Η ανακοίνωση του ΣΦΕΑ συνεχίζει ως εξής:
«Η δημοσιοποίηση των φωτογραφικών αυτών ντοκουμέντων δεν μας θυμίζει μόνο τη ναζιστική βαρβαρότητα, αλλά και ότι μεγάλο μέρος των εκτελεσμένων αγωνιστών είτε ήταν πολιτικοί κρατούμενοι επί Μεταξά είτε τους είχε συλλάβει η Χωροφυλακή επί Κατοχής και τους παρέδωσε στους κατακτητές, που τους έστησαν στον τοίχο.
Οι μαζικές συλλήψεις αριστερών που ήταν “φακελωμένοι” από τις ελληνικές υπηρεσίες ασφαλείας, ξεκίνησαν αμέσως μετά την εισβολή του Χίτλερ στη Σοβιετική Ενωση (22/6) και συνεχίστηκαν όλο το καλοκαίρι του 1941, τόσο στην Αθήνα όσο και στην επαρχία, όπως προκύπτει από σχετικό φάκελο του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ (RSHA).
Η Ιστορία δεν είναι ουδέτερη. Έχει πρόσωπα, έχει ονόματα χαραγμένα με αίμα στη συλλογική μνήμη. Οι “200” δεν ήταν αριθμός. Ήταν εργάτες, δάσκαλοι, φοιτητές.
Τους είπαν “απάτριδες”, “πράκτορες”, “συμμορίτες”, αυτοί που υπηρέτησαν τους Ναζί. Οι ίδιοι με τον μανδύα της “νόμιμης”, κατ’ ευφημισμόν, εξουσίας συνέχισαν τις διώξεις και προσπάθησαν να διαγράψουν τη μνήμη τους. Η θυσία τους όμως παραμένει ζωντανή υπενθύμιση ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται, αλλά κατακτιέται.
Είναι ευθύνη κάθε δημοκρατικής κοινωνίας να τιμά αυτούς που αντιστάθηκαν στον φασισμό — όχι με τυπικές τελετές, αλλά με παιδεία, ιστορική αλήθεια και κοινωνική δικαιοσύνη. Η δημιουργία ενός κεντρικού Μουσείου Εθνικής Αντίστασης, όπου θα συγκεντρωθούν και θα παρουσιαστούν τα διάσπαρτα ντοκουμέντα της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης, ώστε να είναι προσβάσιμα σε όλους, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των Μουσείων Εθνικής Αντίστασης που λειτουργούν σε μαρτυρικούς τόπους, θα αποτελέσει ένα αποφασιστικό βήμα για την προστασία και ανάδειξη της ιστορικής μνήμης.
Καλούμε την κυβέρνηση και τα δημοκρατικά πολιτικά κόμματα, υλοποιώντας την σχεδόν ομόφωνη απόφαση της Βουλής των Ελλήνων στις 17 Απριλίου 2019. να προχωρήσουν στη σθεναρή και μεθοδική διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών. Θα είναι η πιο αποστομωτική απάντηση στους επιλήσμονες και τους αναθεωρητές της ιστορικής αλήθειας!».