του Παναγιώτη Παπαδομανωλάκη
Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, ο Κόλμπι προσπάθησε να κατευνάσει τις ανησυχίες, στον απόηχο κυριακάτικου δημοσιεύματος της Wall Street Journal ότι ο πόλεμος κατά του Ιράν έχει επηρεάσει τα αποθέματα πυρομαχικών των ΗΠΑ. Ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Νταν Σάλιβαν ρώτησε τον Κόλμπι αν έχει οποιοδήποτε μήνυμα για οποιαδήποτε χώρα που θα μπορούσε να ερμηνεύσει τα δημοσιεύματα σαν ευκαιρία δράσης στην Ταϊβάν, εννοώντας προφανώς την Κίνα. Ο Κόλμπι υποστήριξε πως οι εχθροί των ΗΠΑ αποθαρρύνονται από την «ετοιμότητα» του αμερικανικού στρατού στο Ιράν.
Στη συνέχεια, ο επίσης Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Τζιμ Μπανκς ρώτησε αν ο πόλεμος κατά του Ιράν θα επηρέαζε την ικανότητα των ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν συντονισμένη επιθετικότητα σε άλλα πεδία πολέμου. Ο Κόλμπι απάντησε ότι η υποβάθμιση του Ιράν θα επέτρεπε στο ισραηλινό καθεστώς και τα κράτη του Κόλπου να αναλαμβάνουν την κύρια ευθύνη για τη Δυτική Ασία, κάτι που «θα μας επιτρέψει να επικεντρωθούμε στην πρώτη αλυσίδα νησιών». Η πρώτη αλυσίδα νησιών, που περιλαμβάνει την Ιαπωνία, την Ταϊβάν, τις Φιλιππίνες και την Ινδονησία, είναι κεντρική στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Ο Έλμπριτζ Κόλμπι δεν είναι μόνο υφυπουργός Αμυντικής Πολιτικής των ΗΠΑ, αλλά συντάκτης της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας του 2026, όπου περιγράφεται το νέο δόγμα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας προβλέπει την εστίαση της στρατιωτικής δύναμης των ΗΠΑ στην αμερικανική ήπειρο κατά το νέο «Δόγμα Μονρόε», καθώς και στον Ινδο-Ειρηνικό με στρατηγικό αντίπαλο την Κίνα. Για να γίνει το παραπάνω, οι ΗΠΑ πρέπει να μετακυλήσουν το βάρος στην Ευρώπη στους συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ, μετά την αποτυχία τους στον πόλεμο στην Ουκρανία. Στη Δυτική Ασία, όπου το Ιράν αντιμετωπίζεται ως «κυρίαρχη απειλή», προβλέπεται η προώθηση των «Συμφωνιών του Αβράαμ», ώστε το κατοχικό καθεστώς του Τελ Αβίβ να αναλάβει την ασφάλεια της περιοχής σε συνεργασία με τα αραβικά κράτη. Αυτό συνιστά την απομάκρυνση των ΗΠΑ από την άμεση εμπλοκή στους κοστοβόρους «πολέμους κατά της τρομοκρατίας», οι οποίοι άλλωστε έληξαν με την επάνοδο των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και την ενδυνάμωση της ιρανικής επιρροής στο Ιράκ, και την εξωτερική ανάθεση του ελέγχου της Δυτικής Ασίας.
