Μετάφραση: Παναγιώτης Δήμας, Κώστας Παπαβασιλείου

Πηγή: Hochuli, A., 2025. Technofeudalism versus Total Capitalism. American Affairs Journal. URL https://americanaffairsjournal.org/2025/08/technofeudalism-versus-total-capitalism/ 

 

Του Alex Hochuli

 

Δοκίμιο κριτικής

 

Technofeudalism: What Killed Capitalism του Γιάνη Βαρουφάκη (Melville House, 2024, 304 σελ. Στα ελληνικά: Μιλώντας στον πατέρα μου: Μια εισαγωγή στην τεχνοφεουδαρχία, Πατάκης, 2024, 448 σελ.)
How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism: The Making of the Digital Economy του Cédric Durand (Verso Books, 2024, 240 σελ.)
Capital’s Grave: Neofeudalism and the New Class Struggle της Jodi Dean (Verso Books, 2025, 192 σελ.)

 

Αυτή η κατανόηση της σύγχρονης παρακμής γέννησε τη θέση περί τεχνοφεουδαρχίας (technofeudalism στα αγγλικά). Ο διανοούμενος που συνδέεται περισσότερο με αυτή είναι ο Έλληνας οικονομολόγος και πρώην υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης, ο οποίος περιγράφει την εξέλιξη του καπιταλισμού σε κάτι νέο, υπό την ισχύ των Big Tech και των μονοπωλιακών πλατφορμών τους. Η πλήρης ανάπτυξη του θέματος έρχεται με το βιβλίο Technofeudalism: What Killed Capitalism.¹ Ο Γάλλος οικονομολόγος Cédric Durand, με το βιβλίο του Techno-féodalisme: Critique de l’économie numérique (Γαλλία, 2020), προσέφερε την πρώτη μονογραφία και την πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση του ζητήματος, δίνοντας στη συνέχεια και αγγλική μετάφραση του έργου υπό τον τίτλο How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism: The Making of the Digital Economy.² Πιο πρόσφατα, η πολιτική θεωρητικός Jodi Dean επέκτεινε το δοκίμιό της του 2020 Neofeudalism: The End of Capitalism? με το βιβλίο Capital’s Grave: Neofeudalism and the New Class Struggle
Η θέση ότι ίσως ο καπιταλισμός έχει τελειώσει ανήκει κυρίως στη McKenzie Wark και το βιβλίο της Capital Is Dead: Is This Something Worse? (2019).⁴ Για τον Βαρουφάκη, είναι ένα βιβλίο “από το οποίο πήρε μεγάλο κουράγιο”· για τη Dean, οι ιδέες του βιβλίου “είναι εκθαμβωτικές” και “αποτελούν κάλεσμα να ξανασκεφτούμε τις παραδοχές που καθοδηγούν τη δράση αλλά και την κριτική θεωρία”.⁵ Ομοίως, ο Durand βρίσκει πειστική την ιδέα της ανάδυσης ενός νέου συστήματος μετά την “εξάντληση” του καπιταλισμού.
Όπως υποδηλώνει ο σύνθετος όρος, οι υποστηρικτές της θέσης περί τεχνοφεουδαρχίας πιστεύουν όχι μόνο ότι το μέλλον θα μοιάζει με το προ-καπιταλιστικό παρελθόν, αλλά και ότι η τεχνολογία εμπλέκεται κεντρικά σε αυτόν τον αναγεννημένο τρόπο παραγωγής. Ο Durand θεωρεί ότι η Silicon Valley είχε δίκιο λέγοντας πως η άνοδος της πληροφορικής θα άλλαζε τα πάντα, αλλά αντί για μια απελευθερωτική “αναζωογονητική θεραπεία”, η πορεία των γεγονότων δείχνει έναν εκφυλισμό.