Λένε πως ιστορία γράφουν οι παρέες. Στην περίπτωση της μουσικής σκηνής της Θεσσαλονίκης ίσως αυτή η παροιμιώδης έκφραση να λαμβάνει διαχρονικά πραγματική υπόσταση, να ισχύει λίγο παραπάνω. Παρέες μουσικών που συναντήθηκαν από τύχη, ένωσαν τα ταλέντα τους, τα ακούσματά τους, τις αγωνίες και τα πάθη τους και έφτιαξαν όμορφη μουσική, κατασκευάζοντας ενεργά αλησμόνητες συνθήκες και καταστάσεις.

Βοηθούσαν, βέβαια, και οι εποχές της πρώιμης μεταπολίτευσης, όταν ο κόσμος διψούσε για μουσικές πρωτοπορίες, για καινούρια πράγματα στην τέχνη γενικότερα, για έργα τέχνης που πάντρευαν τις ξένες επιρροές με τη ντόπια παράδοση. Από το «Αγροτικόν» του Νίκου Παπάζογλου, που φιλοξένησε κατά καιρούς σχεδόν ολόκληρη την ελληνική μουσική σκηνή, μέχρι τις διάφορες μουσικές σκηνές και κουλτούρες που αναδύθηκαν στη Θεσσαλονίκη από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα, έχουμε τη δυνατότητα, πλέον, να μιλάμε για την ύπαρξη μιας μουσικής «παράδοσης» και ιστορίας της πόλης σε όλα τα είδη μουσικής. Και φυσικά, υπήρχαν και οι κατάλληλοι χώροι. Τα studios, τα μαγαζιά που φιλοξενούσαν νέες και παλιές μπάντες, οι συναυλιακοί χώροι. Θρυλικές σκηνές της Θεσσαλονίκης όπου τα μεγάλα συγκροτήματα και οι μουσικοί που τώρα αγαπάμε πανελλαδικά, έκαναν τα πρώτα δειλά τους βήματα. Μια ολόκληρη ροκ σκηνή γεννήθηκε μέσα από αυτοσχέδια προβάδικα, μικρά μπαράκια και μνημειώδη στέκια της πόλης, όπου η ώσμωση των τεχνών και η συνάντηση των κατάλληλων ανθρώπων τη σωστή στιγμή έμελλε να γράψει ιστορία.

Φυσικά, αυτή η Θεσσαλονίκη πλέον δεν υπάρχει, παρά σαν μια παιδική νοσταλγία ενός «αθώου» παρελθόντος, όπου εκεί τα πάντα γίνονταν διαφορετικά από ότι τώρα. Ιστορία, όμως, είπαμε γράφουν οι παρέες. Και μια τέτοια παρέα νέων μουσικών αποφάσισε να διανύσει τη δική της τροχιά, κουβαλώντας στις πλάτες της όλες τις μουσικές επιρροές της ροκ σκηνής και όχι μόνο, δημιουργώντας τα δικά της μουσικά ηχοχρώματα και, εννοείται, συνεχίζοντας τη μουσική παράδοση μιας πόλης που ποτέ δεν σταμάτησε να πάλλεται στους δικούς της, ιδιαίτερους ρυθμούς.

Οι Ψύλλοι στ’ Άχυρα, λοιπόν, ένα από τα πλέον υποσχόμενα συγκροτήματα της ελληνικής ροκ σκηνής, μετρώντας ήδη δύο δίσκους στο βιογραφικό τους, δημιουργούν το δική τους τέχνη, κόντρα στις μόδες και τα συνεχώς εναλλασσόμενα γούστα, πέρα από εμπορικά πλαίσια και καλλιτεχνικά στεγανά. Όπως ακριβώς, δηλαδή, κάνουν οι ροκάδες.

