Του Χριστόφορου Παπαδόπουλου
 
Ο Ερνέστο Λακλάου, αργεντίνος καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας, σε συνέντευξή του στην Κυριακάτικη Αυγή διατύπωσε τη θέση ότι κάθε εναλλακτική πολιτική οφείλει να πατά στην οριζόντια διάσταση της κοινωνικής διαμαρτυρίας και την ίδια στιγμή στην κάθετη διάσταση  της αναμόρφωσης του κράτους. Προσδιόρισε την πρώτη ως γραμμή της αυτονομίας και τη δεύτερη ως γραμμή της ηγεμονίας. Αν παρακολουθήσουμε τη σκέψη του, και έχουμε σοβαρούς λόγους, αφού στην περίπτωσή μας ένα κόμμα της Αριστεράς, και μάλιστα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, δηλαδή ένα κόμμα που δεν μοιάζει με άλλα κόμματα στην  Ευρώπη που διεκδίκησαν ή ανέλαβαν κυβερνητικές ευθύνες, κόμματα της κεντροαριστεράς ως επί το πλείστον, έχει βάσιμες ελπίδες να πετύχει το ακατόρθωτο. Μιλάμε βεβαίως για τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ επαγγέλλεται την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας, επαγγελία καταλυτική, η οποία εκτόξευσε τα εκλογικά του ποσοστά και πύκνωσε τις γραμμές του.

Η κεντρική πολιτική σκηνή, αλλά και η πολιτική γεωγραφία, ορίζεται και σχηματοποιείται διαμέσω δύο διαιρετικών τομών: η πρώτη είναι εκείνη των μνημονίων, ενώ η δεύτερη αφορά την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας. Οι δύο  τομές φτιάχνουν τα δίπολα, δηλαδή τους ηγεμονικούς πόλους, και ταυτόχρονα επικαθορίζουν τους ρόλους των άλλων κομματικών σχηματισμών, είτε με τη μορφή της συμπληρωματικής δύναμης -το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου, για παράδειγμα, έναντι της ΝΔ- είτε με τη μορφή του «αστερισμού» – τα κόμματα της Αριστεράς έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. 

Στην πραγματικότητα, για να επανέλθουμε στον Λακλάου, ο ΣΥΡΙΖΑ αναμετράται με τον εαυτό του και με το κίνημα, δεν υπάρχει θέμα εκλογικής υπεροχής, αυτό έχει τελειώσει από πέρυσι τον Ιούνιο. Όπως δεν υπάρχει θέμα επιστροφής στην «κανονικότητα» της κυβερνητικής εναλλαγής με όμοια πολιτικά κόμματα, όπως γινόταν μέχρι σήμερα. Τουλάχιστον δεν γίνεται διαμέσω του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το business as usual ισχύει για όλους τους άλλους του πολιτικού συστήματος ενώ για τον ΣΥΡΙΖΑ όχι, επί ποινή εξαφάνισής του από το πολιτικό στερέωμα.

Προκειμένου μια κυβέρνηση της Αριστεράς να μην είναι ένα μικρό διάλειμμα στην πολιτική ιστορία του τόπου αλλά το σημείο καμπής, δηλαδή η αφετηρία του κοινωνικού μετασχηματισμού, χρειάζεται και τις δύο προϋποθέσεις του Λακλάου: την αυτονομία ενός ρωμαλέου κοινωνικού κινήματος, για την ακρίβεια πολλών κοινωνικών κινημάτων, και Πρόγραμμα. Πρόγραμμα με την έννοια της εκπόνησης ενός στρατηγικού σχεδίου για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας, της οικονομίας και του κράτους.

Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, την ύπαρξη κοινωνικών κινημάτων διεκδίκησης και αντίστασης, τα πράγματα είναι αντιφατικά – η ελληνική κοινωνία δεν είναι μια εφησυχασμένη κοινωνία, αντίθετα. Τέσσερα χρόνια τώρα συνεχώς αναδύονται μικρά ή μεγάλα κινήματα αντίστασης και ανυπακοής. Θυμηθείτε: τις μεγάλες πανεργατικές απεργίες, τις Πλατείες, τις Σκουριές και την Κερατέα, τα χαράτσια και τα διόδια, τα εναλλακτικά παραδείγματα των δομών αλληλεγγύης και τις πρωτοβουλίες «Χωρίς Μεσάζοντες».  Να θυμηθούμε τους αγώνες των καθηγητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευση και της ΟΛΜΕ, τους γιατρούς και τους νοσηλευτές, τους διοικητικούς των πανεπιστημίων, τις καθαρίστριες και τους φύλακες των σχολείων, τα κατειλημμένα εργοστάσια, τα αυτοδιαχειριζόμενα και τα άλλα που βρίσκονται σε επίσχεση εργασίας. Να θυμηθούμε τον αγώνα των εργαζομένων της ΕΡΤ. Μικροί και μεγάλοι αγώνες που όλοι προσκρούουν στην κυβερνητική αδιαλλαξία και όλοι γίνονται βορά στις συκοφαντίες των δελτίων των 8 και στις πένες των μεγαλοδημοσιογράφων από τα συγκροτήματα του Τύπου. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν εκεί, κινηματικά, κοινοβουλευτικά και πολιτικά στην υπεράσπιση των αγώνων. Οι απεργοί, οι διαδηλωτές, όσοι αντιστέκονται δεν ήταν μόνοι. Δεν κατάφερε βεβαίως να πετύχει το συντονισμό των αγώνων, τη δημιουργία δηλαδή ενός κοινωνικού κινήματος ανατροπής, παρόλο που έγκαιρα από το φθινόπωρο είχε διαπιστώσει ότι κανένας αγώνας από μόνος του δεν μπορεί να νικήσει. Επικράτησαν οι «κλαδικές» λογικές της αναμονής, «όταν θα έρθει η ώρα μας». Μόνο που όταν ήρθε η ώρα τους,  οι άλλοι είχαν κουραστεί ή είχαν εξουθενωθεί. Οι αγώνες των εργαζομένων στην εκπαίδευση όλων των βαθμίδων είναι το αντί-παράδειγμα.  Ο καθένας μόνος του και οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι σε αναμονή – πλην λίγων εξαιρέσεων, των παλιών πρωτοποριών του άρθρου 16. Οι αγώνες που καταλήγουν σε ήττα εγκυμονούν την «ανάθεση» στην εκλογική διαδικασία όλων όσα εκείνοι απέτυχαν να ικανοποιήσουν, κι αυτή είναι η πραγματική απειλή σε κάθε σχέδιο συμμετοχής και μετασχηματισμού.

Η δεύτερη διάσταση, εκείνη της ηγεμονίας, δηλαδή του Προγράμματος και του μετασχηματισμού, αναμετράται πάνω απ’ όλα με την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που δεν είναι μόνο το δημόσιο χρέος των 300 δισ. ευρώ – προσφιλές θέμα ιδεολογικών και πολιτικών ανταγωνισμών των αριστερών παντού. Είναι πάνω απ’ όλα το ένα εκατομμύριο άνεργοι, τα δύο εκατομμύρια κάτω από τα όρια της φτώχειας. Είναι η ανθρωπιστική κρίση που όμοιά της είχαν να δουν οι δυτικές κοινωνίες μόνο σε συνθήκες πολέμου. Είναι ταυτόχρονα η κατεστραμμένη οικονομία: στα χρόνια του μνημονίου χάθηκαν 850.000 θέσεις εργασίας, οι οποίες είχαν χρειαστεί 17 χρόνια για να δημιουργηθούν, με ανάπτυξη 4% ετησίως για μεγάλο χρονικό διάστημα. Είναι η εκκαθάριση των μικρών, πολύ μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων οι οποίες κλείνουν με καταιγιστικούς ρυθμούς, τη στιγμή που το 85% της μισθωτής εργασίας εργάζεται σ’ αυτές τις επιχειρήσεις, μέσος όρος που ισχύει για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς: το 75% των προϊόντων εισάγονται ή διακινούνται από 7 πολυεθνικούς ομίλους.
 
Ένα Πρόγραμμα της Αριστεράς δεν μπορεί παρά να εκτείνεται στο χρόνο, να ξεκινά από τα άμεσα μέτρα κοινωνικής σωτηρίας και ταυτόχρονα να σχεδιάζει εκείνες τις δομικές αλλαγές στο κράτος, στην οικονομία και την κοινωνία που να έχουν ορίζοντα το μετασχηματισμό. Αλλά γι’ αυτά θα επανέλθουμε σε επόμενο σημείωμα.