Με αυξημένα μέτρα ασφαλείας, ισχυρή αστυνομική παρουσία και εντατικούς ελέγχους κατά την είσοδο στο Συνεδριακό Κέντρο του Γαιόπολις, ξεκίνησε και η τρίτη ημέρα της κύριας δίκης για το σιδηροδρομικό έγκλημα στα Τέμπη.
Η συνήγορος συγγενών θυμάτων, Ζωή Κωνσταντοπούλου, δήλωσε ότι προτίθεται να προσφύγει σε διεθνείς οργανισμούς για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καταγγέλλοντας οργανωμένη προσπάθεια παρεμπόδισης της άσκησης των καθηκόντων της. Έκανε λόγο για σοβαρές παραβιάσεις των αρχών της δίκαιης δίκης, υπογραμμίζοντας ότι η διαδικασία εξακολουθεί να αποτελεί «οικτρή δοκιμασία» για τις οικογένειες των θυμάτων και τους επιζώντες. Παράλληλα, επισήμανε την έντονη αστυνομική παρουσία και περιστατικά βίας, τα οποία, όπως είπε, συνθέτουν μια εικόνα που πλήττει το κράτος δικαίου. Διαμήνυσε, τέλος, ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσει, τονίζοντας πως «ούτε κυκλώματα, ούτε μαφίες, ούτε μηχανισμοί εξουσίας» την εμπόδισαν ποτέ στο παρελθόν να ασκήσει τα καθήκοντά της.
«Δεν μπορεί να μπαζωθεί τι γίνεται σε αυτή τη δίκη (…) Κάθε προσπάθεια ποινικοποίησης της άσκησης του λειτουργήματός μου θα καταγγέλλεται διότι αυτά που γίνονται σε αυτή τη δίκη είναι πρωτοφανή και όποιος τα επιτρέπει έχει πρωτοφανή ευθύνη» ανέφερε στο δικαστήριο η Κωνσταντοπούλου.
Την ίδια ώρα, η οικογένεια Τιλκερίδη προσφεύγει στον Άρειο Πάγο, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της αποχής δικαστή και της αποδοχής της από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, στη δίκη που αφορά τα «χαμένα» βίντεο από τον Εμπορευματικό Σταθμό Θεσσαλονίκης. Όπως ανέφερε η δικηγόρος Στέλλα Βαλάνη, θα κατατεθεί σχετική αίτηση ώστε να εξεταστεί αν οι συγκεκριμένες διαδικαστικές ενέργειες είναι σύμφωνες με τον νόμο. Η ίδια συνέδεσε την εξέλιξη αυτή με την αναβολή της δίκης, μετά την αποδοχή της δήλωσης αποχής της προέδρου του δικαστηρίου.
Σύμφωνα με την πλευρά της κατηγορίας, έχει πλέον συγκεντρωθεί σημαντικά ενισχυμένο αποδεικτικό υλικό, το οποίο δεν είχε συμπεριληφθεί στη δικογραφία κατά τη διάρκεια της πολυετούς ανάκρισης. Εκτιμάται ότι τα νέα αυτά στοιχεία θα επηρεάσουν ουσιαστικά την πορεία της υπόθεσης, τόσο ως προς τη βαρύτητα των κατηγοριών όσο και ως προς τον αριθμό των εμπλεκομένων. Η δικηγόρος έκανε λόγο για ευρήματα από κατασχεθέν υλικό που αφορούν κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης, σημειώνοντας ότι ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε αναβάθμιση κατηγοριών σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και σε διεύρυνση του κατηγορητηρίου με νέα πρόσωπα.
Κατά την τρίτη ημέρα της δίκης, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο δικαστήριο και οι γονείς της Εριέττας Μόλχο. Όπως έγινε γνωστό, δεν είχαν δηλώσει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας στο στάδιο της προδικασίας. Η οικογένεια ανακοίνωσε την πρόθεσή της να ιδρύσει στη Θεσσαλονίκη ένα ίδρυμα στη μνήμη της, με σκοπό τη στήριξη συγγενών θυμάτων που πάσχουν από σοβαρές ασθένειες.
Η Εριέττα Μόλχο ήταν φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με μαρτυρίες, εθεάθη για τελευταία φορά στο κυλικείο. Μετά το δυστύχημα, δεν βρέθηκε κανένα ίχνος της, ούτε καν γενετικό υλικό. Η οικογένειά της δεν παρέλαβε τίποτα, παρά μόνο την απάντηση: «Δεν βρέθηκε τίποτα».