Αν υπάρχει μια «μυθολογία» της Μεταπολίτευσης, όπου μέσα σε αυτήν περιλαμβάνονται εκτός από τις ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες που κατασκεύασαν ουσιαστικά τη σύγχρονη Ελλάδα, και όλες εκείνες οι «μυθικές» πολιτικές προσωπικότητες που διαμόρφωσαν δυναμικά τον μεταπολιτευτικό χρονότοπο, τότε εξέχουσα θέση σε αυτήν κατέχει η πολιτική φυσιογνωμία του Άγγελου Ελεφάντη. Πράγματι, ο Άγγελος Ελεφάντης (1936-2008) υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς διανοητές του ρεύματος της ανανεωτικής Αριστεράς στα μεταπολιτευτικά χρόνια, ένας από τους σκαπανείς του σύγχρονου στοχασμού ο οποίος τόσο με το συγγραφικό του έργο όσο και με το πολιτικό του εκτόπισμα, ταυτοχρόνως ανέδειξε, διερεύνησε και διεύρυνε ενεργά τα ιδεολογικά, πολιτικά και πολιτισμικά ρήγματα στον χώρο της κομμουνιστικής Αριστεράς έτσι όπως αυτά εκδηλώθηκαν με συνταρακτική ένταση από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα.

Τα χρόνια στη Γαλλία

Γεννημένος το 1936 στο Καρπενήσι, ο Άγγελος Ελεφάνης μετοίκησε με την οικογένειά του -οικογένεια αντιστασιακών- στην Αθήνα το 1953. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Αρρένων Χαλανδρίου ως αριστούχος και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή Αθηνών το 1964. Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων εντάχθηκε στην ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά). Το φθινόπωρο του 1964 μετέβη στο Παρίσι, όπου σπούδασε ανθρωπολογία και κοινωνιολογία στη Σορβόννη, καθώς και ιστορία στην École Pratique des Hautes Études υπό την επίβλεψη του Ζωρζ Χωπτ. Η περίοδος αυτή συμπίπτει με την έντονη πολιτική κινητικότητα που οδήγησε στον Μάη του 1968, με τον Ελεφάντη να εμπνέεται από τις πολιτικές ζυμώσεις της περιόδου. Το 1973 παρουσίασε την (ανέκδοτη μέχρι σήμερα) εργασία του «Le Parti Communiste de Grece devant la Resistance» (Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας μπροστά στην Αντίσταση). Στο Παρίσι συνδέθηκε με κύκλους της ευρύτερης αριστερής διανόησης και ανέπτυξε έντονο ενδιαφέρον για την αυτοδιαχείριση (autogestion), ενώ οι σαφείς αντισταλινικές του θέσεις σύντομα τον έφεραν σε αντιπαράθεση με το Κ.Κ.Ε.. Το 1968, λίγο μετά την εισβολή των Σοβιετικών τανκς στη Τσεχοσλοβακία και με την ακόλουθη διάσπαση του Κ.Κ.Ε. στην ιστορική 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής, εντάχθηκε στο Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού, μια πολιτική και ιδεολογική απόφαση που υπερασπίστηκε με σταθερότητα μέχρι το τέλος της ζωής του, παρά τις κατά καιρούς συγκρούσεις και διαφωνίες που αναδύθηκαν στον χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς.

