Ένα: Αντί ειρήνης μόχλευση
Ένα ζήτημα που προκύπτει, κατ’ αρχάς, για το κοινό του Ντόναλντ Τραμπ στη MAGA σκηνή των ΗΠΑ, αλλά και διεθνώς, είναι ότι εγκαταλείπεται πλέον θεαματικώς ο ρόλος του Αμερικανού Προέδρου ως «ειρηνοποιού» που αποφεύγει τις επεμβάσεις στο εξωτερικό και αποσύρεται από τις πολεμικές περιπέτειες, για τις οποίες κατηγόρησε τους προκατόχους του. Αν και η απογοήτευση του απομονωτιστικού MAGA κοινού, αλλά και η έντονη ανησυχία όλων για την αψήφηση του διεθνούς δικαίου είναι δικαιολογημένες, πρόκειται για μια περιορισμένη στρατιωτική επιχείρηση, για την οποία χρησιμοποιήθηκαν και επικλήσεις εσωτερικού στις ΗΠΑ (όχι διεθνούς) δικαίου και η οποία φέρεται να κόστισε τη ζωή σε 100 πρόσωπα από την πλευρά των αμυνομένων και τραυματισμούς από την πλευρά των εισβολέων. Ακολουθήθηκε η τραμπική λογική της μόχλευσης, ώστε οι μέγιστες δυνατές συνέπειες να προέλθουν από τη μικρότερη δυνατή στρατιωτική εμπλοκή. Η επέμβαση στη Βενεζουέλα επιβεβαιώνει, με προς ώρας μεγαλύτερη επιτυχία, από ό,τι σε άλλες περιπτώσεις ένα ορισμένο τραμπικό ήθος που έγκειται στη μονομερή διακήρυξη ενός πρόωρου φαντασμαγορικού επιτεύγματος που ακολουθείται από έγκαιρη αποχώρηση. Χαρακτηριστικό του τραμπικού ήθους συναλλακτικού βολονταρισμού ήταν και το ότι δήλωσε ότι μία επέμβαση στην Κολομβία θα ήταν καλή ιδέα, ωστόσο στη συνέχεια είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον ηγέτη της Κολομβίας Γκουστάβο Πέτρο, τον οποίο προσκάλεσε στον Λευκό Οίκο, παρά το γεγονός ότι τον κατηγορεί για διακίνηση κοκαΐνης προς τις ΗΠΑ. Οπωσδήποτε, όταν σκοτώνεται πλήθος ανθρώπων, μεταξύ τους και αμάχων, για κάποιους ναρκισσιστικούς ακκισμούς, η ανθρωπότητα δεν μπορεί παρά να ορρωδεί. Εισερχόμαστε σε μια εποχή, όπου η ανθρώπινη ζωή δεν μετράει μπροστά στο θέαμα και αυτό διακηρύσσεται ρητά.
Δύο: Η αντίστροφη προπαγάνδα του γυμνού συμφέροντος
Αν οι προκάτοχοι του Τραμπ προπαγάνδιζαν ότι η δράση τους ήταν σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο και διέθετε έναν ανώτερο ιδεολογικό σκοπό και αναγκαιότητα, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να κάνει το ακριβώς αντίθετο: Προπαγανδίζει ότι το κύριο κίνητρο ήταν τα συμφέροντα των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών, που θα ωφεληθούν από τον έλεγχο των αποθεμάτων. Λέμε «προπαγανδίζει» για τον λόγο ότι έχουν εκφραστεί σοβαρές επιφυλάξεις για το κατά πόσο θα υπάρξει άμεσο και εύκολο κέρδος για αμερικανικές εταιρείες, δεδομένου ότι θα χρειαστούν ακριβές επενδύσεις 50 έως 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη δημιουργία υποδομών, αλλά και για την αραίωση του βενεζολάνικου πετρελαίου, η οποία είναι δυσκολότερη από την αντίστοιχη στις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες της Δυτικής Ασίας.
