Την αποχώρησή της από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων του εγκλήματος των Τεμπών ανακοίνωσε η Μαρία Καρυστιανού, καταγγέλλοντας έντονο εσωτερικό διχασμό, σοβαρές παρατυπίες στη λειτουργία του ΔΣ και απόπειρα παράνομης απομάκρυνσής της από την προεδρία.
Στη δήλωσή της, η κ. Καρυστιανού αναφέρει ότι, παρά τις προσπάθειές της να διατηρηθεί η ενότητα του Συλλόγου και τη σιωπή που επέδειξε επί μακρόν, ο διχασμός τελικά επικράτησε. Όπως υποστηρίζει, αγωνίστηκε με όλες της τις δυνάμεις για τη δικαίωση των θυμάτων των Τεμπών, ακόμη και όταν –όπως σημειώνει– αντιμετώπισε «τρικλοποδιές εκ των έσω» και κομματικά κριτήρια εντός του Συλλόγου.
Η ίδια γνωστοποίησε ότι έλαβε γνώση απόφασης πέντε εκ των επτά μελών του ΔΣ, με την οποία ζητήθηκε «μεταξύ τους» η παραίτησή της από την προεδρία. Σύμφωνα με την κ. Καρυστιανού, η απόφαση αυτή είναι νομικά άκυρη και ηθικά απογοητευτική, καθώς ελήφθη κατά παράβαση του νόμου και του καταστατικού του Συλλόγου.
Όπως εξηγεί, δεν συγκλήθηκε ποτέ Διοικητικό Συμβούλιο με θέμα ημερήσιας διάταξης την παραίτησή της, ενώ καμία σχετική πρόσκληση δεν της κοινοποιήθηκε. Αντιθέτως, η απόφαση ελήφθη εν αγνοία της και εν απουσία της, επ’ αφορμή άλλης συνεδρίασης, μετά και την ανακοίνωσή της για πρωτοβουλία συγκρότησης Κινήματος Πολιτών με στόχο την τιμωρία των υπευθύνων για την τραγωδία και την αποκατάσταση του Κράτους Δικαίου. Επιπλέον, επισημαίνει ότι κανένα ΔΣ δεν έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει την παραίτηση μέλους του, καθώς αυτή μπορεί να δηλωθεί μόνο από τον ίδιο τον παραιτούμενο, ενώ ακόμη και η συγκεκριμένη συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε χωρίς να τηρηθεί η προβλεπόμενη πενθήμερη προθεσμία σύγκλησης.
Η κ. Καρυστιανού κάνει λόγο για κίνητρα που δεν συνάδουν με τον χαρακτήρα και τον ιερό σκοπό ενός σωματείου όπως ο Σύλλογος Συγγενών Θυμάτων Τεμπών, σημειώνοντας ότι τα γεγονότα αυτά προστίθενται σε μια σειρά εμποδίων που, όπως καταγγέλλει, της τέθηκαν επί μακρόν. Μεταξύ αυτών, αναφέρει την άρνηση δημοσιοποίησης των οικονομικών καταστάσεων του Συλλόγου, παρά τα επανειλημμένα αιτήματά της.
Υπενθυμίζει μάλιστα ότι με ηλεκτρονικό μήνυμα προς τα μέλη του ΔΣ, στις 26 Αυγούστου 2025, είχε επισημάνει την έλλειψη διάθεσης συνεργασίας και το εχθρικό κλίμα εντός του οργάνου, ενώ είχε συγκαλέσει επείγουσα συνεδρίαση για τις 27 Αυγούστου 2025 με αντικείμενο την καταγραφή του έργου του ΔΣ, την έγκριση και δημοσίευση των οικονομικών καταστάσεων και τη σύγκληση Γενικής Συνέλευσης για την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου. Όπως αναφέρει, τα ίδια μέλη που σήμερα ζητούν την απομάκρυνσή της δεν συναίνεσαν στα παραπάνω, με αποτέλεσμα –όπως σημειώνει– να της αποδίδονται ευθύνες για τη μη δημοσιοποίηση των οικονομικών, τις οποίες η ίδια επέλεξε να μη δημοσιοποιήσει για να μη εκθέσει άλλα μέλη του Συλλόγου.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην αμφισβήτηση, από τα ίδια πέντε μέλη, της χρησιμότητας των παρεμβάσεών της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου ανέδειξε τις παραβιάσεις του Κράτους Δικαίου στην υπόθεση των Τεμπών και την αδράνεια των ευρωπαϊκών θεσμών στην εφαρμογή της νομοθεσίας για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων.
Μετά από όλα τα παραπάνω, η Μαρία Καρυστιανού δηλώνει ότι τα περιθώρια έχουν εξαντληθεί και ότι δεν μπορεί πλέον να παραμείνει μέλος του συγκεκριμένου Διοικητικού Συμβουλίου. Με τη δηλωθείσα αποχώρησή της, το ΔΣ αριθμεί πλέον έξι μέλη αντί των επτά που προβλέπει το καταστατικό.
Στο πλαίσιο αυτό, ζητά την άμεση σύγκληση Γενικής Συνέλευσης, ως ανώτατου οργάνου του Συλλόγου, για την ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου και τη λήψη αποφάσεων για τα κρίσιμα ζητήματα της διαφάνειας, του απολογισμού και του ελέγχου. Κλείνοντας, απευθύνει κάλεσμα προς τους συγγενείς των θυμάτων και τους επιζώντες της τραγωδίας των Τεμπών να συσπειρωθούν, με στόχο τη συγκρότηση ενός ΔΣ που θα αγωνιστεί με αυταπάρνηση για τη δικαίωσή τους.