Το πάρκο, δίπλα στο επιβλητικό πανεπιστήμιο του Αμβούργου, είναι μεγάλο και περιποιημένο, όπως όλα τα πάρκα σε αυτή την καταπράσινη, όμορφη πόλη. Ψηλά δέντρα, δρομάκια φροντισμένα, πεντακάθαρα, περαστικοί αμέριμνοι να κάνουν βόλτες.

Απέναντι από το σταθμό του μετρό, ακριβώς στα πρώτα δέντρα του πάρκου, οι τρεις μεγάλες άσπρες τέντες μισοκαλύπτονται από τα πανώ με τα συνθήματα. «Ζήτω η Αντίσταση», παλαιστινιακές σημαίες, και η αστυνομία πανταχού παρούσα τριγύρω. Η φοιτητική κατάληψη για την Παλαιστίνη δεν έχει γίνει στο Πανεπιστήμιο, έχει γίνει εδώ, στο πάρκο, ακριβώς δίπλα.

Γύρω στα 60-70 νέα παιδιά είναι παρόντα, την ώρα που φτάνω στο χώρο. Όταν θα φύγω, γύρω στις εννιά το βράδυ, ο αριθμός θα είναι διπλάσιος.

Κάθε βράδυ τριάντα άνθρωποι κοιμούνται εδώ, περιφρούρηση. Υπάρχουν έξι σκηνές μόνο γι’ αυτό, έξω από τις μεγάλες τέντες. «Η αστυνομία μας επέτρεψε μόνο έξι σκηνές και μας απαγορεύει να βάλουμε καρέκλες στο γρασίδι. Φέραμε εδώ τις μεγαλύτερες που είχαμε»,  μου λέει η Αντόνια – σκηνές για κάμπινγκ, που πριν χρησίμευαν για τις θερινές ειρηνικές περιπέτειες των παιδιών… Δίπλα τους ακριβώς είναι το ιατρείο τους, «χτύπησαν κάποιους, άνοιξαν κεφάλια» – από τότε, μετά τις πρώτες συγκρούσεις, λειτουργεί συνεχώς, και πάντα υπάρχει κάποιος υγειονομικός παρών.

Τα επεισόδια σήμερα δεν είναι συχνά, πια, στο Αμβούργο. «Η μεγαλύτερη καταστολή γίνεται στο Βερολίνο, είναι η πρωτεύουσα και δίνει και την εικόνα της χώρας προς τα έξω». Εκεί τα κεφάλια ανοίγουν κάθε μέρα, η βαρβαρότητα της αστυνομίας σε όλο της το μεγαλείο.

Με ξεναγούν στην κατάληψη. Είναι εντυπωσιακή η οργάνωση του χώρου, η καθαριότητα, η ευγένεια των παιδιών, η ησυχία που την σπάνε ξαφνικά οι φωνές «Λευτεριά στην Παλαιστίνη», τυχαία, όταν κάποιο από τα παιδιά θέλει να ξεκινήσει. Μελαχρινά και κατάξανθα κορίτσια, με μαντήλα ή χωρίς, όλες με την καφίγια στο λαιμό, είναι η πλειοψηφία. Γυναίκες; Εντυπωσιακά Παρούσες. Κι οι εκρήξεις των συνθημάτων ξεκινούν από αυτές, τουλάχιστον όσο εγώ βρίσκομαι στο χώρο.

Οι μεγάλες τέντες, δηλαδή το «ιατρείο», η κουζίνα, η τέντα εργασίας, η τέντα προσευχής, δε μετρούν στις έξι. «Όταν ξεκινήσαμε άρχισαν να έρχονται και πολλοί μουσουλμάνοι, που έμεναν μαζί μας, οπότε χρειάστηκε ένας χώρος προσευχής». Κλειστός, να μπορούν να κλείσουν από παντού, να μην τους βλέπουν κάποιοι επικίνδυνοι από τους περαστικούς. Φρόντισαν να κλείνουν από παντού και τις μεγάλες τέντες, να μη μπορεί να τους βλέπει και η αστυνομία. «Η κατάσταση δεν είναι σταθερή. Στην αρχή μας κτυπούσαν, τώρα μας αφήνουν, αρκεί να τηρούμε κάποιους κανόνες. Αυτοί οι κανόνες όμως όλο αλλάζουν.. Έχουμε κάποια νομικά ζητήματα που κοιτάμε να λύσουμε.. Θέλουμε να μείνουμε εδώ όσο χρειαστεί, και τουλάχιστον όλο τον Ιούνιο». Είναι πολλοί οι νεαροί παλαιστίνιοι, σύριοι, άνθρωποι από αραβικές κοινότητες, που στέκονται δίπλα και συμπράττουν με τους Γερμανούς κομμουνιστές φοιτητές. «Στην αρχή ερχόταν κυρίως μουσουλμάνοι, τώρα έρχονται και άλλοι. Ναι, κάτι αλλάζει. Από την αρχή μας στήριζε η παλαιστινιακή κοινότητα, μας φέρνουν πρωινό, φαγητό… κάποιοι μας έφεραν και χαλιά, φέρνουν ότι θεωρούν ότι μπορεί να χρειαστεί». Τα χαλιά στρώθηκαν στην τέντα προσευχής, παρά την αμηχανία που προκάλεσαν όταν έφτασαν. «Τώρα έρχονται και αρκετοί Γερμανοί. Σιγά σιγά βλέπουμε τον αριθμό να μεγαλώνει. Κάτι αλλάζει, αλλά  αργά. Μας φέρνουν φαγητό, καφέ, αλλά δε μένουν». Φοβούνται. Όπως και τα παιδιά που μου λένε, ναι, να βγάλω φωτογραφίες, αλλά σε όσες δημοσιευτούν παρακαλούν να μην φαίνονται πρόσωπα. «Έχουμε υποστήριξη, αλλά έχουμε και πολλούς που μας επιτίθενται». Κι αυτοί οι δεύτεροι είναι περισσότεροι.

