«Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιτίθενται σθεναρά σε οποιεσδήποτε αλλαγές στην Οδηγία οι οποίες θα περιόριζαν την ικανότητα της αμερικανικής βιομηχανίας να υποστηρίζει ή να συμμετέχει σε εθνικές αμυντικές προμήθειες των κρατών μελών της ΕΕ», ανέφερε χαρακτηριστικά η αμερικανική κυβέρνηση στην απάντησή της.

«Οι προστατευτικές και αποκλειστικές πολιτικές που επιβάλλουν την εξαναγκαστική απομάκρυνση αμερικανικών εταιρειών από την αγορά – όταν οι μεγαλύτερες αμυντικές εταιρείες της Ευρώπης συνεχίζουν να επωφελούνται σε μεγάλο βαθμό από την πρόσβαση στην αγορά στις Ηνωμένες Πολιτείες – είναι η λάθος πορεία δράσης» προσθέτει.

Το Politico επισημαίνει την αντίφαση που χαρακτηρίζει την προσέγγιση της Ουάσινγκτον: Ενώ η κυβέρνηση Τραμπ πιέζει τους Ευρωπαίους να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος για την «άμυνα» της ηπείρου τους, την ίδια στιγμή δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί ότι αυτό θα γίνει εις βάρος των αμερικανικών εταιρειών όπλων. Η προειδοποίηση έρχεται να προστεθεί σε ανάλογες επικρίσεις που είχε διατυπώσει τον Δεκέμβριο ο υφυπουργός Εξωτερικών Κρίστοφερ Λαντάου, σε κεκλεισμένων των θυρών συνάντηση με Ευρωπαίους συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Η ευρωπαϊκή ήπειρος παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τον αμερικανικό στρατιωτικό εξοπλισμό, με σχεδόν τα δύο τρίτα των εισαγόμενων όπλων του μπλοκ να προέρχονται από τις ΗΠΑ. Από μαχητικά αεροσκάφη F-35 έως συστήματα πυροβολικού HIMARS και συστήματα αεράμυνας Patriot, η αμερικανική τεχνολογία κυριαρχεί στα ευρωπαϊκά οπλοστάσια.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί την τελευταία διετία μια σειρά πρωτοβουλιών για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατιωτικής βιομηχανίας. Για παράδειγμα, στο πρόγραμμα SAFE για δάνεια όπλων ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ, τα κονδύλια διατίθενται υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον το 65% της αξίας του εξοπλισμού προέρχεται από την Ευρώπη. Ανάλογοι όροι ισχύουν και για το δάνειο των 90 δισεκατομμυρίων ευρώ προς την Ουκρανία. Εντός του τρίτου τριμήνου του 2026, η Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει την αναθεώρηση της οδηγίας για τις δημόσιες συμβάσεις του 2009.