Ο τραγουδιστής και κιθαρίστας Ηρακλής Δαΐτσης, ο κιθαρίστας Νίκος Βρύζας, που κάνει και φωνητικά, ο μπασίστας Χάρης Κατόπης, που επίσης κάνει φωνητικά, ο ντράμερ Σάκης Δρακούλης και τρομπετίστα Γιώργος Λάλος αποτελούν τον πυρήνα του συγκροτήματος που ένωσαν τα πολλαπλά μουσικά τους ακούσματα και πήραν το «ρίσκο» να εκφραστούν καλλιτεχνικά με το δικό τους μοναδικό τρόπο. Το 2018 κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο με το όνομα του συγκροτήματος, ενώ το δεύτερο album τους με τίτλο «Εφτά Μέρες Ντροπής» κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2024. Μάλιστα, πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο και το δεύτερο βίντεο κλιπ του δίσκου, από το τραγούδι «Ντροπή», όπου το TPP είχε την τύχη να παραβρεθεί στα γυρίσματα.

 

Βρεθήκαμε με τους «Ψύλλους στ’ Άχυρα» σε ένα καφέ της Θεσσαλονίκης ένα βροχερό απόγευμα, σε μια κουβέντα που επίσης ήταν παρεΐστικη, που θύμιζε συναντήσεις παλιών καιρών. Μιλήσαμε για τη μουσική τους, για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ως μουσικοί στη Θεσσαλονίκη, για τις δυσκολίες της ροκ σκηνής γενικότερα αλλά και για τις επιρροές τους, την τέχνη που θέλουν να εκφράσουν από μέσα τους και τα μελλοντικά τους σχέδια.

Πως ξεκίνησαν, λοιπόν, οι «Ψύλλοι στ’ Άχυρα»;

Χάρης Κατόπης: Το συγκρότημα ξεκίνησε το 2014. Όλοι λίγο πολύ βρισκόμασταν σε κοινά στέκια, παίζαμε παραδοσιακά και ρεμπέτικα σε ερασιτεχνικά σχήματα. Ο Ηρακλής (φωνητικά και κιθάρα) είχε ήδη γράψει τους στίχους και τη μουσική για ορισμένα κομμάτια, κάτι που είχε επικοινωνήσει με τον Νίκο (κιθάρα και φωνητικά), και έτσι ξεκίνησε η διαδικασία εύρεσης ατόμων για το συγκρότημα. Ο Σάκης (ντράμερ) ενδιαφερόταν επίσης. Όλοι, όπως ήταν φυσικό, παίζαμε και σε άλλες μπάντες αλλά είπαμε το μεγάλο «ναι» στον Ηρακλή. Τότε γνωριστήκαμε και με το τότε πέμπτο μέλος της μπάντας, την Άρτεμις που παίζει κιθάρα αλλά αποχώρησε αργότερα.

Έτσι αρχίσαμε να παίζουμε τα πρώτα κομμάτια με τις τότε επιρροές και τα ακούσματα που είχαμε εκείνον τον καιρό. Δειλά- δειλά ξεκινήσαμε και τα πρώτα μας live σε κάποια μαγαζιά της πόλης αλλά και στο Φεστιβάλ των Αναιρέσεων στη Θεσσαλονίκη- το μεγαλύτερο live μας ως τώρα, με 3000 άτομα!

Πως συνδεθήκατε μουσικά, είχατε κοινές μουσικές επιρροές; Πως «έδεσε το γλυκό μεταξύ σας» που λένε;

Ηρακλής Δαΐτσης: Όταν έστειλα στα παιδιά τα κομμάτια μου για να τα ακούσουν, κατάλαβαν στο περίπου περί τίνος πρόκειται. Με τον Νίκο είχαμε έτσι και αλλιώς κοινές μουσικές αφετηρίες, τουλάχιστον στις πιο «συναισθηματικές» μουσικές, όπως Τρύπες, Διάφανα Κρίνα, Ξύλινα Σπαθιά. Έπειτα, ο καθένας έκανε τις δικές του προσθήκες. Σίγουρα βοήθησε το γεγονός πως όλοι μας είχαμε επιρροές από μπάντες του ελληνικού ροκ.

Νίκος Βρύζας: Επίσης, μοιραζόμαστε μεταξύ μας τις μουσικές που μας αρέσουν. Ό,τι ακούμε και μας αρέσει και θεωρούμε πως με κάποιο τρόπο μπορεί να μας επηρεάσει, το ακούμε μαζί, το συζητάμε, το μελετάμε στην πρόβα. Υπάρχει αυτή η επικοινωνία μεταξύ μας, αυτό το υπόβαθρο. Και έτσι καταλαβαίνουμε καλύτερα ο ένας τον άλλο, τη μουσική που θέλει να παίξει ο καθένας μας.