⁶ Η εποχική διάσταση της αλλαγής δεν υποτιμάται καθόλου. Αντίθετα, η συζήτηση για τη νεο- ή τεχνο-φεουδαρχία διεξάγεται πάντοτε με μαρξιστικούς όρους, ακόμη κι αν στόχος είναι η ανατροπή αυτών των θεωρητικών ή φιλοσοφικών προϋποθέσεων. Η Dean, για παράδειγμα, αντιτίθεται στις “μαρξιστικές βεβαιότητες” περί αδυναμίας επιστροφής σε προηγούμενο στάδιο της ιστορίας, αμφισβητώντας την άποψη ότι οι σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας αποτελούν την τελευταία πιθανή σχέση εκμετάλλευσης στην ανθρώπινη ιστορία. “Σήμερα τέτοιες αξιώσεις εσχατολογίας και μη αναστρεψιμότητας δεν είναι πειστικές. Ιδίως μετά την ήττα του εργατικού κινήματος στο τέλος του εικοστού αιώνα…”
Αν πάρουμε τις αξιώσεις περί μετακαπιταλιστικής μετάβασης κατά γράμμα, δεν ζούμε άραγε μια επαναστατική στιγμή; Για τον αείμνηστο Αιγύπτιο μαρξιστή Samir Amin, όταν η μετάβαση συντελείται ασυνείδητα ή όταν η ιδεολογία που παρακινεί τις τάξεις δεν τους επιτρέπει να κυριαρχήσουν στη διαδικασία της αλλαγής, τότε ο κοινωνικός μετασχηματισμός εμφανίζεται να λειτουργεί σα μια φυσική διαδοχή των πραγμάτων. Σε αυτή την περίπτωση, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το “μοντέλο της παρακμής”.⁸ Όπως δεν υπήρξε “φεουδαρχική επανάσταση” που ανέτρεψε τη Ρώμη, έτσι φαίνεται ότι ο καπιταλισμός αποσυντίθεται με αδιατάρακτο τρόπο σε τεχνοφεουδαρχία. Εκτός αν αποδώσουμε σε περσόνες όπως ο Elon Musk ένα κάποιο συνειδητό όραμα και ηθελημένη κυριαρχία επί της ιστορικής διαδικασίας. Με αυτό κατά νου, πριν εμβαθύνουμε στους συγγραφείς της παρούσας κριτικής και σε σχετικούς στοχαστές της μαρξιστικής ή “φιλελεύθερης” αριστεράς, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά και στην άλλη πλευρά του ιδεολογικού φάσματος.
Η “παρακμή” υπήρξε παραδοσιακά προνομιακό πεδίο συντηρητικών και αντιδραστικών θεωρητικών. Συνήθως ως επιχείρημα λαμβάνει μια υπο-Σπεγκλεριανή μορφή*: την παρακμή μιας γεωγραφικά προσδιορισμένης κουλτούρας/πολιτισμού και την άνοδο μιας άλλης. Η παρακμή της Δύσης εμπεριέχει το αντίστροφό της στην άνοδο κάποιου φαντασιακού πολιτισμικού “Άλλου”, είτε του Ισλάμ είτε της Κίνας – ή ενίοτε στην εσωτερική διαφθορά που υποτιθέμενα γεννά η “κουλτούρα του woke”. Η Κίνα, ωστόσο, είναι αμφίθυμη φιγούρα στη νεο-αντιδραστική σκέψη. Για έναν συνιδρυτή της εταιρίας Palantir η Κίνα είναι αντίπαλος και πρέπει να αντιμετωπιστεί, για έναν άλλο ωστόσο η Κίνα είναι θερμοκοιτίδα καινοτομίας και ζωτικότητας.⁹ Προχωρώντας το επιχείρημα παρακάτω, ο Nick Land βλέπει στην Κίνα το όραμα ενός επιταχυντικού (accelerationist) μέλλοντος πέρα από τη νεωτερικότητα, όπου κράτος και αγορά ενοποιούνται.¹⁰
Σύμφωνα με μια ιστορική άποψη κατά την οποία η Βρετανία (και έπειτα οι ΗΠΑ) εκπροσώπησαν κάποτε το ανώτερο στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, θα ήταν συνεπές σήμερα να βλέπουμε στην Κίνα την πληρέστερη ενσάρκωση του “νέου και -ταυτόχρονα- κακού”. Για όσους διαβλέπουν στον ορίζοντα έναν τεχνοφεουδαρχικό τρόπο παραγωγής, τα “κινεζικά φτερά” είναι αυτά που θα προωθήσουν τεχνολογίες επιτήρησης και ελέγχου καθώς και μια σύζευξη κράτους–κεφαλαίου πιο σφιχτή και πιο μονολιθική από κάθε προηγούμενη στη νεωτερικότητα. Ο Βαρουφάκης και ο Durand φλερτάρουν με στοιχεία αυτής της ιδέας.