Ο χρονικός ορίζοντας υπολογίζεται ότι μπορεί να φτάσει και τα πέντε χρόνια. Παραμένει το γεγονός ότι η Βενεζουέλα διαθέτει το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου και ο έλεγχός τους είναι μακροπρόθεσμα πολύ σημαντικός και από γεωπολιτικής σκοπιάς. Στους πραγματικούς λόγους της επέμβασης δεν συγκαταλέγονται μόνο αυτοί του γυμνού οικονομικού συμφέροντος των εταιρειών, αλλά και γεωπολιτικοί και πολιτικοί, που αφορούν στην αναδιάταξη της αμερικανικής ηπείρου και της σημασίας των πετρελαιοπαραγωγών χωρών στο παγκόσμιο στερέωμα. Με το να τονίζει κυρίως το συμφέρον των εταιρειών, ο Πρόεδρος Τραμπ δείχνει να ακολουθεί μία αντίστροφη προπαγάνδα. Αντί να επικαλείται λόγους διεθνούς δικαίου, πλειοδοτεί σε φαντασμαγορικό κυνισμό, απευθυνόμενος σε ένα κοινό, εγχώριο και διεθνές, που αρέσκεται σε φαντασιώσεις ισχύος, αλλά και φιλοδοξεί να τρώσει ακόμη περισσότερο το κύρος διεθνών θεσμών.
Το αρνητικό για τις ΗΠΑ είναι ότι με αυτόν τον τρόπο χάνονται ταχύτατα οι μηχανισμοί ήπιας ισχύος που είχαν οικοδομηθεί αποτελεσματικά επί πολλές δεκαετίες, τουλάχιστον από την αρχή του Ψυχρού Πολέμου, ενώ δεν είναι ακόμη σίγουρο ότι θα μπορέσει να τους αντικαταστήσει η συγγένεια ιδεολογίας και ήθους της «Διεθνούς των εθνικιστών» που προτιμούν την καθαρή επίδειξη πυγμής. Πάντως ακόμη και αν μια μεταβατική κυβέρνηση στη Βενεζουέλα αποδειχθεί εξαιρετικά πειθήνια ως προς τις παραχωρήσεις σε αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, θα χρειαστούν και πάλι στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ στο έδαφος για τη διαφύλαξη των επιχειρήσεων αυτών. Ασφαλώς, το πρόσχημα για την καταπολέμηση των ναρκωτικών δεν μπορεί να σταθεί, δεδομένου ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν οι ίδιες τεκμηριώσει ότι η συμμορία «Tren de Aragua» δεν ελέγχεται από τη βενεζολάνικη κυβέρνηση. Στο ίδιο διάστημα ο Πρόεδρος Τραμπ απένειμε χάρη στον καταδικασμένο για εισαγωγή κοκαΐνης στις ΗΠΑ πρώην Πρόεδρο της Ονδούρας Χουάν Ορλάντο Ερνάντες. Κάπως έτσι η δικαιολογία των ναρκωτικών ξεχάστηκε στην πορεία.
Τρία: Το τέλος του «nation building»
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι η κυβέρνηση Τραμπ παραμέρισε την αντιπολίτευση της βραβευμένης με Νόμπελ Κορίνα Ματσάδο και επέλεξε να βασιστεί στο ήδη υπάρχον τσαβιστικό καθεστώς για τη συνέχεια της εξουσίας στη Βενεζουέλα, η οποία, όμως, θα διαχειριστεί το άνοιγμα του πετρελαίου και των υδρογονανθράκων στις εταιρείες αμερικανικών συμφερόντων. Η σπουδαγμένη στη Γαλλία αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες, έχει συνδέσει το όνομά της με την εν μέρει δολαριοποίηση της βενεζολάνικης οικονομίας το 2019. Ρεπορτάζ των Financial Times αναφέρει συζητήσεις των ΗΠΑ με τον Πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης της Βενεζουέλας Χόρχε Ροντρίγκες, που είναι αδελφός της και γνωστός ψυχίατρος, σχετικά με την ανάληψη της προεδρίας από την Ντέλσι. Την υποστήριξή τους σε αυτήν παρέχουν οι κομβικοί Υπουργοί Άμυνας Βλαντιμίρ Παδρίνο και Εσωτερικών/Δικαιοσύνης Ντιοσδάδο Καμπέλο. Πατέρας της Ροντρίγκες υπήρξε ο Χόρχε Αντόνιο Ροντρίγκες, που είχε ιδρύσει το φιλοκουβανικό κόμμα Liga Socialista, είχε αναπτύξει σημαντική δράση ως αντάρτης και δολοφονήθηκε από τις δυνάμεις ασφαλείας του προηγούμενου καθεστώτος. Η Ροντρίγκες έχει υπηρετήσει ως Υπουργός Εξωτερικών (2014), ενώ από τα 2020 ως Υπουργός Οικονομικών και Ενέργειας είχε αναλάβει τη διευθέτηση των υποθέσεων που ήταν σχετικές με τις εξορύξεις πετρελαίου και υδρογονανθράκων. Με την ιδιότητα αυτή προέβη σε μεταρρυθμίσεις, οι οποίες επέτρεψαν την επιστροφή της Chevron στη Βενεζουέλα, η οποία εταιρεία είναι η μόνη που αυτή τη στιγμή εξαιρείται από τις κυρώσεις. Θεωρείται έκτοτε ως μία πολιτικός φιλική προς τους επενδυτές.