Στη Γαλλία, ο Ελεφάντης συμμετείχε ενεργά στην έκδοση των πολιτικών περιοδικών: «Ελληνική Παρουσία», «Πορεία» (όργανο της ΕΠΕΣ, συλλόγου των Ελλήνων φοιτητών του Παρισιού, στο ΔΣ του οποίου υπήρξε για πολλά χρόνια μέλος), «L’ Autre Grèce» (αντιδικτατορική έκδοση των Ελλήνων του Παρισιού) και «Αγώνας» (όργανο του Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού στο Παρίσι). Στη συντακτική επιτροπή του «Αγώνα» συμμετείχαν επίσης ο Παναγιώτης Σκούφης, ο οποίος έγραφε κατά κανόνα και το κύριο άρθρο, ο Ντίνος Γεωργούδης, ο Νίκος Πουλαντζάς, ο Κώστας Διαφωνίδης και ο Νίκος Χατζηνικολάου.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει σε ένα κείμενο του Ελεφάντη που δημοσιεύτηκε στον «Αγώνα», το οποίο έδωσε βήμα στους πρωτεργάτες του «Χάους», δηλαδή στα μέλη του Κ.Κ.Ε. που αυτονομήθηκαν το 1968, όντας εξόριστοι στο στρατόπεδο Παρθένι της Λέρου. Η τότε ηγεσία του Κ.Κ.Ε. χαρακτήρισε τις πολιτικές τους θέσεις ως «χαοτικές». Το κείμενο του με τίτλο «Μερικές απόψεις για το Χάος ή το χάος μερικών απόψεων» [τχ. 2, Φεβρουάριος 1971] αποτέλεσε μια τολμηρή παρέμβαση που έφερε τον Άγγελο Ελεφάντη όχι μόνο σε ευθεία αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του Κ.Κ.Ε., αλλά και με τμήματα του Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού, τα οποία διαφωνούσαν έντονα με τους «χαοτικούς» της Λέρου. Σχετικά με το «Χάος», ο Αντώνης Καρκαγιάννης -ηγετική φυσιογνωμία του ρεύματος και στενός φίλος του Ελεφάντη- έγραψε στην εφημερίδα Η Καθημερινή (3/4/2002), λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του συνεξόριστού του στο στρατόπεδο της Λέρου, Δήμου Μαυρομμάτη: «Το «χάος» ήταν η συνολική και ως τα έσχατα αμφισβήτηση της Αριστεράς, όπως μέχρι τότε την είχαμε γνωρίσει με όλα τα ιερά και τα όσιά της και με όλα τα συναξάρια των αγίων της. Ήταν ο απόηχος μιας σύγκρουσης που είχε ήδη αρχίσει έξω από τα στρατόπεδα, στα πανεπιστήμια και στους δρόμους, ανάμεσα στη ζωντανή Αριστερά της ΕΔΑ και των Λαμπράκηδων και της αποστεωμένης Αριστεράς της «φυλακής και της εξορίας».

Η σχέση του Άγγελου Ελεφάντη με τους αποκαλούμενους «χαοτικούς» -παρότι ο ίδιος δεν υιοθέτησε ποτέ τις πολιτικές τους θέσεις και αναζητήσεις- υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της πολιτικής του ταυτότητας ως μέλους της  ανανεωτικής Αριστεράς, παρουσιάζοντάς έναν «νέο τρόπο του να είναι κανείς κομμουνιστής» όπως σχολιάζει ο Κωστής Καρπόζηλος στο βιβλίο του «Ελληνικός κομμουνισμός». Επρόκειτο για έναν ιδεολογικό, πολιτικό και κοινωνικό χώρο που επιδίωκε την οριστική απομάκρυνση αφενός από κάθε σύνδεση με την Ε.Σ.Σ.Δ. και τα κομμουνιστικά κόμματα που ήταν προσκείμενα στο Κ.Κ.Σ.Ε., αφετέρου με τις πολιτικές επιλογές του Κ.Κ.Ε. που οδήγησαν στον Εμφύλιο Πόλεμο και στην ήττα των ελληνικών κομμουνιστικών δυνάμεων. Ο Άγγελος Ελεφάντης, με αναφορά στον ιστορικό κομμουνισμό, εντάσσεται στον κύκλο τον διανοούμενων που επιδίωξαν να διευρύνουν τη συζήτηση για την επαναδιαπραγμάτευση του πρόσφατου πολιτικού παρελθόντος της εγχώριας Αριστεράς, σε άμεση συνύφανση με την ουσιαστική κριτική προς τη δρώσα μεταπολιτευτική Αριστερά σε όλες τις εκδοχές που έλαβε εκείνα τα χρόνια.

