Ο Μοχάμεντ είναι 45 χρονών. Είναι παντρεμένος φυσικά. Έχει τέσσερα παιδιά, το μεγαλύτερο 18 χρονών, το πιο μικρό 8. Γεννήθηκε σ’ ένα χωριό του Πακιστάν που δεν ξέρει να το δείξει στον χάρτη, γιατί δεν έχει πάει ποτέ του σχολείο. Αμφιβάλλω κι αν έχει δει χάρτη ξανά στη ζωή του. Του διαβάζω ονόματα χωριών και πόλεων για να βρει κάτι γνώριμο. Ορίστε, να η κοντινότερη πόλη. Έρχεται από την άλλη άκρη του κόσμου.
 
Πολλή φτώχεια, καθόλου δουλειά εκεί. Έπρεπε να φύγει. Να πάει στην Ευρώπη. Ο μεγάλος αδερφός του βρίσκεται στο Βέλγιο. Δε μου λέει ψέματα. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Δεν έμεινα πολύ σίγουρος ότι τον περιμένει με ανοιχτές αγκάλες. Κι άλλοι συγγενείς σκορπισμένοι απο δώ κι απο κεί στιςευρωπαϊκές πρωτεύουσες – η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Πίσω στην πατρίδα, μόνο οι γέροι, οι γυναίκες και τα παιδιά. Τα αγόρια, μόλις μπουν στην εφηβεία, ακολουθούν κι αυτά τον ίδιο δρόμο. Σαν τον ανιψιό του, που, μια μέρα, μου τον έφερε να τον γνωρίσω. Ο ανιψιός του είναι κωφός. Εννοείται πως δεν διδάχτηκε ποτέ νοηματική, ούτε είχε επαφή με λογοθεραπευτές. Δεν συγκράτησα το όνομά του. Οι δυο τους μένουν μ’ άλλους τρεις συμπατριώτες τους εδώ κοντά.
 
Δύσκολη η επικοινωνία: ο Μοχάμεντ δε μιλάει ελληνικά, ούτε αγγλικά, παρά μόνο ουρντού. Του σκιτσάρω μια γυναίκα και τέσσερα παιδιά. Προσθέτουμε φούστες και μακριά μαλλιά στα κορίτσια. Πιάνει το μολύβι και με δυσκολία μου γράφει τις ηλικίες τους. Δεν έχει φωτογραφίες τους. Μιλάνε όμως πού και πού στο τηλέφωνο. Και είναι καλός μουσουλμάνος. Δεν τρώει χοιρινό. Όμως πίνει αλκοόλ, όταν βρει. Του αρέσει το ουίσκι. Του αρέσει και η μουσική.
 
Ο Μοχάμεντ ήρθε με τα πόδια στην Ελλάδα. Του πήρε καιρό. Διέσχισε το Πακιστάν, το Ιράν, την Τουρκία. Έδωσε τρεις χιλιάδες ευρώ στον διακινητή της Κωνσταντινούπολης για να περάσει τον Έβρο. Τόσο έκανε και το σπίτι του στο Πακιστάν, μου λέει. Τώρα προσπαθεί να μαζέψει άλλα τόσα για τον επόμενο διακινητή, που θα του εξασφαλίσει το πολυπόθητο πέρασμα στην Ιταλία. Δύσκολα θα τα καταφέρει. Ίσα που επιβιώνει πουλώντας λουλούδια στις καφετέριες, όποτε έχει τα 35 ευρώ που χρειάζονται για να αγοράσει ένα μπουκέτο. Υποψιάζομαι ότι αυτοί που του πουλάνε τα λουλούδια τον κλέβουν κιόλας. Κι ο κόσμος δεν αγοράζει πια λουλούδια. Πιο συχνά τον διώχνουν. Μερικές φορές, τον έχουν χτυπήσει κιόλας, όχι πολύ – για την ώρα.
 
Χαρτιά δεν έχει φυσικά. Δεν έχω καταλάβει αν έχει το χαρτί της διοικητικής απέλασης ή αν οι ελληνικές αρχές δεν ασχολήθηκαν ποτέ μαζί του. Πάνε περίπου 10 μήνες από τότε που πρωτοεμφανίστηκε στη γειτονιά. Άραγε θα εξαφανιστεί όπως οι προηγούμενοι ή θάρθει να μ’ αποχαιρετίσει όταν είναι έτοιμος να φύγει;
 
Δεν πρόκειται για καμιά σπουδαία ιστορία: ο Μοχάμεντ είναι ένας από τους πολλούς, μια σταγόνα στον ωκεανό των παγκόσμιων μεταναστευτικών ροών, τις οποίες επιχειρεί να ρυθμίσει ως παγκόσμιος υδραυλικός η ευρωπαϊκή και η αμερικανική γραφειοκρατία.
 
Άραγε πόσοι καλοπροαίρετοι, ανθρωπιστές γραφειοκράτες ξυπνούν και κοιμούνται κάθε μέρα στις Βρυξέλλες και την Ουάσινγκτον με την έννοια του Μοχάμεντ και των άλλων σταγόνων που συνιστούν ετούτο το τσουνάμι εργατικών χεριών που αλλάζουν ήπειρο για ν’ ανταποκριθούν στις προκλήσεις του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας, της κίνησης των κεφαλαίων που υλοποιείται πατώντας ένα κουμπί, της μεταλλαγής του φυσικού περιβάλλοντος; Κι ακόμη πόσοι σκληροί μπίζνεσμεν βλέπουν σε τούτες τις σταγόνες μια μεγάλη ευκαιρία για ακόμη μεγαλύτερα κέρδη, κόντρα στον νόμο της φθίνουσας απόδοσης;
 
Πόσοι; Σίγουρα λιγότεροι απ’ τον Μοχάμεντ και τους ομοίους του. Και προσοχή: όλες οι σταγόνες δεν είναι ίδιες.