Η παραπομπή βασίζεται σε πρόταση 144 ευρωβουλευτών, οι οποίοι ζητούν από το Δικαστήριο της ΕΕ να αποφανθεί εάν η συμφωνία μπορεί να εφαρμοστεί πριν από την πλήρη κύρωσή της από όλα τα κράτη-μέλη και εάν οι διατάξεις της περιορίζουν την ικανότητα της Ένωσης να χαράσσει πολιτικές για το περιβάλλον και την προστασία των καταναλωτών. Τέτοιες γνωμοδοτήσεις απαιτούν συνήθως περίπου δύο χρόνια.

Στο μεσοδιάστημα, έως ότου εκδοθεί η γνωμοδότηση του Δικαστηρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατηρεί τη δυνατότητα να εφαρμόσει προσωρινά τη συμφωνία, εφόσον το επιλέξει. Παρότι η ΕΕ θα μπορούσε νομικά να προχωρήσει σε προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας, κάτι τέτοιο θεωρείται πολιτικά δύσκολο, καθώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διατηρεί το δικαίωμα να την ακυρώσει εκ των υστέρων.

Η Κομισιόν εξέφρασε τη λύπη της για το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. «Σύμφωνα με την ανάλυσή μας, τα ζητήματα που τέθηκαν από το Κοινοβούλιο δεν είναι δικαιολογημένα», δήλωσε ο εκπρόσωπός της, Όλοφ Γκιλ. Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι «η απόφαση παραπομπής της συμφωνίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αγνοεί τη γεωπολιτική πραγματικότητα».

Υπενθυμίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψε το Σάββατο 17 Ιανουαρίου τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία που έχει συνάψει ποτέ, με τις χώρες της Mercosur: Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη.

Οι υποστηρικτές της συμφωνίας, μεταξύ των οποίων η Γερμανία και η Ισπανία υποστηρίζουν ότι η συμφωνία με τη Mercosur είναι κρίσιμη για την αντιστάθμιση των απωλειών από τους αμερικανικούς δασμούς, τη μείωση της εξάρτησης από την Κίνα και τη διασφάλιση πρόσβασης σε κρίσιμες πρώτες ύλες,

Οι επικριτές της συμφωνίας, με επικεφαλής τη Γαλλία, τον μεγαλύτερο παραγωγό αγροτικών προϊόντων στην ΕΕ, υποστηρίζουν ότι θα οδηγήσει σε σημαντική αύξηση εισαγωγών, πλήττοντας τους Ευρωπαίους αγρότες, οι οποίοι έχουν προχωρήσει σε επανειλημμένες κινητοποιήσεις.