Κατά τον Oswald Spengler, η παρακμή της Δύσης αισθητικοποιείται: κάθε πολιτισμός έχει τη δική του μορφολογία ή φυσιογνωμία. Η Δύση είναι “φαουστιανή”, με “ενεργητική κατεύθυνση που αγναντεύει μόνο τους πιο μακρινούς ορίζοντες”. Η κινεζική κουλτούρα, αντίθετα, πλανιέται ελεύθερα εδώ κι εκεί, αλλά τελικά φτάνει στον στόχο της. Η παρακμή είναι κυρίως μέρος ενός οργανικού ρυθμού γέννησης και φθοράς. Οι εκπρόσωποι της τεχνοφεουδαρχίας -οι ολιγάρχες της Silicon Valley και οι διανοούμενοί τους- έχουν δύο απαντήσεις στην παραπάνω προβληματική. Στη μία, βλέπουν τους εαυτούς τους ως φαουστιανούς σωτήρες της δυτικής παρακμής. Στην άλλη, η μη-φαουστιανή Κίνα αποτελεί ένα μετα-ανθρώπινο, μεταμοντέρνο μέλλον που πρέπει να αγκαλιαστεί εφόσον δε μπορεί να αποφευχθεί. Και στις δύο απαντήσεις σφάλλουν.
Πρώτον, ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος της “τεχνολογίας” δεν είναι φαουστιανός. Για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του Marshall Berman (από την εξαιρετική ανάγνωσή του στο έργο του Γκαίτε και στη διαδικασία της νεωτερικότητας συνολικά),¹¹ είναι ψευδο-φαουστιανός. Τα μεγάλα επιτεύγματα της νεωτερικότητας φέρουν συχνά ένα τραγικό στοιχείο (συχνά αναφέρεται το ξερίζωμα γειτονιών της Νέας Υόρκης από τον Ρόμπερτ Μόουζες), όμως αυτό είναι αναπόσπαστο μέρος της ανάπτυξης. Αντίθετα το ψευδο-φαουστιανό στοιχείο χαρακτηρίζεται από ένα άχρηστο “θέατρο ωμότητας και παραλογισμού”. Όπως σημείωνε ο Berman, το κανάλι της Λευκής Θάλασσας – Βαλτικής του Στάλιν “θυσίασε εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες” και, όπως και άλλα παρόμοια έργα, καταδικάστηκε από “το σπαρακτικό γεγονός… ότι δεν δούλεψε”.¹² Τα νέα αλγοριθμικά μέσα επιτήρησης και ελέγχου παρουσιάστηκαν ως δώρα παραγωγικότητας, ευκολίας και ενισχυμένης αυτονομίας. Όμως δεν παρήγαγαν καμία επιταχυνόμενη ανάπτυξη, ούτε περισσότερο ελεύθερο χρόνο και λιγότερη άχαρη εργασία- παρά μόνο τεράστιες περιουσίες για λίγους και προφανή στασιμότητα για τους πολλούς. Ίσως η παραπάνω ανάλυση να μην είναι η προσβολή που θα ενοχλούσε περισσότερο τους ολιγάρχες της τεχνολογίας, αλλά πρέπει να τους προειδοποιήσουμε: σίγουρα δεν είστε Φαουστιανοί!
Δεύτερον, και σημαντικότερο για τους υπερασπιστές της θεωρίας της παρακμής, αντιδραστικούς και ριζοσπάστες (τους υπο-Σπεγκλεριανούς και τους τεχνοφεουδαρχικούς, αντίστοιχα), δεν υπάρχει “Άλλος”. Η παρακμή δεν μετατρέπεται σε γεωπολιτικό παιχνίδι, όπου “το δικό μας” μοντέλο αποτυγχάνει και “το δικό τους” υπερισχύει, σε μια νέα εκδοχή Ψυχρού Πολέμου. Η Κίνα δεν είναι ούτε πολιτισμικός αντίπαλος της Δύσης ούτε προπομπός του ζοφερού μας μέλλοντος: μπορεί να πρωτοπόρησε σε νέες μορφές ελέγχου, αλλά παραμένει περισσότερο οικονομικά δυναμική ακριβώς επειδή προσκολλάται πιο ριζικά στη λογική του καπιταλισμού. Η αλήθεια είναι πως υπάρχει μόνο ένας και μοναδικός πολιτισμός: ο καπιταλισμός είναι καθολικός και παγκόσμιος, και η παρακμή του βρίσκεται πανταχού παρούσα.