Υπάρχει, δηλαδή, επικοινωνία μεταξύ σας σε όλα τα επίπεδα;

Ηρακλής Δαΐτσης: Φυσικά, μα είμαστε παρέα πάνω απ’ όλα, είμαστε φίλοι μεταξύ μας. Με τον καιρό χτίστηκε η μεταξύ μας σχέση, πλέον εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλο, εμπιστευόμαστε τα ακούσματα και τις επιρροές του άλλου και τον τρόπο που θα τα ενσωματώσει στο δικό του παίξιμο.

Ρίσκο, πάντως, για αυτούς τους καιρούς να φτιάξεις ένα ροκ συγκρότημα με πολιτικό στίχο, έτσι; Συνήθως οι περισσότεροι μουσικοί κάνουν «στροφή» στην παράδοση.

Χάρης Κατόπης: Κοίτα, έχουμε προφανώς αντίστοιχες επιρροές αλλά δεν στραφήκαμε εξολοκλήρου σε κάτι τέτοιο. Φαίνονται αυτές οι επιρροές, οι πιο «παραδοσιακές» στις ενορχηστρώσεις και τους ρυθμούς μας, αλλά είναι αγκαλιασμένες με ροκ, με το ροκ που έχουμε εμείς μπολιασμένο μέσα μας.

Νίκος Βρύζας: Προσωπικά πιστεύω πως πρέπει να φύγουμε από τη λογική της μόδας, πως αν δεν παίζεις ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής που είναι hype και ακούγεται παντού εκείνη τη στιγμή, δεν υπάρχεις. Δηλαδή, αν δεν παίζεις ρέγκε, δεν υπάρχεις ή αν δεν παίζεις χιπ χιπ ή ραπ, δεν υπάρχεις. Είναι τελείως λάθος λογική αυτή και σε περιορίζει από το να εκφραστείς δημιουργικά και καλλιτεχνικά.

Ηρακλής Δαΐτσης: Δεν είχαμε ποτέ στο νου μας ότι θα κάνουμε διασκευές και μόνο αυτό. Παίζουμε παραδοσιακά και πιο λαϊκά τραγούδια, αλλά στο συγκρότημα θέλουμε να περάσουμε τα δικά μας ακούσματα.

Νομίζω πως το έχετε καταφέρει, πάντως, αυτό. Να φτιάξετε δικό σας ήχο.

Σάκης Δρακούλης: Να πω και εγώ πως δεν υπάρχει κόλλημα με κάτι, με κάποιο είδος, και πιστεύω γι’ αυτό δούλεψε. Νομίζω, μάλιστα, ότι πλέον κάποιος μπορεί να ακούσει ένα κομμάτι και να πει ότι «α, αυτό είναι Ψύλλοι». Θέλαμε να φτιάξουμε κάτι δικό μας και νομίζω πως, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, το έχουμε καταφέρει.

Νίκος Βρύζας: Ο Χρήστος Αλεξόπουλος της Puzzlemusik που εξέδωσε τους δίσκους μας, είχε κάνει μια όμορφη κριτική για τον πρώτο μας δίσκο, πως «μου αρέσει που έχει στοιχεία παράδοσης, αλλά δεν είναι ‘’παστίτσιο’’, δηλαδή όλα τα ‘’υλικά’’ είναι ενσωματωμένα». Το «παστίτσιο» αποτελεί συγκεκριμένη ορολογία, που τότε την έμαθα και εγώ.

Σίγουρα βοηθάει και η προσθήκη της τρομπέτας, σωστά;

Χάρης Κατόπης: Εννοείται, η τρομπέτα μας βοήθησε να αντιμετωπίσουμε διαφορετικά τη μουσική μας, να ξεφύγουμε από την πεπατημένη, που λένε, του καθεστωτικού ροκ με δυο κιθάρες, πολλά σόλο κ.λπ. Μας δίνεται η δυνατότητα να δίνουμε χώρο μέσα στις ίδιες μουσικές συχνότητες, σε ένα όργανο που προσφέρει όμορφο και γλυκό χρωματισμό στη μουσική μας.