Από την άλλη, ο Ντόναλντ Τραμπ απαξίωσε με χαρακτηριστικό τρόπο την αντιπολιτευόμενη Κορίνα Ματσάδο, βραβευμένη με το Νόμπελ Ειρήνης 2025, για την οποία δήλωσε ότι δεν χαίρει σεβασμού στη χώρα, παρόλη τη δουλοπρέπεια που αυτή επέδειξε στις κολακείες της. Με την υποστήριξη σε μια μεταβατική κυβέρνηση, προερχόμενη από το ίδιο το καθεστώς, ο Ντόναλντ Τραμπ κάνει το αντίθετο από προκατόχους, είτε φιλελεύθερους, είτε νεοσυντηρητικούς, οι οποίοι επιχειρούσαν ολικό εκτοπισμό ενός καθεστώτος και οικοδόμηση της χώρας εξαρχής με διαφορετικά πρότυπα (nation building). O Ντόναλντ Τραμπ είχε προβεί σε εκτενή κριτική της προσπάθειας να οικοδομηθεί εκ νέου το Αφγανιστάν, το Ιράκ και η Λιβύη, που οδήγησαν σε πλήρη αποτυχία στην περίπτωση Αφγανιστάν και Λιβύης, και σε ιδιαιτέρως αιματηρή μερική επιτυχία στο Ιράκ. Στην προκείμενη περίπτωση δεν επιθυμεί άλλο ένα «αποτυχημένο κράτος» (failed state) που θα στέλνει ακόμη περισσότερους μετανάστες στις ΗΠΑ, αλλά μια αλλαγή πλεύσης του υπάρχοντος καθεστώτος. Πόσω μάλλον που το τελευταίο διαθέτει οκτώ εκατομμύρια οπλισμένους πολιτοφύλακες που θα μπορούσαν να βυθίσουν τη χώρα στον εμφύλιο, αν τοποθετείτο μία πολιτικός ξένη προς τα συμφέροντα και τις ευαισθησίες τους.
Η τακτική Τραμπ παραλληλίστηκε από πολλούς με τον αποκεφαλισμό αντιπάλων ηγεσιών μέσω ταχειών επιχειρήσεων, στον οποίο προσφεύγει συχνά το Ισραήλ. Παρομοιάστηκε, επίσης, με το φερόμενο αρχικό σχέδιο της Ρωσίας τον Φεβρουάριο 2022 να προσπαθήσει μια αλλαγή καθεστώτος στο Κίεβο, η οποία, όμως, απέτυχε λόγω της ταχύτητας αντίδρασης της Ουκρανίας και των πληροφοριών που διέθετε, με αποτέλεσμα η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση», μετά και το ναυάγιο των ειρηνευτικών συνομιλιών στην Κωνσταντινούπολη ύστερα από παρέμβαση του Μπόρις Τζόνσον, να λάβει τη μορφή μακροχρόνιου πολέμου φθοράς. Θα μπορούσε, όμως, να ανατρέξει κανείς στο απώτερο παρελθόν των ΗΠΑ. Στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, υπήρξαν μεν θεαματικές δίκες της Νυρεμβέργης, ωστόσο οι ΗΠΑ δεν διέλυσαν εκ βάθρων τις ηγέτιδες τάξεις της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, όπως επιθυμούσαν άλλοι σύμμαχοι, αλλά τις χρησιμοποίησαν για την επιβίωση του δυτικού καπιταλισμού. Η κυβέρνηση Τραμπ, αν και δεν επικαλείται το διεθνές δίκαιο, ωστόσο ακολουθεί το παράδειγμα παλαιότερων εποχών, όπου οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να χειραγωγήσουν ηγετικές τάξεις ηττημένων καθεστώτων, αντί να τις αντικαταστήσουν ή διαλύσουν. Στη Βενεζουέλα φαίνεται να κρίνεται σημαντικό ότι ο «τσαβισμός» έχει προλάβει να δημιουργήσει μια καλά ριζωμένη τάξη νεόπλουτων, τα «νέα τζάκια» που κάθε ανερχόμενη λαϊκιστική κυβέρνηση ονειρεύεται, αλλά λίγες πετυχαίνουν. Από την άλλη, η αντιπολίτευση είναι αρκετά ετερόκλητη μετά τις μαζικές μεταναστεύσεις (σε 8 εκατομμύρια τις ανεβάζουν ορισμένοι υπολογισμοί) και δεν φαίνεται να αντιστοιχεί σε μια ισχυρή αστική τάξη με ώριμη αυτοσυνειδησία. Επομένως, η αξιοποίηση του υπάρχοντος καθεστώτος φαίνεται ως φρονιμότερη. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για λύσεις πραγματισμού, οι οποίες διαβρώνουν μακροπρόθεσμα την ήπια ισχύ των ΗΠΑ, η οποία είχε χτιστεί με μόχθο, αλλά και πλείστη υποκρισία, από τις προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις.
