Στις 2 Μαρτίου, παραδόθηκαν στη διοίκηση του δήμου Θεσσαλονίκης οι πάνω από 23.000 υπογραφές (10% των δημοτών), που ορίζει ο νόμος ότι απαιτούνται για δημοτικό δημοψήφισμα, με σκοπό το πρώτο επίσημο δημοτικό δημοψήφισμα στην ιστορία της χώρας.

Μπορεί να είναι εικόνα πίνακας

Ωστόστο, το απόγευμα της Τετάρτης ο δήμος Θεσσαλονίκης εξέδωσε ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία η Νομική Υπηρεσία του διαπίστωσε «απουσία νόμιμων υπογραφών» στην αίτηση.Η Νομική Υπηρεσία στο έγγραφό της υποστηρίζει πως μολονότι ο σχετικός νόμος για τη διενέργεια δημοτικού δημοψηφίσματος «κάνει λόγο για αίτηση του 10% των εκλογέων χωρίς να καθορίζει ειδικό τύπο», αυτό σημναίνει πως «εφαρμόζεται συμπληρωματικά το άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας που περιέχει τις γενικές αρχές περί πληρότητας και εγκυρότητας της αίτησης προς τη Διοίκηση, εφόσον ο εν λόγω ειδικός νόμος δεν ρυθμίζει το θέμα διαφορετικά».

«Ελλείψει έγκυρης αίτησης θεωρούμε ότι δεν είναι δυνατή η περαιτέρω επεξεργασία και επαλήθευση των στοιχείων»καταλήγει η Νομική Υπηρεσία του δήμου Θεσσαλονίκης.

Στην ανακοίνωση του δήμου Θεσσαλονίκης απαντησαν άμεσα τρεις νομικοί – συνταγματολόγοι, που από την πρώτη στιγμή βρίσκονται στην ομάδα νομικής υποστήριξης της Οργανωτικής Επιτροπής Δημοψηφίσματος για τη ΔΕΘ, οι Ιφιγένεια Καμτσίδου, Ακρίτας Καϊδατζής και Χαράλαμπος Κουρουνδής. Οι τρεις νομικοί τονίζουν πως «η προχειρότητα του Δήμου και η βιασύνη του να απορρίψει το αίτημα για τη διενέργεια τοπικού δημοψηφίσματος τον οδηγεί σε σοβαρά σφάλματα»

Όπως εξηγούν, «η προκήρυξη δημοψηφίσματος δεν αποτελεί διοικητική πράξη, όπως έχει αποφανθεί πρόσφατα η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ 2787/2015). Συνεπώς, το άρθρο 3 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας δεν εφαρμόζεται σε αυτήν την περίπτωση.

Ακόμα και εάν δεν ίσχυε τούτο όμως, ούτως ή άλλως, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Διοικητικού δικαστηρίου, η ανυπόγραφη αίτηση πληροί την απαίτηση του νόμου για υποβολή έγγραφης αίτησης, όταν από τα υπόλοιπα στοιχεία προκύπτει η ταυτότητα και η σοβαρότητα της βούλησης του ενδιαφερομένου (ΣτΕ 2524/2003). Εν προκειμένω, στην ηλεκτρονική πλατφόρμα συγκέντρωσης των αιτήσεων, ζητούνταν από τους δημότες να συμπληρώσουν το ονοματεπώνυμό τους, το πατρώνυμό τους, το μητρώνυμό τους, το έτος γέννησής τους και να δηλώσουν ότι είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Θεσσαλονίκης».

Με μια ματιά στη σχετική πλατυφόρμα συλλογής υπογραφών προκύπτει πως οι δημότες και δημότισσες συμπλήρωναν ονοματεπώνυμο, έτος γέννης, πατρώνυμο, μητρώνυμο ενώ παράλληλα δήλωναν ρητά πως είναι εγγεγραμμένοι/ες στους καταλόγους του δήμου Θεσσαλονίκης, ότι αιτούνται τη διεξαγωγή δημοψηφίματος και συναινούν στη χρήση των παραπάνω δεδομένων.