Η αποδυνάμωση και τελικά ο έλεγχος του Ιράν είναι το σημείο-κλείδι για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής και τελικά της αποδυνάμωσης της Κίνας. Τα Στενά του Ορμούζ έχουν μεγάλη στρατηγική σημασία, καθώς είναι το μόνο θαλάσσιο πέρασμα για τον Περσικό Κόλπο. Οι ΗΠΑ θέλουν να διατηρήσουν τον ρόλο τους ως μια θαλασσοκράτειρα αυτοκρατορία μέσω του αποκλεισμού της Κίνας και της δημιουργίας προβλημάτων στον εφοδιασμό της. Ο έλεγχος της Διώρυγας του Παναμά και των Στενών του Ορμούζ, όπως η απαγωγή του Μαδούρο, συνδέονται και με το πλάνο να αποκλειστεί η Κίνα από τους διεθνείς εμπορικούς διαδρόμους και τον ενεργειακό εφοδιασμό. Συγκεκριμένα, πάνω από το 55% των συνολικών εισαγωγών πετρελαίου της Κίνας το 2025 προήλθε από τη Δ. Ασία (περίπου το 13% από το ίδιο το Ιράν), το μεγαλύτερο μέρος του οποίου πρέπει να περάσει από τα Στενά του Ορμούζ. Η Κίνα αγοράζει πάνω από το 90% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν, ενεργώντας ως ζωτικής σημασίας οικονομική σανίδα σωτηρίας απέναντι στις δυτικές «κυρώσεις».
Ωστόσο, ο σχεδιασμός των ΗΠΑ αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα. Οι «Συμφωνίες του Αβράαμ» ξεκίνησαν κατά την πρώτη διακυβέρνηση Τραμπ και συνεχίστηκαν επί Μπάιντεν, με αποτέλεσμα την αναγνώριση του ισραηλινού καθεστώτος από Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μπαχρέιν, Μαρόκο και Σουδάν, προκαλώντας αντίδραση της Παλαιστινιακής Αντίστασης, που έδρασε αποτρεπτικά στην εγκαθίδρυση μιας «Νέας Μέσης Ανατολής» χωρίς την Παλαιστίνη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου γενοκτονίας στη Γάζα, οι Άραβες μονάρχες δεν τόλμησαν να κανονικοποιήσουν τις σχέσεις του με το σιωνιστικό καθεστώς. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, η μοναρχία των Σαούδ που άρχισε να συνδέει τις συμφωνίες με τη λύση στο Παλαιστινιακό. Εξού, και η γαλλοσαουδική πρωτοβουλία για μια «Διεθνή Διάσκεψη για την Παλαιστίνη», όπου θέλησε να συνδέσει τη κανονικοποίηση της κατοχής με την ίδρυση ενός αποστρατιωτικοποιημένου παλαιστινιακού (πρακτικά μη) κράτους. Η άρνηση του Νετανιάχου, αλλά και της πλειοψηφίας της Κνεσέτ, να αποδεχτεί ακόμα και αυτό, ήταν ένα επιπλέον πρόβλημα για την εξωτερική πολιτική Τραμπ, που αναζητούσε συνεχώς ισορροπίες ανάμεσα στο φονταμενταλιστικό ευαγγελικό σιωνιστικό λόμπι και στην εκλογική βάση των MAGA.
Μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Άσαντ, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να εντάξουν τη Συρία στις «Συμφωνίες του Αβράαμ». Η μονομερής απόσχιση της «Σομαλιλάνδης» από τη Σομαλία, έχει να κάνει με την προσπάθεια να αναζωογόνησης του σχεδιασμού – βέβαια, και με τη δημιουργία ορμητηρίου κατά των Ανσάρ Αλλάχ (γνωστών ως Χούθι) της Υεμένης. Ωστόσο, τα προβλήματα από τις αντιφάσεις μιας πολιτικής που απο τη μία θέλει φυγή από τη Δ. Ασία και από την άλλη είναι συνδεδεμένη με το λόμπι, συνεχίζονται.