Ηρακλής Δαΐτσης: Στον πρώτο δίσκο είχαμε την ιδέα να βάλουμε τρομπέτα και για αυτό είχαμε μιλήσει με τον Γιώργο τον Αβραμίδη, σπουδαίο τρομπετίστα της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αργότερα μας σύστησε τον Γιώργο Λάλο που ήταν μαθητής του και έγινε μέλος του συγκροτήματος.

 

Πως είναι, όμως, η ροκ σκηνή της Θεσσαλονίκης και επίσης, πως είναι να προσπαθείς να υπάρξεις μέσα σε αυτή;

Χάρης Κατόπης και Ηρακλής Δαΐτσης: Δύσκολα, δεν είναι καθόλου εύκολη κατάσταση. Είναι ένα ζήτημα με πολλά πλοκάμια και διακλαδώσεις. Καταρχάς, δεν υπάρχουν πλέον χώροι, με κύριο το πρόβλημα της έλλειψης studio. Δεν υπάρχουν studio όπου μια νεοσύστατη μπάντα να μπορεί να φιλοξενηθεί και να κάνει τουλάχιστον δύο πρόβες την εβδομάδα. Δεν υπάρχουν τα «προβάδικα» που λέμε.

Αυτό είναι το τεχνικό πρόβλημα, και όσα αυτοσχέδια υπάρχουν υπολειτουργούν ή κλείνουν και γίνονται Airbnb. Δεν υπάρχει πλέον αυτό το συστηματικό που γινόταν για παράδειγμα, με το «Αγροτικόν» του Νίκου Παπάζογλου, ένας τέτοιος χώρος που συγκέντρωνε όλους τους μουσικούς της πόλης και γινόταν σοβαρή δουλειά. Λείπει το κάτι παραπάνω.

Αλλά υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα, ότι δεν είναι και πολύ ενωμένη η σκηνή της πόλης, όπως για παράδειγμα είναι ενωμένη η σκηνή της ραπ. Στη ροκ σκηνή δεν υπάρχει πια αυτή η εξωστρέφεια που ίσχυε παλαιότερα.

Δηλαδή, έχουν δυσκολέψει και οι συνεργασίες σε όλα τα επίπεδα;

Νίκος Βρύζας: Έχει αλλάξει και η έννοια της σκηνής, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν υπάρχουν πια και τόσο έντονα οι παλιοί «διαχωρισμοί» που υπήρχαν πριν τριάντα χρόνια, σε «ροκάδες», «φρικια», «καρεκλάδες» και πάει λέγοντας. Τώρα ο καθένας μπορεί να παίζει πολλά διαφορετικά είδη μουσικής ταυτόχρονα, χωρίς να «ανήκει» φανατικά σε ένα συγκεκριμένο είδος. Είναι και το ζήτημα της αισθητικής, μια γενικότερη αντίληψη πάνω στα πράγματα που αγγίζει και το κοινό, το οποίο έχει πολλές προσλαμβάνουσες. Πλέον μπορείς να ακούς και ΛΕΞ και Θανάση Παπακωνσταντίνου και ηπειρώτικα και heavy metal χωρίς απαραίτητα να ανήκεις σε μια συγκεκριμένη «κουλτούρα».

Ηρακλής Δαΐτσης: Θέλω να προσθέσω όσον αφορά τις συνεργασίες και την όλη κατάσταση που επικρατεί, ότι δεν βοηθάει και το γεγονός πως στα μεγάλα φεστιβάλ παίζουν σχεδόν αποκλειστικά τα μεγάλα ονόματα, χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερα πολύς χώρος για νέες, μικρές μπάντες. Είναι line-ups μεγάλων ονομάτων με μηδαμινό support νέων και ανερχόμενων συγκροτημάτων. Αυτό, για μένα, αποτελεί τεραστίου διαστάσεως πρόβλημα.

Εμείς θα θέλαμε να κάνουμε συνεργασίες, και με παιδιά της δικιάς μας φουρνιάς που έχουμε να μοιραστούμε και τα ίδια βιώματα.

 

Θα ήταν καλύτερα αν ήσασταν στην Αθήνα, πιστεύετε;

Χάρης Κατόπης: Δεν ξέρω αν απαραίτητα η σκηνή της Αθήνας είναι η γη της επαγγελίας για κάθε καλλιτέχνη, το Αμερικανικό Όνειρο του κάθε μουσικού να κάνει καριέρα στη μεγάλη πόλη. Δεν ξέρω αν μας χωρίζουν, πλέον, τόσα πολλά πράγματα εκτός από τα 500 χιλιόμετρα.