 

Φάσματα και Διακυβεύματα

 

Επομένως, τι είναι στην ουσία η τεχνοφεουδαρχία και ποια είναι τα διακυβεύματα όταν περιγράφουμε την παρακμή με αυτούς τους όρους;
Η πρόσφατη συζήτηση στην Αριστερά αφορά μια “ελαφριά” εκδοχή της θέσης περί μετακαπιταλιστικής παρακμής. Στα τέλη του 2022, ο κοινωνιολόγος Dylan Riley και ο οικονομολόγος (και δεσπόζουσα μορφή στη μελέτη της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό) Robert Brenner υποστήριξαν ότι έχουμε εισέλθει στον “πολιτικό καπιταλισμό”, ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης.¹³ Αυτή η υπόθεση στηρίχθηκε σε ένα κείμενο του Brenner δύο χρόνια νωρίτερα, όπου ερμήνευσε τα τεράστια πακέτα διάσωσης και την εκτύπωση χρήματος στην πανδημία του Covid ως “πολιτικά καθοδηγούμενη αναδιανομή πλούτου προς τα πάνω”, με στόχο “τη στήριξη κεντρικών στοιχείων μιας μερικώς μετασχηματισμένης κυρίαρχης καπιταλιστικής τάξης, ως απάντηση σε μια φαινομενικά αδυσώπητη διαδικασία οικονομικής επιδείνωσης”.
Η συζήτηση –συμπεριλαμβανομένου σύντομου κειμένου του Riley το 2023– ¹⁴ επικεντρώθηκε στην αμερικανική θεσμική πολιτική, τις ταξικές συμμαχίες και την οικονομική πολιτική Μπάιντεν. Κατά συνέπεια, οι αντιδράσεις και η κουβέντα περιστράφηκαν γύρω από τη στρατηγική: εφόσον η Αριστερά μπορεί να συνεχίσει να υποστηρίζει τις ήδη προσφιλείς πολιτικές της (βιομηχανική πολιτική), ή αν μια διαταξική συμμαχία τύπου Πράσινου New Deal υπέρ της επανεκβιομηχάνισης θα οδηγήσει, κατά τον Riley, σε “τεράστια όξυνση των προβλημάτων πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας σε παγκόσμια κλίμακα, ασκώντας μεγάλη πίεση στις αποδόσεις του ίδιου ιδιωτικού κεφαλαίου που ‘συνωθήθηκε’ μέσα από ‘αγοραίες’ πολιτικές εκβιομηχάνισης”. Κατά τον Riley, “η φλυαρία περί New Deal και η παρελθοντικού τύπου ‘Ρουσβελτολογία’ πρέπει να αποκαλυφθούν ως αυτό που είναι: ένα παρελθοντικό εμπόδιο για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού.”
Αν ο Riley και ο Brenner έχουν δίκιο στην αναλογία τους, τότε η ρεφορμιστική πολιτική που προωθείται από το αμερικανικό περιοδικό Jacobin και άλλους φορείς πράγματι δεν οδηγεί πουθενά· οι διαμαρτυρίες που συνεπάγεται δεν είναι παρά δηλώσεις του στυλ“αφήστε μας στις πολιτικές μας προσκολλήσεις, όποιες κι αν είναι οι συνέπειες”. Ωστόσο, όπως σωστά σημειώνει ο Benjamin Fong στο Damage,¹⁵ τα προβλήματα πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας (παραγωγικοτητας) είναι καπιταλιστικής φύσης, και δεν αποτελούν ένα αντικειμενικό άνω όριο. Δεν υπάρχει “ταβάνι” σε ό,τι η ανθρωπότητα μπορεί να ονειρευτεί, να κατασκευάσει, να αναπτύξει, υπάρχει μόνο ένα οικονομικό σύστημα του οποίου η παραδοξότητα έγκειται ακριβώς στην ανάγκη η δραστηριότητα να είναι κερδοφόρα και στην πλεονάζουσα ανταγωνιστική παραγωγή. Δεν παράγεται υπερβολική ποσότητα ατσαλιού· υπάρχουν μπόλικα τρένα και γέφυρες που θα μπορούσαν να χτιστούν ανά τον κόσμο και δεν χτίζονται. Ένα τέτοιο φαουστιανό ή προμηθεϊκό στοίχημα πρέπει να το κρατήσουμε κατά νου καθώς εξετάζουμε την πλήρη εκδοχή της θέσης περί μετακαπιταλιστικής παρακμής, γνωστή και ως τεχνοφεουδαρχία.