Μαζευόμαστε, σιγά σιγά γινόμαστε παρέα. Θέλουν να μιλήσουν, τα μάτια τους λάμπουν. Σχεδόν όλοι μιλούν αγγλικά, όλοι ανεξαιρέτως θέλουν να μάθουν τι κάνουμε στην Ελλάδα για την Παλαιστίνη. Μιλάω ελεύθερα. Μου θυμίζει τη διαφορά μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας η ερώτηση του ντροπαλού αγοριού που κοιτάει κάτω όσο μου μιλάει. «Είπατε τη λέξη “γενοκτονία”. Επιτρέπεται να τη λέτε στην Ελλάδα; εδώ μας απαγορεύουν». Στη Γερμανία έχεις ελευθερία λόγου μόνο όταν οι απόψεις σου συμφωνούν με αυτές της κυβέρνησης, προφανώς. Κι όχι μόνο στη Γερμανία, πέραν του Παλαιστινιακού. Τους μιλάω για την κατάσταση του Τύπου στην Ελλάδα, για τον τρόπο κάλυψης της γενοκτονίας από τα συστημικά μέσα. Πικρά χαμόγελα και κεφάλια που κουνιούνται καταφατικά. «Ακριβώς όπως και εδώ». Ο έλεγχος του αφηγήματος, η καταστολή κάθε ελευθερίας της έκφρασης που το κράτος θεωρεί επικίνδυνη: η νέα ευρωπαϊκή “αξία”.

Η γερμανική κυβέρνηση εμπλέκεται όσο και οι ΗΠΑ στην εξελισσόμενη γενοκτονία, διαθέτοντας στο Ισραήλ το 30% των βομβών που ισοπεδώνουν τη Γάζα. Ήδη έχει, μάλιστα, κατατεθεί εις βάρος της μήνυση, για συνέργεια σε γενοκτονία, από κάτοικο της Γάζας, τον 32χρονο Αμπνταλραχμάν Τζουμάα, που είδε την οικογένειά του να δολοφονείται και το σπίτι του να γίνεται θρύψαλα, στο βομβαρδισμό της Ράφας της 20ης Φεβρουαρίου. Η αγγλόφωνη έκδοση του Σπήγκελ είχε αναφερθεί εκτενώς, με φωτογραφίες της 14 μηνών κόρης του, που την έχασε στους βομβαρδισμούς. H μήνυση, που κάνει ομάδα Παλαιστινίων, στρέφεται κατά του υπουργού Οικονομικών Ρόμπερτ Χάμπεκ, αφού αυτός υπογράφει και εγκρίνει όσες εξαγωγές εμπίπτουν στον γερμανικό νόμο περί ελέγχου πολεμικών όπλων. Οι εξαγωγές, οι άδειες εξαγωγών, μετά την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου, αποτελούν πιθανή εμπλοκή σε γενοκτονία και παραβίαση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου. Από την αρχή της γενοκτονίας, η γερμανική κυβέρνηση έχει εκδώσει περίπου 200 τέτοιες άδειες, στέλνοντας όπλα αξίας 326,5 εκατομμυρίων ευρώ στο Ισραήλ, αξίας περίπου 10 φορές μεγαλύτερης από ό,τι ολόκληρη την προηγούμενη χρονιά, κι αυτό είναι ενδεικτικό της εμπλοκής της στο έγκλημα. Σύμφωνα με το ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI), 53% του συνόλου των όπλων (και ανταλλακτικών, υλικών ραντάρ κλπ) που στέλνονται στο Ισραήλ προέρχονται από τις ΗΠΑ, περίπου 47% από τη Γερμανία, και το 0,6% από την Ιταλία. Μερικά πράγματα μιλάνε μόνα τους…

Το ψηλό καστανό κορίτσι με την καφίγια στέκεται πιο δίπλα, στο πηγαδάκι. Η ερώτησή της ήταν ίσως αγωνία και άλλων παιδιών που έρχονται εδώ κάθε μέρα, αφήνοντας πίσω ανήσυχους γονείς. «Και τι θα πούμε σε αυτούς που μας λένε πως τώρα είμαστε μικροί, θα μεγαλώσουμε όμως και θα καταλάβουμε; Ότι αυτά τα κάνουν πάντα οι νέοι;». Η ζωντανή συνείδηση του Ανθρώπου, που δεν δέχεται να υποχωρήσει, ανησυχεί για όσα της επιφυλάσσει το μέλλον.

Το πάρκο, το μεγάλο και όμορφο, με τα ψηλά δένδρα, μες στην καρδιά του Αμβούργου, τους χιτλερικούς χρόνους ήταν ένας από τους τόπους που οι ναζί συγκέντρωναν τους Εβραίους της πόλης, για να τους στείλουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. «Γινόταν εδώ, στην καρδιά της πόλης, κι όμως μετά ήταν πολλοί που είπαν “δεν ήξερα”», μου λέει ο Μάνφρεντ. Και ξανά…

.