Τέσσερα: Η μη απομονωτιστική «Προσθήκη Τραμπ» στο «Δόγμα Μονρόε»
Το περίφημο «Δόγμα Μονρόε» δεν σημαίνει οπωσδήποτε απομονωτισμό, τουλάχιστον όχι με έναν μονότροπο τρόπο. Μια σημαντική συνιστώσα του αρχικού Σχεδίου Μονρόε το 1823 ήταν η εξασφάλιση του να μην μπορέσουν να επιστρέψουν οι αποικιοκράτες της Ευρώπης, Ισπανοί, αλλά και Άγγλοι, Γάλλοι κ.ά., στην αμερικανική ήπειρο μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας των χωρών της Λατινικής Αμερικής. Σήμερα, αντιστοίχως, η ανανέωση του δόγματος Μονρόε από την κυβέρνηση Τραμπ στρέφεται ενάντια στην Κίνα, και δη την πρωτοβουλία «Belt and Road» και τη Ρωσία, όπως είδαμε και από την κατάληψη τάνκερ με ρωσική σημαία. Στην πρόσφατη «Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου» γίνεται λόγος για μια «Προσθήκη Τραμπ» (Trump Corollary) στο «Δόγμα Μονρόε», η οποία επικεντρώνει στη διατήρηση του δυτικού ημισφαιρίου υπό κυβερνήσεις που θα συνεργάζονται με τις ΗΠΑ σε θέματα «ναρκοτρομοκρατίας», αλλά και διασφάλισης της πρόσβασης των ΗΠΑ σε κομβικές στρατηγικές τοποθεσίες. Οι προβλέψεις της «Προσθήκης Τραμπ» διανοίγουν τον δρόμο για συνεχείς παρεμβάσεις των ΗΠΑ, στρατιωτικές ή πολιτικές, στο σύνολο της αμερικανικής ηπείρου. Με την έννοια αυτή, η μέθη είναι επιτελεστική, η όρεξη έχει μόλις ανοίξει.
Πέντε: Νέα «Γιάλτα» ή καζινο-επιταχυντισμός;
Παρομοίως, ακούγεται ότι η επέμβαση στη Βενεζουέλα ακολουθεί τη λογική μιας διανομής του κόσμου σε σφαίρες επιρροής, με μια οιονεί «νέα Γιάλτα» να έχει λάβει χώρα στο Άνκορεϊτζ στην Αλάσκα κατά τη συνάντηση με τον Πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν. Πρόκειται για μισή αλήθεια. Ισχύει ότι η κυβέρνηση Τραμπ διεκδικεί ξανά η αμερικανική ήπειρος να αποτελεί την «πίσω αυλή» της, καθώς επίσης και ότι σε αντίθεση με την κυβέρνηση των Δημοκρατικών, αλλά και την πλειονότητα των Ευρωπαίων ηγετών, δείχνει ανοχή προς τη ρωσική επέκταση στην Ουκρανία, σίγουρα όχι χωρίς κάποια ανταλλάγματα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι, αντιστρόφως, η Ρωσία, αλλά και η Κίνα, δεν έχουν λόγους να ανησυχούν από μια επιτυχία Τραμπ στους στόχους του στην Αμερική ή, ακόμη περισσότερο, ότι υπάρχει μια οποιαδήποτε πλήρης «κρυφή συμφωνία» δίκην υπόρρητης «Γιάλτας». Θα ήταν περισσότερο ακριβές να συμπεράνουμε ότι η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται σε μια κούρσα να επιταχύνει την επίτευξη των σκοπών της όσο η Ρωσία απασχολεί μεγάλο μέρος των δυνάμεών της στην Ουκρανία. Οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα δέον να συσχετισθούν με την πρωτοβουλία Τραμπ για ειρήνευση μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν που δημιουργεί μια σφήνα μεταξύ Ρωσίας και Ιράν, η οποία αρχίζει από την Τουρκία και φτάνει ως την Κασπία, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση έδειξε ενδιαφέρον και για το Καζακστάν. Αυτός ο γεωπολιτικός «διάδρομος» είναι πολύ σημαντικός, αν υπάρξει επανεκκίνηση πολέμου με το Ιράν, όπως φαίνεται από την εργαλειοποίηση των διαδηλώσεων που άρχισαν στην Τεχεράνη στις 8 Δεκεμβρίου. Αμερικανική επιτυχία θα σήμαινε έλεγχο του μαλακού υπογαστρίου της Ρωσίας (με προς ώρας εξαίρεση τη Γεωργία), αλλά και των «δρόμων του μεταξιού» που είναι σημαντικά για την Κίνα.
