Ασφαλώς, το κράτος κινεί γη και ουρανό για να μας σώσει. Δεν μας το χρωστά* μας κάνει ωστόσο, ενίοτε, τη χάρη. Αρέσκεται να το κάνει με τρόπο στιβαρό, επιτελικό: με υψηλής θεαματικότητας στρατιωτικές επιχειρήσεις διάσωσης και καταστολής, και με μανιώδη αποστολή εξατομικευμένων διαταγών με msm. Ο κατεξοχήν νομοθέτης μας λέγεται 112.

Παρ’όλη τη ρώμη και την αποφασιστικότητά τους, οι κρατικές επιχειρήσεις διάσωσης είναι πάντα ελλειμματικές. Τόσο απρόσμενες και γιγαντιαίες είναι οι συμφορές, που ακόμη και η μέγιστη προσπάθεια δεν επαρκεί. Το γεγονός μάλιστα ότι κράτη σαν τις ΗΠΑ, την Ιταλία ή τον Καναδά ταλαιπωρούνται με παρόμοιο τρόπο, επιβεβαιώνει ότι το κράτος μας ανήκει στην ελίτ του είδους. Το κράτος αξίζει τη συμπάθειά μας —και απαιτεί την ευγνωμοσύνη μας. Εν πάση περιπτώσει, το κράτος δεν ευθύνεται για την αποτυχία του* στην πραγματικότητα η λέξη αυτή δεν υφίσταται καν σε αναφορά προς το κράτος.

Ώστε το κράτος είναι παντελώς ανεύθυνο. Πρώτον, δεν φέρει καμία ευθύνη για τα δεινά που μας βρήκαν. Και, δεύτερον, δεν ευθύνεται για την αποτυχία του να τα αντιμετωπίσει. Ακόμη και όταν (σχεδόν πάντα) η συμφορά είναι πλήρως προβλέψιμη ή προκύπτει από παραλείψεις και ενέργειες του ίδιου του κράτους. Αν και η αδυναμία του να ανταπεξέλθει είναι επιλογή του, το κράτος δεν ψέγεται. Οι συμφορές είναι —συγχρόνως— απρόβλεπτες και αναπόφευκτες. Την ευθύνη για αυτές φέρουν, αφ’ενός, κάποιες απρόσωπες και ανεξιχνίαστες μέγα-δυνάμεις: η πανδημία, ο πόλεμος, οι αγορές, η κλιματική αλλαγή. Έτσι, σύνθετες κοινωνικές σχέσεις και διαδικασίες, στην ανάπτυξη, οργάνωση και λειτουργία των οποίων το κράτος είναι καθοριστικά αναμεμειγμένο, παρουσιάζονται ως αυτεξούσιες θεότητες που ενεργούν αποφασιστικά επί της κοινωνίας, χωρίς η τελευταία (και το κράτος της) να μπορεί να τις επηρεάσει. Μέσω αυτής της φετιχοποίησης, κοινωνικές διαδικασίες εμφανίζονται ως υπερ-κοινωνικές δυνάμεις —και οι συμφορές που επιφέρουν ως θέλημα θεού. Απομένει να τις εξευμενίζουμε στο διηνεκές, μπας και γλιτώσουμε.

Στον αντίποδα αυτών των υπέρ-κοινωνικών απροσδιόριστων δυνάμεων, την ευθύνη για τις συμφορές μας και την αποτυχία του κράτους να τις αντιμετωπίσει, φέρουν κάποιες εξατομικευμένες υπό-κοινωνικές μίκρο-δυνάμεις: εμείς —ή, σωστότερα, εσύ. Εσύ, που δεν εργάζεσαι αρκετά σκληρά, που δεν ζήτησες απόδειξη, που ξέχασες να βάλεις μάσκα, που δεν καθάρισες το οικόπεδό σου απ’τα ξερόχορτα, που ‘μαζί τα φαγες’, που δεν έκανες εμβόλιο, που μπήκες τσάμπα στο τραίνο, που δεν υπάκουσες τις διαταγές του 112. Εσύ, τέλος, που δεν έκανες όσα το κράτος-ιερέας απαιτεί για να εξευμενιστούν οι υπερ-κοινωνικές θεότητες. Για όλα τα δεινά, η ευθύνη είναι δική σου, προσωπικά.