Σάκης Δρακούλης: Αναλογικά, σίγουρα υπάρχουν περισσότερες σκηνές, μαγαζιά και κοινό. Εντάξει, αυτό όντως βοηθάει.

Ηρακλής Δαΐτσης: Εδώ υπάρχει, όμως, το πλεονέκτημα ότι βρισκόμαστε πολύ συχνά και πολύ εύκολα. Και νομίζω ότι για όλες αυτές οι ροκ μπάντες που αγαπάμε, τους βοήθησε πολύ αυτό το πλεονέκτημα της Θεσσαλονίκης. Ότι συναντάς εύκολα ανθρώπους, υπάρχουν ακόμα στέκια και μέρη να γνωρίσεις κόσμο και να ταιριάξεις, και μετά να παίξεις και μουσική μαζί του. Αυτό το παρεϊστικο που αρέσει και σε εμάς. Αλλά ναι, είναι δύσκολο να ρίξεις τις πόρτες, ακόμα και για το χιπ χοπ, όντως λίγα ονόματα φτάνουν έξω από την πόλη. Αλλά παίζει ρόλο και πως επικοινωνείς και εσύ και τη δική σου δουλειά στο κοινό.

Δηλαδή, να διαχειρίζεσαι καλά τα social media και τις διάφορες πλατφόρμες;

Σάκης Δρακούλης: Εμείς είμαστε και λίγο old school σε αυτό το ζήτημα, δεν τα πάμε και εξαιρετικά με τα social media και ίσως αυτό να μην είναι και η καλύτερη τακτική.

Νίκος Βρύζας: Καλά και εμείς πήγαμε και βγάλαμε CD και για εβδομάδες αφότου βγήκε το CD δεν είχαμε ούτε εμείς οι ίδιοι πρόσβαση σε CD Player για να το παίξουμε, το παίζαμε σε αυτοκίνητα και σε παλιούς υπολογιστές.

Πάντως, έχω να ομολογήσω ως φαν της ελληνικής ροκ σκηνής, ότι μου έλειπε ένα τέτοιο εγχείρημα. Ένα ροκ συγκρότημα με σύγχρονο στίχο που πιάνει τα βιώματα της δικής μας γενιάς, των σημερινών 35άρηδων.

Ηρακλής Δαΐτσης: Μα αυτό θέλαμε να κάνουμε και εμείς, και έτσι απευθυνόμαστε και στο κοινό. Παίζουμε αυτή τη μουσική, με αυτούς τους στίχους. Τραγούδια όπως για τον Δεκέμβρη του 2008 ή για το πως βλέπουμε τη Θεσσαλονίκη όπως έχει γίνει πλέον, όλες τις πτυχές της καθημερινότητάς μας γενικά. Όλοι μας, έτσι και αλλιώς, δεν βιοποριζόμαστε από τη μουσική, κάνουμε άλλες δουλειές για να τα βγάλουμε πέρα. Οπότε όλα αυτά που βγάζουμε στα τραγούδια, βιώματα, προσωπικές ιστορίες, αγωνίες και απογοητεύσεις, κατασκευάζουν το αφήγημα των «Ψύλλων», ένα εντελώς προσωπικό και δικό μας αφήγημα που όμως, ίσως αγγίξει και ορισμένους ανθρώπους εκεί έξω. Ευελπιστούμε ότι υπάρχει και μια γενική ανάγκη να επικοινωνηθούν αυτά τα πράγματα.

Σάκης Δρακούλης: Το βίντεο κλιπ που βγάλαμε τώρα, η «Ντροπή», είναι μια κριτική αυτών που ζούμε, που όμως αν ήμασταν σε κάποια άλλη χώρα, ίσως και να το απαγόρευαν. Δηλαδή, η ανάγκη υπάρχει για τέτοιου είδους μουσική παγκοσμίως, όχι μόνο στην Ελλάδα. Αλλά το ωραίο θα ήταν να φτάσουμε να ακουγόμαστε σε κοινό που ίσως να μην άκουγε τέτοιου είδους μουσική με τέτοιο στίχο και να προβληματιστεί. Όπως γινόταν πιο παλιά με τις μπάντες που αναφέραμε.