 

Η έκδοση του «Πολίτη»

Θέτοντας σε τροχιά αυτού του είδους τις θεωρητικές αναζητήσεις, ο Άγγελος Ελεφάντης επέστρεψε στην Αθήνα μετά την πτώση της δικτατορίας και μαζί με τον Δήμο Μαυρομμάτη και τον Αντώνη Καρκαγιάννη ξεκίνησαν τις συζητήσεις για την έκδοση ενός νέου μηνιαίου περιοδικού «πολιτικής παιδείας», τον «Πολίτη». Ύστερα από δύο χρόνια προετοιμασίας, τον Μάιο του 1976 κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του περιοδικού, με τον Ελεφάντη αρχικά ως μέλος της γραμματείας σύνταξης. Λίγο αργότερα ανέλαβε πλήρως τη διεύθυνση του περιοδικού, την οποία διατήρησε μέχρι τον θάνατό του το 2008. Παράλληλα, διηύθυνε το Δεκαπενθήμερο Πολίτη, που ξεκίνησε να εκδίδεται το 1983, καθώς και τις ομώνυμες εκδόσεις. Από τις στήλες του «Πολίτη» και μέσα από τη συλλογικότητα που αναπτύχθηκε γύρω από αυτό, ο Άγγελος Ελεφάντης παρενέβαινε ουσιαστικά στα πολιτικά πράγματα της χώρας, υπερασπιζόμενος μαχητικά τον χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς.

Μέσα από τις σελίδες του «Πολίτη», ο Άγγελος Ελεφάντης διαμόρφωσε ένα εγχείρημα που υπερέβη κατά πολύ τα όρια ενός περιοδικού της πολιτισμικής Αριστεράς ή μιας απλής πολιτικής συλλογικότητας. Ο Πολίτης λειτούργησε ως ένα δυναμικό «εργαστήρι ιδεών», ένας πνευματικός τόπος συνεύρεσης των ποικίλων ρευμάτων της μεταπολιτευτικής Αριστεράς, σε μια περίοδο έντονων πολιτικών ζυμώσεων και ιδεολογικής ανασύνταξης. Στο πλαίσιο αυτό, η κριτική σκέψη συνυφαινόταν με θεωρητικές και επιστημονικές αναλύσεις, φιλοξενώντας ερμηνευτικές προσεγγίσεις που κατέγραφαν όχι μόνο τα κεντρικά πολιτικά και κοινωνικά διακυβεύματα της εποχής, αλλά και τις εσωτερικές αντιφάσεις που απασχολούσαν την προοδευτική διανόηση κατά τις διαφορετικές φάσεις της Μεταπολίτευσης. Επίσης, η εμβέλεια του «Πολίτη» δεν περιοριζόταν στη σφαίρα του γραπτού λόγου. Ο Ελεφάντης, μέσα από τη θέση του ως εκδότης και διευθυντής, συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός διαρκούς διαλόγου ανάμεσα σε πανεπιστημιακούς, συγγραφείς, καλλιτέχνες, δημοσιογράφους και πολιτικούς ακτιβιστές, ενθαρρύνοντας την ανταλλαγή απόψεων και την παραγωγή νέων πολιτικών και πολιτισμικών εργαλείων ανάλυσης. Η συλλογικότητα που αναπτύχθηκε γύρω από το περιοδικό αποτέλεσε, με τον καιρό, σημείο αναφοράς για την ανανεωτική Αριστερά, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως χώρος θεωρητικής τεκμηρίωσης και πολιτικής παρέμβασης. Για αυτό οφείλει να τονιστεί πως η φυσιογνωμία του περιοδικού σίγουρα καθορίστηκε αποφασιστικά από τον Άγγελο Ελεφάντη, αλλά η ουσία του υπήρξε συλλογική. Στη συντακτική ομάδα και στις σελίδες του συμμετείχαν διακεκριμένοι διανοούμενοι όπως ο Διονύσης Καψάλης, ο Αριστείδης Μπαλτάς, ο Παντελής Μπουκάλας, ο Γιώργος Σεφερτζής, ο Δημήτρης Φατούρος, ο Γρηγόρης Σηφάκης, ο Δημήτρης Μαρωνίτης, ο Αντώνης Μαντικάκης και πολλοί άλλοι παλιοί και νέοι διανοούμενοι της εποχής, συγκροτώντας μια άτυπη «σχολή μαθητείας» όπου η πολιτική ανάλυση συνυπήρχε με τη φιλολογία, τη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία. Για παράδειγμα, ο Αριστείδης Μπαλτάς, ανατρέχοντας στο πνεύμα του περιοδικού, εξήγησε ότι αυτό που τους δίδασκε έμμεσα Ο Πολίτης ήταν μια μορφή «δημοκρατίας της ποιότητας», όχι άθροισμα ίσων απόψεων ούτε αυστηρό δογματισμό, αλλά μια εκδοχή της δημοκρατίας που έθετε ως βασικό κριτήριο την πνευματική και πολιτική στάθμη των κειμένων.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της κυκλοφορίας του, ο Ελεφάντης δεν δίστασε να ανοίξει μετωπικές αντιπαραθέσεις σε ζητήματα στρατηγικής και ιδεολογικής κατεύθυνσης. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η στάση του απέναντι στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τον Ανδρέα Παπανδρέου, τους οποίους αντιμετώπισε με πύρινο κριτικό λόγο, αναγνωρίζοντας από νωρίς τα σημάδια μιας σταδιακής απομάκρυνσης του Κινήματος από τις σοσιαλιστικές του καταβολές. Η κριτική αυτή αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στο μνημειώδες άρθρο «ΠΑΣΟΚ: Λαϊκισμός ή Σοσιαλισμός;», το οποίο συνέγραψε μαζί με τον Μάκη Καβουριάρη λίγο πριν τις βουλευτικές εκλογές του 1977. Το κείμενο αυτό, παρότι αποτέλεσε αιχμηρή παρέμβαση εναντίον ενός νεοσύστατου τότε κόμματος της κεντροαριστεράς, προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις, πολλές από τις οποίες εξακολουθούν να απασχολούν τον δημόσιο διάλογο έως σήμερα. Πέρα όμως από την αντιπαράθεση, το άρθρο εισήγαγε με συστηματικό τρόπο την έννοια του λαϊκισμού στην ελληνική δημόσια και ακαδημαϊκή σφαίρα, εγκαινιάζοντας ένα πλαίσιο προβληματισμού που αργότερα θα βρει απήχηση και σε ευρύτερα ιδεολογικά ρεύματα.