Για να αποφύγει την απώλεια νομιμοποίησης του, είναι αναγκαίο για το κράτος να μετατρέψει τους πολίτες από δυνάμει πηγή αντίστασης, σε εξατομικευμένα και αυτό-υπευθυνοποιημένα υποκείμενα της ίδιας τους της υποτέλειας —ενισχύοντας έτσι την αποτελεσματικότητα της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Και, ενώ το κράτος διατείνεται κατευναστικά και δουλοπρεπώς έναντι των υπερ-κοινωνικών δυνάμεων, έναντι των υποτελών του —όταν δεν τους λοιδορεί και εξευτελίζει— το κράτος κινείται τιμωριτικά και εκδικητικά. Μάλιστα, με ακριβοδίκαιο (αν και, ίσως, λίγο κυνικό) τρόπο, δεν διστάζει να ενοχοποιήσει και τα υποκείμενα που το ίδιο δημιούργησε: τον Ακατάρτιστο Σταθμάρχη (διορισμένο βάσει των πατροπαράδοτων ηθών της πελατειακής διαφθοράς), το Μούτσο Μαντρόσκυλο (εκπαιδευμένο να επιτίθεται σε ό,τι φαίνεται να απειλεί την περιουσία του χεριού που τον ταΐζει), τον Ελαφοκυνηγό Μεταναστών (δολοφονικό ρατσιστικό παράγωγο της επίσημης μεταναστευτικής πολιτικής). Καταμερίζοντας την ευθύνη ανάμεσα στο μάκρο-επίπεδο αυτεξούσιων ύπερ-δυνάμεων και το μίκρο-επίπεδο της ατομικής συμπεριφοράς, το μέσο-επίπεδο της οργανωμένης επίσημης ενέργειας —το κράτος— διαφεύγει υπευθυνότητας.

Όχι απλώς ανεύθυνο, το κράτος είναι αλεξηύθηνο. Δεν αναγνωρίζει οποιαδήποτε ευθύνη έναντι της κοινωνίας. Μπορεί να σπεύσει προς αρωγήν της —το κάνει μάλιστα συχνά (αν και ανόρεχτα, αργοπορημένα και ελλειμματικά). Αλλά δεν οφείλει να το κάνει. Δρα εφόσον και στο βαθμό που το ίδιο κρίνει. Δεν δεσμεύεται. Κινητοποιείται για να σώσει ζωές και περιουσίες και, για να το επιτύχει, περιστέλλει δικαιώματα και νομοθετεί διαταγές δίχως διαβούλευση ή περίσκεψη. Η επέμβασή του κατά την έκτακτη ανάγκη διαστέλλει τις εξουσίες του —αλλά δεν το δεσμεύει σε κανένα καθήκον. Η δικαιηκή σχέση μεταξύ πολίτη και κράτους συρρικνώνεται στο εξής: το κράτος έχει απροσδιόριστη —και άρα αυθαίρετη— εξουσία να εξαπολύει διαταγές* ο πολίτης έχει απροσδιόριστο —δυνάμει απόλυτο— καθήκον να τις υπακούει. Εν ολίγοις, αυτό το κράτος είναι η καθαρή απόσταξη του νεοφιλελεύθερου πολιτικού προγράμματος: ένα ‘ισχυρό κράτος’ που επιβάλει τη συνθήκη του αγοραίου ανταγωνισμού σε ολόκληρη την κοινωνία και ταυτόχρονα αγνοεί και αποκρούει κοινωνικές και δημοκρατικές πιέσεις. Ο καλύτερος τρόπος μάλιστα για να στεγανοποιηθεί το κράτος είναι να καταστήσει εαυτόν πραγματικά ανήμπορο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της κοινωνίας. Αυτό το, αμιγώς νεοφιλελεύθερο κράτος είναι η πρώτη ιστορικά μορφή κράτους που δεν αναγνωρίζει κανένα καθήκον προς την κοινωνία.

ΙΙ.

Βασικός λόγος για τον οποίο το κράτος δεν δύναται να φέρει ευθύνη, είναι ότι ουδέποτε αποφασίζει ή πράττει. Όλες οι αποφάσεις και οι ενέργειές του είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού. Το κράτος δραστηριοποιείται μόνο όταν κάποια επιτακτική ανάγκη το υποχρεώνει, και ενεργεί όπως αυτή η ανάγκη υπαγορεύει. Ενώ λειτουργεί δικτατορικά, ασκώντας απεριόριστη εξουσία και περιστέλλοντας ή καταργώντας δικαιώματα κατά το δοκούν, το κράτος δεν ασκεί πολιτική, δεν χαράσσει στρατηγική, δεν λαμβάνει απόφαση. Αντιδρά απλώς, αντανακλαστικά, στις εκφράσεις τιτάνιων αυτεξούσιων δυνάμεων που υφίστανται, υποτίθεται, ανεξάρτητα από αυτό και τις οποίες δεν μπορεί να ελέγξει ή να επηρεάσει.