Η ανακοίνωση του δήμου Θεσσαλονίκης

«Με επιστολή του σήμερα (04/03) στην κ. Μαρία Κέκη, ο Γενικός Γραμματέας του Δήμου Θεσσαλονίκης Μιχάλης Μήττας απαντά στο αίτημα που κατατέθηκε για τη διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος, κοινοποιώντας έγγραφο της αρμόδιας Διεύθυνσης Μητρώου Πολιτών της Γενικής Διεύθυνσης Ποιότητας Ζωής, σημειώνοντας πως έχει διαπιστωθεί η απουσία νόμιμων υπογραφών και θέτοντας υπόψη της κ. Κέκη την κατά το νόμο ορθή συμπλήρωση του αιτήματος που κατέθεσε.

Ακολουθεί αναλυτικά το έγγραφο της Υπηρεσίας:

Με το ανωτέρω έγγραφό σας μας διαβιβάσατε το υπ’ αρ. 52713/2-3-2026 αίτημα δημότη σχετικά με τη διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος, το οποίο ακολουθείται από έναν κατάλογο αποτελούμενο από 23214 ονοματεπώνυμα με αντίστοιχα πατρώνυμα, μητρώνυμα και έτη γέννησης χωρίς φυσικές ή ψηφιακές υπογραφές. Η διαβίβαση γίνεται λόγω αρμοδιότητας ελέγχου προκειμένου να εξεταστεί η πληρότητά του σύμφωνα με το άρθρο 134 παρ. 1β του Ν. 4555/2018 και κατά τον οποίο διαπιστώσαμε ότι:

Η εν λόγω διάταξη κάνει λόγο για αίτηση του 10% των εκλογέων χωρίς να καθορίζει ειδικό τύπο. Αρα, εφαρμόζεται συμπληρωματικά το άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας που περιέχει τις γενικές αρχές περί πληρότητας και εγκυρότητας της αίτησης προς τη Διοίκηση, εφόσον ο εν λόγω ειδικός νόμος δεν ρυθμίζει το θέμα διαφορετικά.

Σύμφωνα με όσα διαλαμβάνει το άρθρο 3 ΚΔΔ οι αιτήσεις πρέπει να περιέχουν τα στοιχεία του αιτούντος και να φέρουν υπογραφή, φυσική ή ψηφιακή. Από τη διατύπωση δε του άρθρου 134 1β φαίνεται πως η αίτηση του 10% των εκλογέων θα μπορούσε να ήταν και μία συλλογική αίτηση, η οποία ωστόσο δεν παύει να αποτελεί έγγραφη αίτηση προς τη Διοίκηση εφόσον κατά τις γενικές αρχές του άρθρου 3 ΚΔΔ: κάθε πρόσωπο ταυτοποιείται/ κάθε πρόσωπο υπογράφει/ προκύπτει σαφής δήλωση βούλησης, δηλαδή κάθε πολίτης πρέπει να εκφράσει ατομικά και έγκυρα τη βούλησή του με υπογραφή ανεξάρτητα αν πρόκειται για ατομική ή ενιαία αίτηση. Η υπογραφή βεβαιώνει την ταυτότητα του αιτούντος και ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο του αιτήματος.

Συμπερασματικά, η κατάσταση που επισυνάπτεται στο αίτημα με ονοματεπώνυμα και τα αντίστοιχα πατρώνυμα, μητρώνυμα και έτη γέννησης, δεν φέρει τις απαιτούμενες υπογραφές, φυσικές ή ψηφιακές και επομένως, κατά την άποψη της Υπηρεσίας μας, δεν πληροί τον τύπο του άρθρου 3 ΚΔΔ, δεν ισοδυναμεί με αίτηση, ούτε με δήλωση βούλησης.

Τέλος για όλους τους παραπάνω λόγους και ελλείψει έγκυρης αίτησης θεωρούμε ότι δεν είναι δυνατή η περαιτέρω επεξεργασία και επαλήθευση των στοιχείων».