Ίσως να μην αποτελεί «λαθροχειρία» να ειπωθεί ότι ο Ελεφάντης υπήρξε ο πνευματικός «πατέρας» του αντιλαϊκιστικού λόγου εντός της κριτικής Αριστεράς, σε μια εποχή όπου η συζήτηση για τον λαϊκισμό δεν είχε ακόμη αποσαφηνιστεί εννοιολογικά. Με τη διεισδυτική του σκέψη και την ικανότητα να συνδυάζει την πολιτική ανάλυση με την πολιτισμική ερμηνεία, συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός λόγου που στόχευε στην αναλυτική αποδόμηση του φαινομένου, αναζητώντας εναλλακτικούς δρόμους για την ανανεωτική Αριστερά στην Ελλάδα και διεθνώς.

Πέρα από τον «Πολίτη», ο Άγγελος Ελεφάντης διεύρυνε τη δημόσια και εκδοτική του παρουσία, συμμετέχοντας ενεργά σε πλήθος εγχειρημάτων που συνδέονταν με τον πολιτικό και πνευματικό λόγο της Αριστεράς. Από το 1996 άρχισε να γράφει σταθερά (ανά δεκαπενθήμερο) στο ένθετο «Ενθέματα» της Κυριακάτικης Αυγής,  το οποίο τότε διηύθυνε το Γιάννης Βούλγαρης. Το 2000 και έως τον θάνατό του ανέλαβε την διεύθυνσή του (από το 2002 με βοηθό τον Στρατή Μπουρνάζο). Στο πλαίσιο της εφημερίδας, διετέλεσε διαδοχικά αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, επιβεβαιώνοντας την πολυεπίπεδη σχέση του με το έντυπο και την πολιτική του κατεύθυνση. Παράλληλα, υπήρξε ιδρυτικό μέλος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), όπου επιμελήθηκε τη σειρά «Μαρτυρίες», συμβάλλοντας στη διάσωση, τεκμηρίωση και ανάδειξη πρωτογενών πηγών για την πολιτική και κοινωνική ιστορία της χώρας. Το 1998 συγκαταλέχθηκε στους ιδρυτές της εφημερίδας «Η Εποχή», ενός ακόμη εγχειρήματος που στόχευε στη στήριξη και διάδοση του ανανεωτικού αριστερού λόγου.