Όντας ανήμπορο για απόφαση, πράξη, στρατηγική και πολιτική, το κράτος παύει να είναι παράγοντας του ιστορικού γίγνεσθαι. Είναι απλώς έρμαιο των ορέξεων της αναγκαιότητας, ένα ενεργούμενο της συμφοράς. Έχοντας διακηρύξει το τέλος της ιστορίας, και αναγορεύσει εαυτόν ως την πλήρωσή της, το νεοφιλελεύθερο κράτος ανακαλύπτει ότι πέραν της ιστορίας δεν βρίσκεται η νιρβάνα της επιτελικής ‘διευθέτησης πραγμάτων’, αλλά η κόλαση της αναγκαιότητας: μια ανεξέλεγκτη, αναίτια φρίκη χωρίς διακρινόμενο τέλος.

Και όμως, ετούτο δεν είναι ένα κράτος εκτάκτου ανάγκης. Το κράτος εκτάκτου ανάγκης εγείρεται για να καταπολεμήσει κάποια συγκεκριμένη απειλή στη συνταγματική τάξη, την πολιτειακή ομαλότητα, ή τη ‘ζωή του έθνους’ —έναν πόλεμο, δηλαδή (απλό ή εμφύλιο) ή μια επανάσταση. Είναι ένα κράτος με συγκεκριμένη αποστολή —και ασκεί δικτατορική εξουσία για να τη διεκπεραιώσει. Άπαξ και εξουδετερώσει την απειλή, το κράτος εκτάκτου ανάγκης αίρεται και η εξουσία επιστρέφει στην κανονική/συνταγματική μορφή της. Το κράτος εκτάκτου ανάγκης, άρα, υπάρχει για έναν απολύτως συγκεκριμένο λόγο, και απώτερος στόχος του είναι να καταστήσει εαυτόν περιττό.

Απεναντίας, αν και το κράτος μας επίσης ασκεί δικτατορική εξουσία, είναι αβέβαιο για τι. Η απειλή ενάντια στη οποία εγείρεται μπορεί να είναι οτιδήποτε: πανδημία, πληθωρισμός, πλημμύρα ή πυρκαγιά (για να περιοριστούμε στο γράμμα π). Η απειλή είναι παν-μορφική —και ως εκ τούτου άμορφη. Εξίσου ασαφείς είναι οι επιδιώξεις και οι τακτικές του κράτους στη αντιμετώπισή της. Οι στόχοι της αντιμετώπισης κρίσεων είναι απροσδιόριστοι και, επακολούθως, η στρατηγική για την επίτευξή τους ανύπαρκτη. Σε αυτή τη βάση είναι φυσικά αδύνατον να εκτιμηθεί ο βαθμός επιτυχίας της κρατικής προσπάθειας ή κατά πόσο η σύγκρουση έχει περατωθεί ή συνεχίζεται. Το τελευταίο, πάντως, ελάχιστη σημασία έχει: ούτως ή άλλως, την παρούσα απειλή θα διαδεχθεί άμεσα κάποια άλλη. Η αναγκαιότητα είναι ατέρμονη.

Ώστε: το κράτος εκτάκτου ανάγκης εγείρεται για να εξουδετερώσει μια συγκεκριμένη απειλή, και στόχος του είναι να καταστήσει εαυτόν περιττό. Αντίθετα, το κράτος της αέναης ψευδό-ανάγκης ανάγει την απειλή σε οντολογική συνθήκη και επιδιώκει να διαιωνίσει εαυτόν ως τέτοιο.

ΙΙΙ.

Η αδυναμία του να παράγει πολιτική, να χαράσσει στρατηγική, να τηρεί δημοκρατικές αρχές ή έστω μια φιλελεύθερη νομιμότητα —τίποτα από αυτά δεν αποτελεί πρόβλημα για το επιτελικό κράτος. Αντιθέτως, καταφάσκουν πλήρως με τον αυτοπροσδιορισμό του. Το επιτελικό κράτος είναι ακριβώς ένα κράτος απολιτικό, αηθές, δίχως αρχές ή έστω ιδεολογίες, αδέσμευτο από δικαιακούς κανόνες και δημοκρατικές αρχές. Είναι ένα κράτος που διεκπεραιώνει υποθέσεις άρτια, γρήγορα, και σε χαμηλό κόστος.