Το επιχείρημα του Βαρουφάκη είναι το πιο εύκολα συμπυκνώσιμο: δικαιολογεί την απόρριψη της έννοιας του καπιταλισμού υπέρ της τεχνοφεουδαρχίας επικαλούμενος τον απλό “θρίαμβο της προσόδου έναντι του κέρδους”.¹⁶ Αναπτύσσει πολλές θέσεις περί νέφους, πλατφορμών και προσόδων – αλλά λίγες για το τι είναι “φεουδαρχία” και ακόμη λιγότερες για τις ιδεολογικές και υποκειμενικές όψεις της νέας εποχής.
Είναι επίσης ένα κάπως αμήχανο βιβλίο: η σύλληψη της αφήγησης  αφορά μια επιστολή προς τον αείμνηστο πατέρα του, που λειτουργεί ως φανταστικός αντίλογος και ως μορφή αυθεντίας που κρίνει το επιχείρημά του. Έχει τα γοητευτικά στοιχεία του, όπως ο θαυμασμός του Βαρουφάκη για τη μόρφωση και τη σοφία του πατέρα του, και ο φανταστικός διάλογος παρουσιάζει τον Βαρουφάκη τον νεότερο ως ειλικρινή και τίμιο. Όμως, όπως συμβαίνει συχνά στο έργο του, αναρωτιέται κανείς αν η γοητεία και το χάρισμα σηκώνουν βάρη που θα όφειλαν να σηκώνουν η λογική και το βάθος της ανάλυσης. Αινιγματωδώς, ο Βαρουφάκης κρατά τη συστηματική ανάλυση για ένα παράρτημα, όπου -επιτέλους- μαθαίνουμε για τη σχέση μεταξύ καπιταλιστικής και τεχνοφεουδαρχικής οικονομίας. Ακόμη κι εκεί, λείπει μια βαθιά ιστορική ή κοινωνική οπτική, οπότε μένουμε στο συμπέρασμα ότι η νέα φεουδαρχία δεν είναι παρά ο τύπος “πρόσοδος > κέρδος”, πράγμα ουσιωδώς εσφαλμένο, όπως θα δούμε παρακάτω.
Οι αδυναμίες της Dean είναι άλλες: πολλά θεωρούνται αυτονόητα-κι ακόμη κι αν δεν είναι, μας διαβεβαιώνει ότι είναι. Οι υποτιθέμενες “πανταχού παρούσες φεουδαρχικές αναπαραστάσεις και ορολογίες” που κυκλοφορούν σήμερα στον αέρα αποτυπώνουν “το ανήσυχο αίσθημα παρακμής στο πλαίσιο της εντεινόμενης ανισότητας”.¹⁷ Η Dean χειρίζεται τη θεωρία σαν λινάτσα: ευρύχωρη αλλά ασχημάτιστη – τελικά ένα εργαλείο για να κοπανά τον αναγνώστη στο κεφάλι. Μαθαίνουμε ότι “το 90% των οδηγών εφαρμογών τύπου Uber στη Νέα Υόρκη είναι πρόσφατοι μετανάστες, κυρίως από Αϊτή, Δομινικανή Δημοκρατία, Πακιστάν, Ινδία και Μπανγκλαντές. Αυτό υποδηλώνει τον αποκλεισμό από την αγορά εργασίας βάσει του καθεστώτος μετανάστευσης, συνδεόμενου με τον ιμπεριαλισμό και την κλιματική αλλαγή.”¹⁸ Είναι ένα στυλ χονδροειδούς “αριστερής” επιχειρηματολογίας όπου όλα τα κακά μπαίνουν στη σακούλα σε μια μεριά, τα καλά σε μια άλλη, και φύγαμε! Όμως αφθονούν οι αντιφάσεις: η φεουδαρχία υποτίθεται ότι είναι απλώς ένας αναλυτικός φακός, μια μεταφορά που “αλλάζει το πώς βλέπουμε τον καπιταλισμό αναδεικνύοντας αυτό που αναδύεται”.¹⁹ Κι όμως, στον πρόλογο μάς επισημαίνεται ότι η φεουδαρχία δεν είναι σχηματισμός περιορισμένος στο ευρωπαϊκό παρελθόν – αλλά είναι “μια αποικιακή διάταξη με συνεχιζόμενες επιδράσεις”,²⁰ άρα “δεν είναι απλώς μια μεταφορά. Είναι το λειτουργικό σύστημα του παρόντος.”²¹ Αυτό αποτελεί κυριολεκτικά μία φασιστική φεουδαρχία!
Υπάρχουν ωστόσο και δυνατά σημεία. Πρώτον, δίνεται βάρος στις πολιτικές και υποκειμενικές όψεις της νέας κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με νέους άρχοντες και δουλοπάροικους – το πλέον κλισέ πορτρέτο της ανισότητας – αλλά και με “τμηματοποιημένη κυριαρχία… επιστροφη στα ενδότερα και καταστροφικό άγχος”.²² Επιπλέον, η ενότητα για τις σχέσεις κέντρου-περιφέρειας και τις χρονικότητες είναι καλοδουλεμένη, αναδεικνύοντας πως “διαδικασίες που επί μακρόν κατευθύνονταν εξωτερικά -μέσω της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού- στρέφονται τώρα προς τα μέσα με τρόπους που υπονομεύουν τους νόμους κίνησης του καπιταλισμού και επαναλαμβάνουν στρατηγικές συσσώρευσης τυπικές της φεουδαρχίας: αναζήτηση προσόδου, λεηλασία και αυξημένο πολιτικό έλεγχο”.