Ο Γκιλ, ο οποίος υπηρέτησε ως στρατιωτικός γραμματέας του Νετανιάχου κατά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 και παρέμεινε στη θέση έως το 2024, υποστήριξε ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός προσπέρασε ευκαιρίες για την επιστροφή ομήρων, επειδή μια τέτοια συμφωνία θα απειλούσε τον κυβερνητικό του συνασπισμό.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ορισμένοι όμηροι πέθαναν στην αιχμαλωσία ενώ θα μπορούσαν να είχαν επιστρέψει νωρίτερα. Ερωτηθείς αν όμηροι έχασαν τη ζωή τους για πολιτικούς λόγους, ο Γκιλ απάντησε ότι αυτό είναι «ακριβές».

Σημείωσε επίσης ότι σε αρκετές περιπτώσεις ο Νετανιάχου άλλαξε στάση, αφού υπουργοί της ακροδεξιάς πτέρυγας του συνασπισμού αντιτάχθηκαν σε προτεινόμενη συμφωνία, δημιουργώντας αποκλίσεις ανάμεσα στις συστάσεις των αρχών άμυνας και στις αποφάσεις των υπουργών.

Σύμφωνα με τον Γκιλ, το 2024 ο Νετανιάχου τού ζήτησε να ετοιμάσει έγγραφο για πιθανή συμφωνία ανταλλαγής κρατουμένων, αλλά στη συνέχεια του έδωσε εντολή να μην το παρουσιάσει στους υπουργούς, καθώς ο υπουργός Οικονομικών, Μπεζαλέλ Σμότριτς, απείλησε να ρίξει την κυβέρνηση αν επιτευχθεί συμφωνία.

Ο Γκιλ κατηγόρησε τον διευθυντή του γραφείου του πρωθυπουργού, Τζάτσι Μπράβερμαν, ότι προσπάθησε να αλλοιώσει την ώρα τηλεφωνικής κλήσης μεταξύ του ίδιου και του Νετανιάχου το πρωί της 7ης Οκτωβρίου.

Σύμφωνα με τον Γκιλ, μια στενογράφος στο γραφείο του πρωθυπουργού τού ανέφερε τον Ιανουάριο του 2024 ότι ο Μπράβερμαν της έδωσε εντολή να αλλάξει την ώρα της πρώτης καταγεγραμμένης κλήσης σε ασφαλή γραμμή από τις 6:40 π.μ. στις 6:29 π.μ., δηλαδή τη στιγμή που ξεκίνησε η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου. Ο Γκιλ χαρακτήρισε την πράξη «πλαστογραφία».

Ο Μπράβερμαν έχει τεθεί υπό έρευνα ως ύποπτος για πλαστογραφία και απάτη σχετικά με την εικαζόμενη αλλοίωση των αρχείων, σύμφωνα με την Times of Israel.

Ο Νετανιάχου αρνήθηκε τις κατηγορίες, χαρακτηρίζοντας τις δηλώσεις του Γκιλ προσπάθεια να κρύψει τη δική του αποτυχία. Το κόμμα Λικούντ ανέφερε ότι οι κατηγορίες αποτελούν μέρος «ψευδούς και πολιτικά υποκινούμενης εκστρατείας προπαγάνδας» εναντίον του πρωθυπουργού.

Στελέχη της αντιπολίτευσης ζήτησαν να εξεταστούν οι πρωτότυπες ηχογραφήσεις και όχι μόνο τα γραπτά πρακτικά, με τον Γκιλ να υπογραμμίζει ότι δεν πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά σε αυτά, αλλά να ακούσουν τι ακριβώς ειπώθηκε.