Η υπεύθυνη Διεθνών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία τόνισε ότι η επίκληση του διεθνούς δικαίου δεν μπορεί να γίνεται επιλεκτικά, επισημαίνοντας πως η Ελλάδα το επικαλείται τόσο στο ζήτημα της Κύπρος όσο και απέναντι στις αναθεωρητικές βλέψεις της Τουρκία. Όπως σημείωσε, η αποδοχή παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου ενέχει κινδύνους τόσο για την Κύπρο όσο και για την ίδια την Ελλάδα, υπενθυμίζοντας ότι οι ελληνικές θέσεις σε ζητήματα κυριαρχίας στηρίζονται στις διεθνείς συνθήκες.
Αναφερόμενη στη στάση της κυβέρνησης, η Ρ. Σβίγκου υποστήριξε ότι το κόμμα της έχει ζητήσει σαφείς δεσμεύσεις πως η Ελλάδα δεν θα εμπλακεί στον πόλεμο και ότι δεν θα υπάρξει χρήση στρατιωτικών βάσεων της χώρας για πολεμικούς σκοπούς, σημειώνοντας ότι –κατά τον ΣΥΡΙΖΑ– ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει διατυπώσει ρητά μια τέτοια δέσμευση. Παράλληλα χαρακτήρισε αυτονόητη την ανταπόκριση της Αθήνας στο αίτημα της Κύπρου για βοήθεια, αναφέροντας και τις επικοινωνίες του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και τον γενικό γραμματέα του ΑΚΕΛ.
Η ίδια έκανε επίσης αναφορά στη στάση της Ισπανία και του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ, επισημαίνοντας ότι η ισπανική κυβέρνηση συνδύασε την καταδίκη μιας παράνομης πολεμικής ενέργειας με την έκφραση αλληλεγγύης προς την Κύπρο. Σημείωσε ακόμη ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία και η Γερμανία, αλλά και οι Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν διαχρονικά προχωρήσει σε πωλήσεις οπλικών συστημάτων προς την Τουρκία, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να ασκείται επιλεκτική κριτική.
Κλείνοντας, η Ράνια Σβίγκου τόνισε ότι η Ελλάδα και η Ευρώπη έχουν συμφέρον να επιδιώξουν άμεση αποκλιμάκωση και τερματισμό του πολέμου, υποστηρίζοντας πως η χώρα θα πρέπει να συμβάλει σε πρωτοβουλίες διαμεσολάβησης αντί να παρακολουθεί παθητικά τις εξελίξεις και να ευθυγραμμίζεται –όπως ανέφερε– με τις επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ και του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Παράλληλα επισήμανε ότι οι διεθνείς εξελίξεις έχουν άμεσες συνέπειες και στην ελληνική κοινωνία, υποστηρίζοντας ότι απαιτούνται μέτρα στήριξης, όπως μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα, μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα και εντατικοποίηση των ελέγχων στην αγορά.