Η υπογραφή της συμφωνίας ακολουθεί δύο αποφάσεις του Συμβουλίου της ΕΕ, που ελήφθησαν στις 9 Ιανουαρίου, με τις οποίες δόθηκε το «πράσινο φως» τόσο για τη συμφωνία εταιρικής σχέσης ΕΕ–Mercosur όσο και για την ενδιάμεση εμπορική συμφωνία (iTA) μεταξύ της ΕΕ και των χωρών της Mercosur – της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Παραγουάης και της Ουρουγουάης.

Την Τετάρτη 21 Ιανουαρίου, η Ολομέλεια του ΕΚ στο Στρασβούργο θα ψηφίσει δύο προτάσεις ευρωβουλευτών για το ενδεχόμενο παραπομπής της συμφωνίας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να εξεταστεί η συμβατότητά της με τις Συνθήκες της ΕΕ.

Η πρωτοβουλία αυτή ξεκίνησε τον Νοέμβριο από 145 ευρωβουλευτές από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, τους Σοσιαλιστές και Δημοκράτες, το Renew, τους Πράσινους και την Αριστερά. Σύμφωνα με τη θεσμική διαδικασία, εφόσον το Δικαστήριο γνωμοδοτήσει αρνητικά, η συμφωνία δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ χωρίς τροποποιήσεις.

Σε πρακτικό επίπεδο, η συμφωνία ανοίγει τον δρόμο για αυξημένες εξαγωγές ευρωπαϊκών οχημάτων, μηχανημάτων, κρασιών και οινοπνευματωδών προς τη Λατινική Αμερική, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνει την εισαγωγή προϊόντων όπως βόειο κρέας, ζάχαρη, ρύζι, μέλι και σόγια από τη Νότια Αμερική.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως και χώρες όπως η Γερμανία και η Ισπανία, υποστηρίζουν ότι η συμφωνία αποτελεί βασικό εργαλείο για το άνοιγμα νέων αγορών, την αντιστάθμιση των επιπτώσεων από τους αμερικανικούς δασμούς και τη μείωση της εξάρτησης της ΕΕ από την Κίνα, ιδίως σε κρίσιμες πρώτες ύλες.

Στον αντίποδα, χώρες όπως η Γαλλία –ο μεγαλύτερος αγροτικός παραγωγός της ΕΕ– εκφράζουν έντονες αντιρρήσεις, προειδοποιώντας ότι η συμφωνία θα οδηγήσει σε μαζικές εισαγωγές φθηνών αγροτικών προϊόντων, πλήττοντας τους Ευρωπαίους αγρότες.

Οι αγρότες διαμαρτύροντας σε όλη την Ευρώπη, υποστηρίζοντας πως οι χώρες της Mercosur παράγουν αγροτικά προϊόντα με σημαντικά χαμηλότερο κόστος, ενώ εφαρμόζουν πιο χαλαρούς κανόνες σε ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας, χρήσης φυτοφαρμάκων και καλής διαβίωσης των ζώων. Αν και η ΕΕ προβλέπει ελέγχους στα εισαγόμενα τρόφιμα, αγροτικές οργανώσεις και περιβαλλοντικές συλλογικότητες αμφισβητούν την επάρκεια και την αποτελεσματικότητά τους.