Χάρης Κατόπης: Η μουσική μας είναι κοινωνική, αλλά το κατά πόσο απασχολεί τον κόσμο είναι κάτι που δεν ξέρουμε, θα το δείξει η πορεία. Αλλά δεν μπορείς να είσαι συνεχώς στην απέξω, ενώ είσαι μέλος αυτής της κοινωνίας και βλέπεις τι συμβαίνει σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας. Να αγνοείς τη βία, τον ρατσισμό, την ομοφοβία, τον τραμπουκισμό. Κάπως πρέπει μα εκφραστεί όλο αυτό.

Νίκος Βρύζας: Δεν νομίζω πως είναι μάταιο να κάνουμε αυτή την προσπάθεια. Είναι μια κίνηση που εγώ προσωπικά θέλω να συμμετέχω, μια κίνηση που πλέον βλέπεις σε όλον τον πλανήτη, όπως για παράδειγμα τις αντιδράσεις με όσα γίνονται στην Παλαιστίνη, το πόσο ανυπόφορη έχει γίνει η καθημερινότητά μας. Και ίσως κάποιοι βρουν και τις δικές τους ιστορίες μέσα από αυτές που λέμε εμείς.

 

Και τα επόμενα σας πλάνα ποια είναι;

Ηρακλής Δαΐτσης: Τώρα, καταρχάς, αυτόν τον καιρό τρέχουμε τον καινούριο μας δίσκο, το «Εφτά Μέρες Ντροπής» που βγήκε πριν μερικούς μήνες. Υπάρχουν τραγούδια στο συρτάρι που τα δουλεύουμε και κάθε φορά που πάμε στο στούντιο παίζουμε και κάτι καινούριο, αλλά μέχρι στιγμής τρέχει η «Ντροπή».

Χάρης Κατόπης: Εγώ χαίρομαι πολύ που παίζω με αυτούς τους ανθρώπους, και νομίζω μιλάω για όλους. Ανυπομονούμε να μαζευτούμε, να παίξουμε όλοι μαζί, να δούμε καινούρια και παλιά κομμάτια. Γενικά, να παίξουμε μουσική.

Νίκος Βρύζας: Κάτι που είναι σημαντικό να ειπωθεί είναι πως το να παίζεις μουσική είναι μια τελετουργία που τη χρειάζεσαι, δεν μπορείς πάντα να εξηγήσεις αυτό το συναίσθημα. Αλλά το να παίζεις τις μουσικές σου είναι μια δραστηριότητα που σε λυτρώνει, που δεν μπορείς να ζήσεις αλλιώς. Να, θα σου πω και μια προσωπική ιστορία, όταν πέθανε ο παππούς μου, στο μνημόσυνο η γιαγιά μου είχε κάτσει όλη τη νύχτα και έφτιαξε άπειρες πίτες για να κεράσει τον κόσμο, κάτι που δεν ήταν απαραίτητο. Αλλά ένιωθε την ανάγκη να το κάνει και το έκανε. Αυτή την ιστορία τη λέω γιατί θέλω να δείξω πως πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα από την πλευρά του δημιουργού, και εμείς έτσι συνεχίζουμε ακόμα και αν κάποια πράγματα δεν βγάζουν νόημα.

Και κάπως έτσι τελείωσε η όμορφη κουβέντα μας με τους «Ψύλλους», αναμένοντας τα επόμενα lives τους και τις επόμενες δουλειές τους.

Το βίντεο κλιπ τους «Ντροπή» κυκλοφόρησε λίγες ημέρες αργότερα μετά τη συνέντευξη, με στίχους και μουσική που βρίσκουν απευθείας τον στόχο τους, προβληματίζουν, θυμώνουν και προειδοποιούν.

Έχουμε να δούμε πολλά και, θαρρώ, σπουδαία πράγματα από αυτά τα παιδιά.

«Είμαι η Ντροπή και αν στάζεις αίμα έλα και δωσ’ μου

Όσους πονάνε τους χορεύω στο ταψί

Είμαι η ντροπή και η απελπισία αυτού του κόσμου

Και άμα μπορείς ας με νικήσεις εσύ»