Η απάντηση των τριών νομικών της Οργανωτικής Επιτροπής Δημοψηφίσματος

«Με έκπληξη πληροφορηθήκαμε την απάντηση που έστειλε ο Γενικός Γραμματέας του Δήμου Θεσσαλονίκης στο αίτημα που υπέβαλλαν 23.214 πολίτες της Θεσσαλονίκης για τη διενέργεια τοπικού δημοψηφίσματος αναφορικά με τη μετεγκατάσταση της ΔΕΘ και τη δημιουργία Μητροπολιτικού Πάρκου. Η απάντηση κοινοποιεί ένα έγγραφο της Διεύθυνσης Μητρώου Πολιτών του Δήμου, σύμφωνα με το οποίο «διαπιστώνεται η απουσία νόμιμων υπογραφών» κατ’ επίκληση του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

Από αυτόν τον ισχυρισμό προκύπτει ότι η προχειρότητα του Δήμου και η βιασύνη του να απορρίψει το αίτημα για τη διενέργεια τοπικού δημοψηφίσματος τον οδηγεί σε σοβαρά σφάλματα. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας -που προβλέπει ότι “Αίτηση του ενδιαφερομένου, για την έκδοση διοικητικής πράξης, απαιτείται όταν το προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις”- εφαρμόζεται όταν ο πολίτης αιτείται την έκδοση διοικητικής πράξης. Η αίτηση που αναφέρει το άρθρο 134 ν. 4555/2018 δεν αφορά, όμως, στην έκδοση διοικητικής πράξης αλλά στην έκδοση προκήρυξης για τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Η προκήρυξη δημοψηφίσματος δεν αποτελεί διοικητική πράξη, όπως έχει αποφανθεί πρόσφατα η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ 2787/2015). Συνεπώς, το άρθρο 3 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας δεν εφαρμόζεται σε αυτήν την περίπτωση.

Ακόμα και εάν δεν ίσχυε τούτο όμως, ούτως ή άλλως, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Διοικητικού δικαστηρίου, η ανυπόγραφη αίτηση πληροί την απαίτηση του νόμου για υποβολή έγγραφης αίτησης, όταν από τα υπόλοιπα στοιχεία προκύπτει η ταυτότητα και η σοβαρότητα της βούλησης του ενδιαφερομένου (ΣτΕ 2524/2003). Εν προκειμένω, στην ηλεκτρονική πλατφόρμα συγκέντρωσης των αιτήσεων, ζητούνταν από τους δημότες να συμπληρώσουν το ονοματεπώνυμό τους, το πατρώνυμό τους, το μητρώνυμό τους, το έτος γέννησής τους και να δηλώσουν ότι είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Θεσσαλονίκης. Ακόμη, ζητούνταν από τους αιτούντες και αιτούσες να δηλώσουν ότι «Σύμφωνα με το άρθρο 134 του Ν. 4555/2018, αιτούμαι από το Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης τη διεξαγωγή δημοτικού δημοψηφίσματος με το παρακάτω ερώτημα:» και ακολουθούσε επι λέξει το ερωτημα του δημοψηφίσματος. Δεν καταλείπεται επομένως καμιά αμφιβολία για την ταυτότητα και την σοβαρότητα της βούλησης των 23.214 δημοτών. Αντίθετα, όλα αυτά τα στοιχεία αρκούν, φυσικά, για να ασκήσει ο Δήμος την αρμοδιότητα που του απονέμει ο νόμος: Να ελέγξει, δηλαδή, αν οι αιτούντες είναι δημότες του Δήμου Θεσσαλονίκης.

Από την απάντηση της ως άνω υπηρεσίας του Δήμου προκύπτει ότι οι αρχές του Δήμου, που εκλέγονται με δημοκρατικές διαδικασίες, αποφάσισαν να υπάγουν τη δημοκρατία στην τυπολατρία. Ακόμη και αυτό, όμως, απέτυχαν να το κάνουν σωστά. Καλούμε τον Δήμο να αναθεωρήσει την απόφασή του για να περισώσει τη θεσμική αξιοπρέπεια που στιγμάτισε με την προαναφερθείσα απάντησή του.

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Ακρίτας Καιδατζής Χαράλαμπος Κουρουνδής»