 

Ωστόσο, ο Πολίτης παρέμεινε το magnum opus του Άγγελου Ελεφάντη, το κορυφαίο έργο και η πλέον αναγνωρίσιμη πνευματική του παρακαταθήκη, σε συνάφεια με το συγγραφικό του έργο. Στις σελίδες του αποτυπώθηκε η δυναμική και επίμονη προσπάθειά του να συμβάλει στη διαμόρφωση της μεταπολιτευτικής πολιτικής κουλτούρας της Ελλάδας, συνδυάζοντας την θεωρητική ανάλυση με την πολιτική παρέμβαση και την πολιτισμική ερμηνεία. Παρά την ιδεολογική και θεωρητική πολυσυλλεκτικότητα της συντακτικής ομάδας του περιοδικού, η φυσιογνωμία του «Πολίτη» συνδέθηκε άρρηκτα με το όνομα και το πολιτικό εκτόπισμα του Άγγελου Ελεφάντη. Για έναν στοχαστή που εναντιώθηκε συστηματικά στον συγκεντρωτισμό και τον αρχηγισμό της εξουσίας, αυτή η προσωποκεντρική ταύτιση του εντύπου με την προσωπικότητά του αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικές αντιφάσεις της διαδρομής του -και συνάμα, ένδειξη του βάρους της συμβολής του στο πολιτικό και πνευματικό γίγνεσθαι της Μεταπολίτευσης. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι αυτή η προσωποκεντρική ταύτιση δεν συναντάται τόσο έντονα σε άλλα εμβληματικά έντυπα της Αριστεράς της Μεταπολίτευσης, όπως το «Αντί» του Χρήστου Παπουτσάκη ή ο «Σχολιαστής» του Γιώργου Πιτουρόπουλου∙ περιοδικά που γνώρισαν ευρεία διάδοση στα πρώτα χρόνια της μεταπολιτευτικής περιόδου και διαδραμάτισαν ρόλο εξίσου καθοριστικό με εκείνον του «Πολίτη».

Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ο Άγγελος Ελεφάντης κατόρθωσε να αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά του σε κάθε εγχείρημα στο οποίο συμμετείχε, συμβάλλοντας στη συγκρότηση μιας ιδιότυπης «μυθολογίας» γύρω από τη μορφή του ως στοχαστή της ανανεωτικής Αριστεράς. Η επιρροή του υπήρξε τέτοιας έντασης, ώστε οι παρεμβάσεις του να ασκήσουν καθοριστικό ρόλο στην ιδεολογική διαμόρφωση και τη στρατηγική κατεύθυνση αυτού του πολιτικού χώρου, ιδίως όσο η περίοδος της Μεταπολίτευσης ωρίμαζε και οι πολιτικές αντιθέσεις οξύνονταν. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που οι πολιτικές του αναλύσεις και οι θεωρητικές του τοποθετήσεις εξακολουθούν μέχρι σήμερα να αποτελούν αντικείμενο επιστημονικής έρευνας και πολιτικού διαλόγου, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονικότητα και τη βαρύτητα του έργου του, τόσο ως προς την ιστορική του συμβολή στον πολιτικό χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς όσο και ως προς την εν γένει επίδρασή του στη διαμόρφωση της πολιτικής κουλτούρας της Μεταπολίτευσης.

Υπό αυτό το πρίσμα, δεν προκαλεί εντύπωση ότι ο Πολίτης παρέμεινε χαραγμένος στη συλλογική μνήμη ως «ο Πολίτης του Άγγελου» και όχι, όπως ο ίδιος θα επιθυμούσε, «ο Άγγελος του Πολίτη».