²³ Αυτό μας εφιστά την προσοχή στο τι πρέπει να εμπεριέχεται σε κάθε συζήτηση περί παρακμής: τον τρόπο με τον οποίο σημαντικά τμήματα των χωρών του κέντρου αρχίζουν να μοιάζουν με αυτά της περιφέρειας – όχι μόνο ως προς την ανισότητα ή τη διαφθορά, αλλά και ως προς την αύξηση της άτυπης τάξης των υπηρεσιών, την απο-αγροτοποίηση και αποβιομηχάνιση, την εξάρτηση του ιδιωτικού κεφαλαίου από το κράτος και τη μεγαλύτερη χρήση βίας.
Η ανάλυση του Durand είναι η πιο συστηματική και ολοκληρωμένη, αλλά και η πιο επιφυλακτική, καθώς αναγνωρίζει υπάρχουσες τάσεις που αντιφάσκουν με τον κεντρικό ισχυρισμό του. Ξεκινά περιγράφοντας τη λεγόμενη Καλιφορνέζικη Ιδεολογία και την υποβάλλει σε ευφυή εσωτερική κριτική. Αυτή η μέθοδος λειτουργεί ως φρένο στον υπέρμετρο εκλεκτικισμό, εκείνον όπου αν κοιτάζεις πολύ ώρα τα πάντα αρχίζουν να μοιάζουν ύποπτα “φεουδαρχικά”. Αντίθετα, συζητά τις επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών κυριαρχίας και εξετάζει πώς λειτουργεί μια οικονομία που στηρίζεται σε άυλα περιουσιακά στοιχεία (assets), πριν επιχειρήσει μία ανασυγκρότηση της ιστορικής έννοιας της φεουδαρχίας και των χαρακτηριστικών της που επανακάμπτουν σήμερα. Αν υπάρχει μία χαρακτηριστική αδυναμία, είναι ότι, παρότι σωστά επισημαίνει πως η προσήλωση στις πειθαρχικές διαστάσεις των πληροφοριακών συστημάτων παραβλέπει τα οικονομικά τους θεμέλια, τα συγκεκριμένα του παραδείγματα για τις πλατφόρμες big data δεν συγκροτούν πειστική απόδειξη για την υπέρβαση του καπιταλισμού.
Έχει όμως αυτό σημασία σχετικά με το αν αποδεχόμαστε ή όχι το επιχείρημα; Για τον Durand, ο εντοπισμός “παραδόξων αναβιώσεων φεουδαρχικών λογικών, ακόμη και σε κοινωνίες όπου η παραγωγή με στόχο την αγορά έχει γενικευτεί” πλήττει τόσο τις φιλελεύθερες παραδοχές για τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό όσο και “τον μοναδικό πραγματικό του αντίπαλο, την μαρξιστική παράδοση”.²⁴ Δηλαδή, αν αποδεχτείς την τεχνοφεουδαρχία, δεν μπορείς να λες ούτε ότι “ο καπιταλισμός λειτουργεί όπως πρέπει… και αυτό είναι καλό”, ούτε ότι “ο καπιταλισμός λειτουργεί όπως πρέπει… και αυτό είναι κακό”. Η Dean συμφωνεί: αν η παραγωγή εμπορευμάτων εξακολουθεί να θέτει σε κίνηση τη συσσώρευση κεφαλαίου, τότε η μαρξιστική κριτική παραμένει η πλέον κατάλληλη· αν όμως η συσσώρευση εξαρτάται από προσόδους, αρπακτικότητα και λεηλασία, τότε η προσοχή στις νεο-φεουδαρχικές τάσεις “μας επιτρέπει να κατανοήσουμε και να πολεμήσουμε τις αναδυόμενες μορφές κοινωνικής κυριαρχίας”.²⁵
Δεν πρόκειται μόνο για αναγνώριση του ζητήματος της στασιμότητας αλλά για την αναγνώριση του βασικού εχθρού. Αυτό συνεπάγεται κι άλλα διακυβεύματα, όπως θα δούμε. Στη διαμάχη για την τεχνοφεουδαρχία, κινδυνεύεις είτε να παρασυρθείς από νοσταλγία για τον καπιταλισμό, είτε να εθελοτυφλείς στην παρακμή του. Κι ακόμη, μήπως οι νεο-φεουδαρχικοί θεωρητικοί ανασυγκροτούν έναν παλιό, ήδη νικημένο εχθρό: την αριστοκρατία; Όπως έγραψε ο κριτικός τεχνολογίας Evgeny Morozov σε παλαιότερη κριτική του, “είναι σαν το θεωρητικό πλαίσιο της Αριστεράς να μην μπορεί πια να κατανοήσει τον καπιταλισμό χωρίς να κινητοποιεί τη ηθικολογική γλώσσα της διαφθοράς και της διαστροφής.”²⁶