Η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας προβλέπει την πραγματοποίηση «συντριπτικών πληγμάτων» για την αποδυνάμωση του Ιράν και των συμμάχων του, αποφεύγοντας όμως μια άμεση εμπλοκή για τις ΗΠΑ σε ένα γενικευμένο πόλεμο. Αυτό έγινε κατά τον λεγόμενο «Πόλεμο των 12 ημερών», όπου τα ιρανικά αντίποινα μετά το αμερικανικό χτύπημα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, οδήγησαν τον Αμερικανό πρόεδρο να ανακοινώσει μονομερώς κατάπαυση πυρός. Έκτοτε, η ιρανική πλευρά προειδοποιούσε σε όλους τους τόνους πως αυτό δεν θα επαναληφθεί. Οι προειδοποιήσεις δεν εισακούστηκαν από τον Λευκό Οίκο. Η νέα επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν, που είχε αποτέλεσμα τη δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη της χώρας, δεν καθιστά εύκολη την επανάληψη του ίδιου σεναρίου. Όπως γράφαμε σε προηγούμενο μας άρθρο, αν κάποιοι έπεισαν τον Τραμπ, με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα, πως θα μπορούσε να λήξει τον πόλεμο σε λίγες ημέρες, περιφέροντας στους ψηφοφόρους το νεκρό σώμα του Χαμενεΐ, μάλλον αυτό δεν θα γίνει. Ο κρατικός μηχανισμός του Ιράν όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά και η ιρανική πλευρά διακήρυξε πως δεν υπάρχει περιθώριο για διαπραγματεύσεις, ενώ οι αμερικανικές βάσεις έχουν γίνει στόχοι νόμιμων αντιποίνων. Οι Αμερικανοί στρατιώτες, που επιστρέφουν νεκροί στη χώρα, είναι το χειρότερο δυνατό προεκλογικό αποτέλεσμα για τον Τραμπ, καθώς η αμερικανική κοινή γνώμη δεν επιθυμεί νέο πόλεμο.
To Πεκίνο, γνωρίζοντας πως αποτελεί στρατηγικό στόχο για τις ΗΠΑ, καταδίκασε τη δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν και οποιαδήποτε επίθεση εναντίον της κυριαρχίας και της εδαφικής του ακεραιότητας. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι «η Κίνα και η Ρωσία μας υποστηρίζουν πολιτικά και με άλλους τρόπους». Η Κίνα και το Ιράν υπέγραψαν μια εξαιρετικά σημαντική, ολοκληρωμένη συμφωνία συνεργασίας 25 ετών, η οποία περιλαμβάνει συνεργασία στον τομέα των πληροφοριών και τον στρατιωτικό τομέα. Η Ρωσία και η Κίνα ζήτησαν έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Τα δυτικά δημοσιεύματα πως οι δύο χώρες δεν βοηθούν το Ιράν, παραγνωρίζουν την ουσία της μεταξύ τους συνεργασίας. Ούτε η Ρωσία, ούτε η Κίνα θέλουν μια άμεση εμπλοκή στη σύγκρουση, όπως άλλωστε γνωρίζουν οι Ιρανοί εταίροι τους, καθώς κάτι τέτοιο θα προκαλούσε παγκόσμιο πόλεμο και μάλιστα υπό συνθήκες ευνοϊκές για τις ΗΠΑ. Η Ρωσία δεν θα μπορούνε να επεκταθεί σε δεύτερο μέτωπο εκτός της Ουκρανίας, ενώ ο στρατός της Κίνας είναι δομημένος για εξωτερικές επεμβάσεις. Επιπλέον, δεδομένου πως ο στόχος των ΗΠΑ είναι να εμποδίσουν την ειρηνική ανάπτυξη του Πεκίνου, αυτό δεν θα είχε λόγο να τους το προσφέρει απλόχερα. Το Ιράν, άλλωστε, έχει δηλώσει επανειλημμένα πως θα μπορούσε να ανταπεξέλθει μόνο του σε μια επίθεση των ΗΠΑ. Η λογική των τριών εταίρων, όπως αναφέρθηκε από τον Ρώσο πρόεδρο κατά τον «πόλεμο των 12 ημερών», είναι πως πολέμουν «τον ίδιο εχθρό», σε διαφορερικά πεδία.