Για αυτό το κράτος, το πρόβλημα είναι ότι αποτυγχάνει σε αυτή την τεχνοκρατική διαχείριση. Οι φωτιές σβήνουν μόνο άμα γυρίσει ο άνεμος* οι πλημμύρες ξαναρχίζουν όταν ξαναβρέξει* ο πληθωρισμός τιθασεύεται μόνο από ύφεση. Στην πανδημία, το επιτελικό κράτος δεν μπορούσε να δώσει σε έναν γιατρό μια μάσκα —για μήνες. Δυσκολεύεται ακόμη και στη αριθμητική: ο αριθμός των νεκρών της πανδημίας ποικίλει ανάλογα με τη μέθοδο μέτρησης —υπάρχουν τουλάχιστον τρείς και η κάθε μία δίνει διαφορετικό άθροισμα. Κάπως καθυστερημένα, το κράτος υιοθέτησε και επέβαλε αυτήν που δίνει το μικρότερο. Παρομοίως, ο αριθμός των νεκρών και αγνοουμένων στα Τέμπη παρέμεινε συγκεχυμένος για πολύ —η πιθανότητα, βλέπετε, οι επιβάτες να είναι περισσότεροι από το εισιτήρια δυσκόλευε τον υπολογισμό. Όσο για το ναυάγιο της Πύλου, αριθμοί δεν υπάρχουν ούτε κατά προσέγγιση: οι λαθραίες ζωές τριτοκοσμικών ξένων δεν είναι ζήτημα για το κράτος μας, ακόμη και αν (ο κόσμος το’χει τούμπανο) το κράτος έβαλε το χεράκι του στο χαμό τους. Εν πάση περιπτώσει, το κράτος δυσκολεύεται στην πρόσθεση —ή φοβάται την άλγεβρα. Αυτή η εικόνα δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτική για ένα τεχνοκρατικό, επιτελικό κράτος.

Δεν είναι οι νεκροί που μετράνε, αλλά το μέτρημα των νεκρών. Για το επιτελικό κράτος οι νεκροί καθαυτοί δεν είναι ζήτημα —ακόμη και αν είναι πολλοί (πόσοι νεκροί είναι πολλοί;). Απεναντίας: το επιτελικό κράτος είναι ο πρόσφατος (και κάπως πρόχειρος) αυτοπροσδιορισμός του νεοφιλελεύθερου κράτους. Η συνολική πολιτική του νεοφιλελεύθερου κράτους είναι η αφομοίωση της ζωής σε όλες τις εκφάνσεις της —ως κοινωνικότητα, εργασία, σχόλη και βιολογία— από τη διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου. Η αφομοίωση αυτή γίνεται με τη ζωή να θεωρείται κόστος παραγωγής —οπότε και όλες οι ενέργειες του κράτους συγκλίνουν στη μείωσή του, στην απαξίωση της ζωής. Οι εκατόμβες νεκρών —ιδίως ‘μη παραγωγικών’ ανθρώπων— αποτελούν όχι μόνο αποτέλεσμα αλλά και θρίαμβο του επιτελικού κράτους —οι βάναυσες περικοπές ενός ήδη σακατεμένου συστήματος δημόσιας υγείας εν μέσω πανδημίας είναι αλάθητο τεκμήριο. Αν δεν συγκρατούνταν από μια παράκαιρη συντηρητική σεμνοτυφία, το κράτος θα ξέσπαγε σε πανηγυρισμούς.

Υπάρχει πάντως ένα καίριο πρόβλημα και συνοψίζεται ως εξής: αν δεν μπορεί ούτε να μετρήσει τους νεκρούς του, τότε τί μπορεί να κάνει αυτό το κράτος;

Αν δεν καθοδηγείται από δημοκρατικές αρχές και ούτε τις σέβεται* αν δεν δεσμεύεται από τον ίδιον του το νόμο* αν δεν έχει ούτε καθήκον ούτε ευθύνη προς την κοινωνία* αν δεν προσβλέπει σε ένα καλύτερο μέλλον και δεν έχει ούτε σχέδιο ούτε διάθεση για κάτι τέτοιο —τότε γιατί υπάρχει; Επιπλέον: αν δεν ασκεί εξουσία ώστε να βελτιώσει τους όρους ζωής της κοινωνίας αλλά την τιμωρεί, απαξιώνει και, τελικά, σκοτώνει —μήπως τότε το κράτος δεν είναι συνοδοιπόρος και προστάτης στην εφιαλτική μας πραγματικότητα, αλλά αυτουργός της; Μήπως, τελικά, η μόνη συμφορά που μας βρήκε είναι η κοινωνική τάξη που το κράτος επιβάλλει;

Ξέρουμε από παλιά ότι η κοινωνία θέτει στον εαυτό της μόνο τα ερωτήματα που είναι ήδη έτοιμη να απαντήσει. Όταν θέσει αυτό το ερώτημα θα είναι ήδη αργά —για το κράτος.

Ο Χρήστος Μουκάλας είναι θεωρητικός του κράτους και του δικαίου. Διδάσκει νομικά στο Northumbria University της Μεγάλης Βρετανίας. Ερευνά κυρίως το δίκαιο και την πολιτική ασφάλειας των δυτικών κρατών. Στις δημοσιεύσεις του συμπεριλαμβάνονται οι μονογραφίες Homeland security, its law and its state και Biosecurity, economic collapse, the state to come—political power in the pandemic and beyond.