. Όχι περισσότερες παραστάσεις με τις ανησυχίες μας. Αυτό που χρειάζεται είναι καταρτισμός. Υλικός καταρτισμός. Πολιτικός καταρτισμός. Ηθικός καταρτισμός. Καταρτισμός πρόθυμος να διαταράξει τη νομιμότητα, την πρόσβαση, την επαγγελματική άνεση και την κοινωνική αποδοχή. Η αντίσταση χωρίς κίνδυνο τελικά μετατρέπεται σε branding.
Και για να επιτύχουμε αυτόν τον καταρτισμό, πρέπει να αναρωτηθούμε τι κάνουμε τόσο καιρό. Πρέπει να επανεξετάσουμε τι έχουμε χτίσει γύρω από την Παλαιστίνη όλα αυτά τα χρόνια. Τις πλατφόρμες. Τις καριέρες. Τα προγράμματα. Τις ταυτότητες. Και να εξετάσουμε: Τι έχουν όντως διαταράξει αυτές οι δομές, πέρα από τον εαυτό τους; Έχουν αλλάξει τις σχέσεις εξουσίας; Ή έχουν επεκτείνει μια πολιτιστική οικονομία της προσοχής στην οποία η Παλαιστίνη κυκλοφορεί ασταμάτητα, ενώ οι ίδιοι οι Παλαιστίνιοι παραμένουν παγιδευμένοι υπό πολιορκία, λιμό, αρπαγή της γης τους και βομβαρδισμούς;
Δεν ζητώ από κανέναν να σταματήσει. Ζητώ επίγνωση. Την πειθαρχία της διαρκούς αμφισβήτησης: Γιατί το συγκεκριμένο event; Γιατί η συγκεκριμένη γλώσσα; Γιατί ο συγκεκριμένος θεσμός; Γιατί τώρα; Ποιος ωφελείται; Ποιος παραμένει απείραχτος; Και ποιες μορφές άνεσης διατηρούνται μέσω της παράστασης του επείγοντος;
Δεν πρέπει να γίνει έκθεση η κάθε φρικαλεότητα. Δεν απαιτείται ένα πάνελ για κάθε πένθος. Κάθε στιγμή δεν απαιτεί πολιτιστική κατανάλωση μεταμφιεσμένη σε αλληλεγγύη. Η αντίσταση δεν είναι παράσταση. Και ο πολιτισμός δεν μπορεί να γίνεται το σκηνικό πάνω στο οποίο η οδύνη αναπαρίσταται ασταμάτητα για ένα ηθικά ικανοποιημένο κοινό.
Αν είναι να αποκτήσει σημασία το πολιτιστικό έργο, οφείλει να γίνει πιο επικίνδυνο. Λιγότερο αναλώσιμο. Λιγότερο προβλέψιμο. Λιγότερο συμβατό με συστήματα αναγνώρισης. Πρέπει να είναι πρόθυμο να χάσει προσκλήσεις. Να χάσει την έγκριση. Να χάσει την ίδια την ορατότητα. Διαφορετικά, παραμένουμε παγιδευμένοι σε έναν καταστροφικό κύκλο:
Είμαστε μάρτυρες.
Εκφράζουμε.
Συζητάμε.
Δημοσιεύουμε.
Και μετά συνεχίζουμε.
Ενώ άλλοι δεν έχουν την πολυτέλεια να συνεχίσουν.
Δεν προσφέρω απαντήσεις και το γνωρίζω. Μόνο μιαν διακοπή προσφέρω. Διακοπή της βεβαιότητας. Του μομέντουμ. Της παρήγορης πεποίθησης ότι αυτές και αυτές οι καλές προθέσεις κάνουν δίκαιες τις πράξεις μας.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν ασχολούμαστε με την Παλαιστίνη. Το ερώτημα είναι αν είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε αυτό που έχει καταντήσει η ενασχόλησή μας.
* Η Κάρολ Σανσουρ είναι Παλαιστίνια ποιήτρια, διανοούμενη και ιδρυτικό στέλεχος του φεστιβάλ Παλαιστινιακού κινηματογράφου της Αθήνας.
Το κείμενο αυτό αποτελεί ομιλία της ποιήτριας σε εκδήλωση για τη σχέση της Αντίστασης με την Τέχνη. Την απόδοση στα ελληνικά έκανε η Λαμπρινή Θωμά.