 

Η Ανάδυση της Τεχνοφεουδαρχίας

 

Αν η προαιώνια ιστορία του καπιταλισμού οδεύει προς το τέλος της, τότε η αρχή του τέλους είναι σχετικά πρόσφατη και χρονολογείται στη νεοφιλελεύθερη εποχή. Ο Durand ανάγει την ανάδυση της τεχνοφεουδαρχίας στην ήττα του σοβιετικού μπλοκ και στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίου της παγκοσμιοποίησης· η Dean αναπτύσσει την ιδέα της για να “συνθέσει τα αποτελέσματα σαράντα χρόνων νεοφιλελευθερισμού”· ο Βαρουφάκης εντοπίζει τον κατακλυσμό χρήματος  (απάντηση στις κρίσεις του 2008 και 2020) ως την απαρχή μιας νέας τάξης “cloudalists”. Πρόκειται για ραντιέρηδες που “κάθονται” πάνω από τους καπιταλιστές στην κοινωνική ιεραρχία και τους “εκμεταλλεύονται”· ακόμη και το τέλος του φθηνού χρήματος δεν θα τους εκθρονίσει, διότι οι νέες σχέσεις ισχύος έχουν ήδη θεσμοποιηθεί. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, η πρόσοδος βγήκε από τη σκιά του κέρδους, υπερβαίνοντας κατά πολύ προηγούμενες τάσεις όπως “καρτέλ, αισχροκέρδεια σε βάρος των καταναλωτών, επιτυχημένη κατασκευή επιθυμιών από την τεχνοδομή για πράγματα που δεν χρειαζόμαστε πραγματικά [και] χρηματοοικονομική απογύμνωση των περιουσιακών στοιχείων υποδομής (assets).”²⁷
Το μοναδικό χαρακτηριστικό αυτού του καθεστώτος, εξηγεί ο Βαρουφάκης, είναι ότι το κεφάλαιο δεν είναι πια μόνο ένα “παραγόμενο μέσο παραγωγής εμπορευμάτων” (λ.χ. ένα εργοστάσιο) και μια “κοινωνική σχέση που παρέχει στους ιδιοκτήτες την ικανότητα απόσπασης υπεραξίας επί των μη ιδιοκτητών” (η ικανότητα να προσλαμβάνουν εργασία της οποίας τα προϊόντα πωλούνται πάνω από την αξία του μισθού).²⁸ Το νεφοκεφάλαιο διαθέτει πλέον μια διακριτή “τρίτη φύση”: είναι ένα “παραγόμενο μέσο τροποποίησης συμπεριφοράς και εξατομικευμένης εντολής” (πλάγια στο πρωτότυπο).²⁹ Αν αυτό θυμίζει νέα εκδοχή των “κρυφών πειστών” (persuaders) της διαφήμισης της δεκαετίας του ’50, είναι γιατί σε μεγάλο βαθμό είναι. Σε αντίθεση με το παλιό γήινο κεφάλαιο, το νεφοκεφάλαιο αναπαράγεται από απλήρωτους εργάτες: τους cloud serfs. Όλοι γινόμαστε cloud serfs όταν συμμετέχουμε εκούσια στην εξαγωγή των δεδομένων μας, “ανατροφοδοτώντας το ίδιο το απόθεμα του νεφοκεφαλαίου (π.χ. ανεβάζοντας φωτογραφίες/βίντεο στο Instagram ή το TikTok, ή υποβάλλοντας κριτικές ταινιών, εστιατορίων και βιβλίων).”³⁰ Όσο σημαντικό κι αν είναι αυτό, συνιστά πράγματι έναν νέο τρόπο παραγωγής;
Οι νέες τεχνολογίες είναι τεράστιας ισχύος. Έχουν “γίνει ταυτόχρονα μηχανισμός αποσπασης της προσοχής, κατασκευαστής επιθυμιών, κινητήρας προλεταριακής εργασίας (των cloud proles), εκμαιευτής μαζικής δωρεάν εργασίας (από τους cloud serfs) και, επιπλέον, δημιουργός πλήρως ιδιωτικοποιημένων ψηφιακών χώρων συναλλαγών (cloud fiefs, ψηφιακά φέουδα όπως το Amazon) στους οποίους ούτε οι αγοραστές ούτε οι πωλητές απολαμβάνουν τις επιλογές που θα είχαν σε κανονικές αγορές.”³¹ Η δυστοπία είναι εδώ: “με τον Don [Draper, τον πρωταγωνιστή του Mad Men] τουλάχιστον είχαμε μια πιθανότητα. Ήταν το μυαλό του απέναντι στο δικό μας. Με την Alexa δεν έχουμε καμία: η ισχύς της να διατάζει είναι συστημική, συντριπτική, γαλαξιακή.”³²
Ένα από τα δυνατότερα σημεία του βιβλίου αφορά την τροποποίηση συμπεριφοράς και τη “δολοφονία” του φιλελεύθερου ατόμου, που “δεν το έσβησαν μήτε οι φαιοχίτωνες του φασισμού μήτε οι σταλινικοί φρουροί”, αλλά το κεφάλαιο, όταν άρχισε “να διδάσκει στους νέους το πιο φιλελεύθερο πράγμα: γίνε ο εαυτός σου!”³³ Εδώ βλέπουμε την ανακύκλωση των ιδεωδών της εναλλακτικής κουλτούρας από τον καπιταλισμό, έναν νέο τρόπο διέγερσης της κατανάλωσης και νομιμοποίησης του συστήματος-το αποκαλούμενο νέο πνεύμα του καπιταλισμού.³⁴
Το ζήτημα είναι ότι ούτε εδώ, ούτε όταν ισχυρίζεται πως οι πλατφόρμες στήνονται ως “το μοναδικό παιχνίδι στην πόλη”, απομονώνοντας μεταξύ τους τους πωλητές, ο Βαρουφάκης τεκμηριώνει πειστικά το συνολικό τεχνοφεουδαρχικό οικοδόμημα. Εξάλλου, τα σούπερ μάρκετ άσκησαν παρεμφερή -έστω λιγότερο ολοκληρωτική- μονοψωνιακή ισχύ επί δεκαετίες και υπήρξαν αντικείμενο διαμαρτυριών από τους Γάλλους αγρότες ήδη από τη δεκαετία του 1960, με παρόμοιες κινητοποιήσεις ανά την Ευρώπη μέχρι σήμερα.