Ιδιαίτερα, λόγω ακριβώς της σημασίας των Στενών του Ορμούζ για τον εφοδιασμό της Κίνας, δεν είναι πιθανό το Ιράν να κινηθεί σε οποιαδήποτε κίνηση δίχως επικοινωνία με το Πεκίνο. Η διατύπωση του Ιρανού πρέσβη στην Κίνα, πως «η διέλευση μέσω των Στενών του Ορμούζ θα ρυθμιστεί, αλλά αυτό δεν ισοδυναμεί με κλείσιμό τους», ισοδυναμεί με δέσμευση για εξαίρεση των εταίρων του από περιορισμούς διέλευσης. Ανάλογη ήταν η πολιτική των Ανσάλ Αλλάχ στην Υεμένη, που φέρονται να συμφώνησαν με την Κίνα και τη Ρωσία για τη διέλευσή τους από την Ερυθρά Θάλασσα. Σύμφωνα με στοιχεία από την πλατφόρμα παρακολούθησης πλοίων Marine Traffic, τα οποία αναλύθηκαν από το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων και αναπαράγονται από το South China Morning Post, υπάρχουν περιπτώσεις πλοίων που επιδεικνύουν δεσμούς με την Κίνα, ώστε να περάσουν από τα Στενά.
Οι ίδιοι οι Φρουροί της Επανάστασης στην ανακοίνωσή τους δεν μίλησαν για κλείσιμο, άλλα για έλεγχο του περάσματος από το Ιράν όσο διαρκεί ο πόλεμος. Ταυτόχρονα το Ιράν δηλώνει ότι όποια αραβική ή ευρωπαϊκή χώρα απελάσει τους πρέσβεις του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών από το έδαφός της θα έχει την ελευθερία να διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ. Με αυτό τον τρόπο, προσπαθεί να αξιοποιήσει το γεωγραφικό του πλεονέκτημα για να πιέσει τους συμμάχους των ΗΠΑ, περιορίζοντας τη βλάβη στους εταίρους του.
Συγκεκριμένα, το Πεκίνο, εδώ και δεκαετίες, προετοιμάζεται να μειώσει την εξάρτησή του από τις ευάλωτες θαλάσσιες οδούς όπως τα Στενά της Μαλάκκα και τα Στενά του Ορμούζ. Η σιδηροδρομική σύνδεση μεταξύ Ιράν και Κίνας παρέχει μια εναλλακτική διαδρομή για τη μεταφορά για τις εξαγωγές πετρελαίου της Τεχεράνης και το συνολικό εμπόριο με την Κίνα. μειώνοντας το χρόνο παράδοσης. Παρά τα όρια στον όγκο μεταφορών μέσω του σιδηρόδρομου, αποτελεί μια εναλλακτική που μειώνει το αντίκτυπο για την Κίνα. Τον Μάιο 2025, αξιωματούχοι σιδηροδρόμων από το Ιράν, την Κίνα, το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Τουρκμενιστάν και την Τουρκία συμφώνησαν στην Τεχεράνη τη δημιουργία ενός διηπειρωτικού σιδηροδρομικού διαδρόμου που θα συνδέει την Κίνα με την Ευρώπη μέσω Κεντρικής Ασίας, Ιράν και Τουρκίας. Οι κινεζικές επενδύσεις, μέρος της 25ετούς συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ Πεκίνου και Τεχεράνη, στοχεύουν στην αναβάθμιση των ιρανικών σιδηροδρομικών δικτύων, λιμένων και ενεργειακών υποδομών, καθιστώντας το Ιράν πολύ σημαντικό για την πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» της Κίνας. Το σημαντικότερο είναι πως η Κίνα έχει περιορίσει δραστικά την εξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα, μέσω της μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Όλα αυτά δεν σημαίνουν πως η Κίνα δεν θα έχει επιπτώσεις από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου. Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι συντριπτικά περισσότερες στους αντιπάλους της.

