Δεκαεπτά χρόνια μετά τη νύχτα που η Azul Rojas Marín, μια τρανς πολίτης και ακτιβίστρια της LGBTQ+ κοινότητας, έπεσε θύμα βασανιστηρίων και βιασμού από αστυνομικούς στο αστυνομικό τμήμα της Casa Grande, στη περιοχή La Libertad στο Περού, η Δικαιοσύνη καταδίκασε τους υπεύθυνους: Dino Horacio Ponce Pardo, Luis Miguel Quispe Cáceres και Juan Isaac León Mostacero.
Σύμφωνα με τον δημοφιλή ισπανόφωνο ειδησεογραφικό ιστότοπο Infobae, η απόφαση έρχεται μετά από μια μακρά μάχη. Η εξέλιξη αυτή δε σηματοδοτεί μόνο την πρώτη φορά που η περουβιανή δικαστική εξουσία καταδικάζει κρατικούς λειτουργούς για σεξουαλικά βασανιστήρια που διαπράχθηκαν λόγω προκαταλήψεων εναντίον ενός ατόμου της LGBTQ+ κοινότητας, αλλά συμμορφώνεται και με τα μέτρα που απαίτησε το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Στις 25 Φεβρουαρίου 2008, η Azul Rojas επέστρεφε στο σπίτι της όταν την σταμάτησαν αστυνομικοί της Αστυνομίας με το πρόσχημα ότι ήθελαν να ελέγξουν την ταυτότητά της. Αφού την συνέλαβαν αυθαίρετα και την μετέφεραν στο τοπικό αστυνομικό τμήμα, την χτύπησαν, την έβρισαν και την κακοποίησαν σεξουαλικά. Οι αστυνομικοί την έγδυσαν με τη βία, την υπέβαλαν σε σωματική και ψυχολογική βία και τη βίασαν χρησιμοποιώντας ένα πλαστικό ραβδί, τιμωρώντας την επειδή αρνήθηκε να δώσει ορισμένες πληροφορίες και, κυρίως, λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού.
Όπως κατέγραψε η Εισαγγελία, εκτός από τη βαριά σεξουαλική κακοποίηση, προηγήθηκαν επαναλαμβανόμενες ομοφοβικές και τρανφοβικές προσβολές και ταπεινώσεις, αποκαλύπτοντας μια «σκληρότητα» που οφειλόταν στο γεγονός ότι ήταν τρανς άτομο. Η βία που διαπράχθηκε εκείνη τη μέρα άφησε βαθιά σωματικά και ψυχολογικά σημάδια στη Rojas Marín, ενώ έζησε και το στίγμα και την επαναθυματοποίηση κατά τη διάρκεια ετών νομικής μάχης.
Αν και κατήγγειλε τις κακοποιήσεις λίγο μετά την αποφυλάκισή της, η κατάθεσή της απορρίφθηκε από διάφορα δικαστικά όργανα και την εθνική εισαγγελία. Η διαδικασία χαρακτηρίστηκε από περιφρόνηση προς το θύμα, δυσπιστία απέναντι στην κατάθεσή της και έλλειψη αποτελεσματικής έρευνας, γεγονός που ανάγκασε την Azul και τις οργανώσεις που την υποστήριξαν να προσφύγουν στη διεθνή δικαιοσύνη.
Η Διαμερικανική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (CIDH) και, στη συνέχεια, το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Corte IDH) αναγνώρισαν τη σοβαρότητα της υπόθεσης, χαρακτηρίζοντας τη σύλληψη της Azul ως αυθαίρετη, με κίνητρο την προκατάληψη, και διαπιστώνοντας ότι οι καταγγελόμενες πράξεις συνιστούσαν σεξουαλικά βασανιστήρια.
Το Δικαστήριο IDH κατηγόρησε άμεσα το περουβιανό κράτος για τη μη απόδοση δικαιοσύνης και φροντίδας για το θύμα, τονίζοντας ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η ταυτότητα ή η έκφραση φύλου δεν πρέπει να αποτελούν λόγο για οποιαδήποτε μορφή βίας.
Κατόπιν διαταγής του ΔΔΑΔ, το Περού συνέχισε την έρευνα σε βάρος των αστυνομικών, που παρέμεναν μολαταύτα ελεύθεροι. Η ετυμηγορία αναγνώστηκε στην τελευταία ακροαματική διαδικασία της δίκης που είχε αρχίσει τον Ιανουάριο και μεταδιδόταν απευθείας από την τηλεόραση της δικαστικής εξουσίας.