Έξι: Προπαίδευση για τη «μάνα όλων των μαχών» στο Ιράν
Ως προς το Ιράν, είναι σημαντικότατο ότι ο έλεγχος των πετρελαίων της Βενεζουέλας μπορεί να καταστήσει για πρώτη ίσως φορά συγκριτικά ακίνδυνο ένα κλείσιμο των στενών του Ορμούζ από το Ιράν σε περίπτωση «δεύτερου γύρου» εντονότερης πολεμικής αναμέτρησης. Ο ακριβής αντίκτυπος μένει να αποδειχθεί, ωστόσο η επέμβαση στη Βενεζουέλα θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως μία προπαρασκευή για ένα μείζον «λύσιμο λογαριασμών» με το Ιράν, όσο η Ρωσία είναι απασχολημένη στην Ουκρανία. Το Ιράν συνδεόταν ανέκαθεν με τη Βενεζουέλα. Η εθνικοποίηση των πετρελαϊκών εταιρειών επί Μοχάμεντ Μοσαντέκ στη δεκαετία του 1950 υπήρξε ένα παράδειγμα για τη Βενεζουέλα που ανησύχησε ιδιαιτέρως τα αγγλοσαξονικά συμφέροντα, καθώς αμφότερες οι χώρες είναι ιδρυτικά μέλη του ΟΠΕΚ. Η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί τώρα μια επίδραση στην αντίστροφη φορά. Στο Ιράν υπάρχει οικονομική ολιγαρχία, ανδρωμένη από ιδιωτικοποιήσεις, η οποία επιθυμεί υπόγεια συνεννόηση με τη Δύση. Η διαφορά είναι ότι στο Ιράν ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας ελέγχεται από τους Φρουρούς της Επανάστασης για τους οποίους είναι θέμα βιολογικής και οικονομικής επιβίωσης η σωτηρία του καθεστώτος. Επιπλέον, το Ιράν δεν είναι η πρώτη γραμμή άμυνας της Κίνας, αλλά σχεδόν η έσχατη, ενώ η Ρωσία παρά τη στρατιωτική βοήθεια, ως προς την αεροπορία, παραμένει αρκετά παθητική.
