Άστρα πέφτουν από τον ουρανό.
Όχι τα αθώα των ευχών, αλλά βαριά, με σιωπή στα φτερά τους.
Τα βλέπεις από μακριά σαν νυχτερινά φαντάσματα, σαν στίχους που καίνε πριν προφτάσουν να ειπωθούν.
Κάθε αστέρι κι ένας δρόμος που χωρίζεται.
Κάθε δρόμος κι ένα σπίτι που περιμένει να ξυπνήσει.
Κι εγώ στέκομαι με τα χέρια στις τσέπες, με μιαν ανάσα, και η μόνη μου ευχή είναι μια απλή, απελπισμένη προσευχή:
μην πέσουν πάνω σ’ αυτούς που αγαπώ. Μη γίνει κι αυτός ο κόσμος πιο μικρός απ’ όσο αντέχει το δέρμα μας.
Μην πέσουν πάνω σ’ αυτούς που αγαπιούνται, εκείνους που ανταλλάσσουν βλέμματα σαν σκισμένα χαρτιά.
Μην σκορπίσουν τα λόγια που φοβούνται να πουν, τα χέρια που ψάχνουν χέρια, τα όνειρα που έχουν όνομα.
Και αν κάποιο αστέρι πρέπει να πέσει, ας βρει μόνο χώμα άγνωστο, θάλασσες που δεν φυλούν μνήμες, άδειες στέγες που δεν κουβαλούν ονόματα, πάρα μόνο αυτούς που πάτησαν το κουμπί.
Κι όμως, πέφτουν.
Κάθε αστέρι μια σιωπή που ζητάει συγχώρεση.
Κάθε έκρηξη μια παλιόξερη προσευχή που ξεχνάει το όνομα.
Κι εγώ ψιθυρίζω, όχι για θαύματα, όχι για μεγάλα πράγματα. Για το μικρό, το ίδιο που μας κρατάει ανθρώπους.
Προσευχομαι να μείνουν άσφαλτοι οι δρόμοι των άλλων, να μείνουν τα βράδια με κεράσματα φως κι όχι μέταλλο.
Ας κρατήσουμε, λοιπόν, τις ευχές απλές και φτωχές, να μην πέσουν πάνω σε όσους κοιμούνται δίπλα μας,
πάνω σ’ αυτούς που ξυπνούν με τον ήχο ενός παιδιού, πάνω σ’ εκείνους που δίνουν το τελευταίο τους φιλί.
Κι αν τα άστρα αυτά δεν ακούνε, ας τα θυμόμαστε σαν σαν τραγούδια που ποτέ δεν έμαθαν να τραγουδούν για το έλεος.
Θα τραγουδήσουμε εμείς για εκείνους.
Θα φτιάξουμε μια μικρή νύχτα όπου οι ευχές γίνονται χέρια και δεν αφήνουν κανένα μόνο.