Επιπλέον, η Κίνα διαδραμάτισε στο παρελθόν πρωταγωνιστικό ρόλο στην προσέγγιση του Ιράν με τα αραβικά κράτη του Κόλπου. Η προσέγγιση του Ιράν με τη Σαουδική Αραβία, έναν παραδοσιακό σύμμαχο των ΗΠΑ, συνέβαλε στον τερματισμό της σφαγής που πραγματοποιούσαν οι Σαούδ στην Υεμένη. Παράλληλα, οι Σαουδάραβες μονάρχες συμφώνησαν να πωλούν πετρέλαιο στην Κίνα σε γιουάν, κάτι που σύμφωνα με τις ΗΠΑ είναι απειλή στην παγκόσμια κυριαρχία του πετροδολαρίου, η οποία βασίζεται στις μονοπωλιακές συμφωνίες για τα πετρέλαια της χώρας. Για αυτό οι ΗΠΑ έχουν κάθε λόγο να επιθυμούν να διαρραγούν οι τεταμένες σχέσεις του Ιράν με τους Άραβες συνεργάτες τους, ακόμα και αν αυτό μπορεί να απειλεί την περιφερειακή ειρήνη. Η κρίση στις σχέσεις των ιρανοαραβικών ηγεσιών, μετά και τον βομβαρδισμό των αμερικανικών βάσεων από τα ιρανικά αντίποινα, θα μπορούσε, βέβαια, να στραφεί και ενάντια στα συμφεροντα των ΗΠΑ, αφού οι αραβικές χώρες μπαίνουν προ των ευθυνών τους για τη φιλοξενία αμερικανικών στρατευμάτων, σε πολλές περιπτώσεις εν μέσω λαϊκών αντιδράσεων.
Μάλιστα, η χλιαρή στάση των αραβικών κρατών στη γενοκτονία στη Γάζα, προκειμένου να εξυπηρετήσουν την Ουάσινγκτον, έχει μεταβάλει προς το θετικότερο τη στάση των αραβικών και μουσουλμανικών λαών προς το Ιράν, που το βλέπουν πλεόν ως το μοναδικό κράτος που πολέμάει για την Παλαστική. Ειδικότερα το Μπαχρέιν, ένα σουνιτικό βασίλειο με πληθυσμό κατά πλειοψηφία σιίτες, αντιμετωπίζει ξανά μια εξέγερση εναντίον της φιλοαμερικανικής κυβέρνησης.
Το έγκλημα, δε, των ΗΠΑ με τη δολοφονία Χαμενεϊ έχει προκαλέσει την οργή του μουσουλμαντικού κόσμου. Δεν είναι μόνο οι μεγάλοι αγιατολάχ του Ιράν, που εξέδωσαν φετφά προς τους μουσουλμάνους σε όλο τον κόσμο να εκδικηθούν τον θάνατο του Χαμενεΐ, η εξέγερση στο Μπαχρέιν, η επιστροφή της Χεζμπολάχ στον πόλεμο και η ενίσχυση των σιιτικών δυνάμεων στο Ιράκ στο πρόσωπο του πρωθυπουργού Νούρι αλ Μάλικι. Η οργή ξεχειλίζει ακόμα και πέρα των σιιτών. Άλλωστε, ο δολοφονημένος Ανώτατος Ηγέτης του Ιράν εναντιωνόταν στον διχασμό της ούμα («ισλαμικός κόσμος») και είχε υποστηρίξει όσο κανένας άλλος τον αγώνα των Παλαιστινίων, οι οποίοι είναι κατά πλειοψηφία σουνίτες.
Ακόμα χειρότερα, ο Τραμπ δηλώνει πως δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μιας στρατιωτικής εισβολής στο Ιράν, κάτι που θα μπορούσε να καταστήσει τη Δ. Ασία σε κινούμενη άμμο για τις ΗΠΑ. Δεν είναι, λοιπόν, αβάσιμες οι ανησυχίες που κλήθηκε να κατευνάσει ο Κόλμπι, αφού το σενάριο ενός νικηφόρου μπλίτσκριγκ («πόλεμος αστραπή») δεν είναι κάτι που μπορεί εύκολα να εφαρμοστεί στο Ιράν.