Στο Ιράν, βεβαίως, ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός διασταυρώνεται με την εσωτερική δυσαρέσκεια, η οποία πυροδοτείται από τον πληθωρισμό. Διαδηλώσεις, οι οποίες άρχισαν από τους «μπαζαρί», τους «παζαρίτες» καταστηματάρχες στο Μεγάλο Παζάρι της Τεχεράνης, και δη τους σχετικούς με την κινητή τηλεφωνία, έχοντας στο επίκεντρο τη δραματική υποτίμηση του ιρανικού νομίσματος, συναντήθηκαν με ποικίλα ζητήματα, όπως τα αιτήματα της νεολαίας, οι αποσχιστικές τάσεις μειονοτήτων, καθώς οι Κούρδοι στα δυτικά και οι Βελούχοι στα ανατολικά, και τις εσωτερικές αντιφάσεις της ολιγαρχίας του καθεστώτος, με αποτέλεσμα η εκτράχυνση της βίας από το καθεστώς να οδηγεί σε δεκάδες νεκρούς διαδηλωτές. Παραμένει το γεγονός ότι στο Ιράν, σε αντίθεση με τη Βενεζουέλα, η επιβίωση του καθεστώτος είναι ζωτικής σημασίας για μια στρατιωτικοποιημένη ηγετική τάξη, γύρω από τους «Φρουρούς της Επανάστασης», που ελέγχει επίσης μεγάλο μέρος της οικονομικής ζωής, με αποτέλεσμα μια «αλλαγή συμπεριφοράς» του υπάρχοντος καθεστώτος να μην είναι τόσο ευχερής όσο στη Βενεζουέλα. Από την άλλη, η σύγκρουση με διαφορετικές μερίδες, όπως οι νέοι, εν μέρει τα προνομιούχα στρώματα των «μπαζαρί» (οι οποίοι διαπραγματεύονται με το καθεστώς και ενίοτε υπαναχωρούν), αλλά και οι εθνοτικές μειονότητες, καθιστά την κατάσταση πολύ επικίνδυνη για εκτίναξη της ανεξέλεγκτης βίας.
Επτά: «Διεθνές δίκαιο» καθίσταται το εθνικό των ΗΠΑ
Η δεύτερη διακυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ βασίζεται στο σχέδιο της ενιαίας εκτελεστικής εξουσίας, μια διασταλτική ερμηνεία του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία η εκτελεστική εξουσία του ομοσπονδιακού κράτους επικεντρώνεται στον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ με αχρήστευση των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών. Η άλλη όψη του σχεδίου αυτού είναι η προώθηση συγγενών ιδεολογικώς καθεστώτων στην Ευρώπη και αλλού στον κόσμο, τα οποία διέπονται από τον εθνοκυριαρχισμό, δηλαδή την πρόταξη της εθνικής κυριαρχίας έναντι συστημάτων βασισμένων στο διεθνές δίκαιο. Εν προκειμένω για τη Βενεζουέλα, έχει σημασία ότι ο Πρόεδρος Νικολάς Μαδούρο θα δικαστεί στη Νέα Υόρκη με βάση το αμερικανικό σύστημα δικαιοσύνης που αίφνης διεκδικεί οικουμενικές αξιώσεις, την ίδια ακριβώς στιγμή που απαξιώνεται το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, που είχε εκδώσει ένταλμα εναντίον του πρωθυπουργού του Ισραήλ Βενιαμίν Νετανιάχου.
Οκτώ: Άνεμος της αλλαγής;
Αν στην Ευρώπη, η κυβέρνηση Τραμπ προωθεί τον εθνοκυριαρχισμό, που ήδη βλέπουμε λ.χ. στις κυβερνήσεις Ουγγαρίας, Σλοβακίας, Ιταλίας και σε ένα μέρος του πολιτικού συστήματος της Πολωνίας, στη Λατινική Αμερική ο τραμπικός «επιταχυντισμός» (accelerationism) θα σημάνει μια προσπάθεια ανατροπής των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων που έχουν απομείνει. Ο μεγάλος αντίπαλος είναι η Βραζιλία του Λούλα, που ανήκει στους BRICS. Ο άμεσος είναι η Κολομβία του Γκουστάβο Πέτρο. Σημαντικό είναι επίσης το Μεξικό, ενώ ευκολότεροι αντίπαλοι είναι η Κούβα και η Νικαράγουα. Οι απειλές του Τραμπ ώθησαν τον πρώην αντάρτη Πρόεδρο της Κολομβίας Γκουστάβο Πέτρο να καλέσει τον λαό να βγει στους δρόμους, για να υπερασπιστεί τη δημοκρατία. «Η ειρήνη στη Βενεζουέλα είναι ειρήνη στην Κολομβία και αντίστροφα», δήλωσε ο Πέτρο, ο οποίος, όμως, στη συνέχεια είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον Πρόεδρο Τραμπ από την οποία προέκυψε επίσκεψη στον Λευκό Οίκο. Δήλωσε πάντως ότι «το σπαθί του Μπολιβάρ βρίσκεται στο προεδρικό μου μέγαρο και οφείλω να το προστατεύσω». Στο επόμενο διάστημα αναμένεται μια έντονη προσπάθεια μόχλευσης ως προς τις εναπομείνασες σοσιαλιστικές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, είτε με παρεμβολή στις εκλογές, είτε και με ειδικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Ομολογουμένως, το 2026 δεν έχει αρχίσει καθόλου καλά.