Ο Durand, αντίθετα, δεν ξεκινά από αυτό που ο ίδιος -ως παρατηρητής- θεωρεί το “νέο κακό”· αρχίζει από την αυτοπαρουσίαση και αυτοδικαίωση της ίδιας της Silicon Valley. Μπορεί να είναι χιλιοπατημένο έδαφος, αλλά η αφήγησή του είναι ευαίσθητη και δομημένη. Η ιδεολογία αποτελεί μέσο “συνάθροισης βουλήσεων” και, για να το πετύχει, “οφείλει να προσφέρει μια προοπτική γενική και πρακτική… να προτείνει ένα όραμα του κόσμου που, παράγοντας νόημα, επιτρέπει την ανάπτυξη δράσεων στο τοπικό επίπεδο.”³⁵
Κατά τον Durand, αυτό που συναντάμε στη Silicon Valley είναι η έσχατη ουτοπία της εργασίας: η start-up που υπόσχεται πλήρη επαγγελματική αυτονομία· αίσθηση συλλογικής περιπέτειας· υψηλή πιθανότητα αποτυχίας αλλά και το μακρινό άστρο της εφεύρεσης και της καλής τύχης που δικαιολογεί τον κίνδυνο. Η σκέψη της Silicon Valley γεννά πέντε παράδοξα. Πρώτον, η αναζωογόνηση των οικονομικών δομών μέσω της οικολογίας των start-ups καταλήγει στην επάνοδο των μονοπωλίων, καθώς οι δομές γίνονται ολοένα πιο άκαμπτες. Η ευέλικτη στιγμή των start-up ήταν ακριβώς αυτό: μια “περίοδος αρχικής εγκατάστασής τους”.
Δεύτερον, αντί για αυτονομία στο χώρο εργασίας, έχουμε εντατικοποίηση του ελέγχου, αύξηση των διοικητικών απαιτήσεων και μείωση της λήψης αποφάσεων από τους εργαζόμενους. Η κλασική ανάλυση του Michał Kalecki- ότι η πειθαρχία στο χώρο εργασίας και η πολιτική σταθερότητα εκτιμώνται από τους επιχειρηματίες περισσότερο κι από τα κέρδη- είναι σχετική με το παρόν επιχείρημα, αλλά αφορούσε τη μεταπολεμική συνθήκη πλήρους απασχόλησης. Στον αιώνα μας, οι τεχνο-καπιταλιστές αναρωτιούνται: γιατί όχι και τα δύο;
Τρίτον, η πολυδιαφημισμένη κουλτούρα της ανοιχτότητας και κινητικότητας (σκεφτείτε το campus της Google) έχει οδηγήσει σε έντονη χωρική πόλωση. “Τα νησιά της Silicon Valley χρειάζονται έναν ωκεανό μη–Silicon Valley για να επιβιώσουν” -εκεί όπου συναρμολογούνται, διαλογίζονται και μετακινούνται τα αγαθά· όπου εκτρέφονται και θανατώνονται τα ζώα· όπου καλλιεργούνται οι σοδειές· και όπου μεταφέρονται τα απόβλητα.³⁶
Κάθε υπενθύμιση ότι δεν ζούμε “με αέρα κοπανιστό” είναι χρήσιμη-ιδίως εδώ· τα άυλα αγαθά προϋποθέτουν ένα πολύ υλικό, χειροπιαστό υπόβαθρο. Παρεμπιπτόντως, αυτό είναι το κύριο σημείο τριβής του Durand με τη νεκροψία της Wark επί του κεφαλαίου: η πληροφορία δεν είναι ούτε θα γίνει ο κύριος τρόπος παραγωγής αξίας. Οι αυταπάτες της “ζωής από κατανάλωση αέρα” μας έφεραν εδώ: από την άκαρπη διόγκωση της ανώτατης εκπαίδευσης μέχρι τη βαριά απο-επένδυση στις δημόσιες υποδομές, την επικράτηση του streaming και των soundbites έναντι του πολιτισμού και της τέχνης, την ανάθεση της βιομηχανικής παραγωγής αλλού. Όλα αυτά διαιωνίζουν την ψευδαίσθηση ότι η υλική παραγωγή γίνεται ως δια μαγείας και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα. Είναι καλό να βλέπουμε αυτή την κοσμοαντίληψη να “μαζεύεται”, ακόμη κι όταν σχετικά έργα υποστηρίζουν, έστω εν μέρει, ότι η τεχνολογία αλλάζει τα πάντα.
Ωστόσο, ο Durand σημειώνει ότι το πνεύμα κινητικότητας και ανοιχτότητας που ενθαρρύνει η Silicon Valley είναι στην πραγματικότητα ριζοσπαστικός ατομικισμός. Αυτό απαλλάσσει τον εργαζόμενο από κάθε είδους “οργανωτικό πατριωτισμό” με αντάλλαγμα την πλήρη έλλειψη προστασίας και εργασιακής ασφάλειας· οι εργαζόμενοι δεν παρέχουν πίστη. Αλλά αυτό δεν είναι ακριβώς ο δουλοπάροικος δεμένος στη γη του άρχοντα, έτσι δεν είναι;
Το τέταρτο παράδοξο είναι σουμπετεριανό: έχουμε καινοτομία χωρίς ανάπτυξη, αντί της υποσχόμενης διάχυσης τη ευημερίας. “Η επιβράδυνση της αύξησης του ΑΕΠ και της παραγωγικότητας, η αύξηση του νεκρού βάρους της χρηματοπιστωτικής σφαίρας, η επίμονη υποαπασχόληση και, τελευταίο αλλά όχι έσχατο, η ταχεία επιδείνωση των οικολογικών συνθηκών. Αυτά τα φαινόμενα, αθροιστικά, αναδεικνύουν την εντεινόμενη παρακμή.”³⁷ Η αναστάτωση (disrupt) της τεχνολογίας πάνω σε κληρονομημένες επιχειρήσεις, μαζί με την πρωτοκαθεδρία της σε κεφαλαιοποίηση, δεν αναζωογόνησε τη δυναμική. Δεν πρόκειται για δημιουργική καταστροφή αλλά για “καταστροφική δημιουργία”, διάρρηξη των κοινωνικών σχέσεων της προηγούμενης φάσης, που καθιστά τη δυναμική της οικονομίας “πιο εύθραυστη ως προς την αναπαραγωγή των υλικών και πολιτικών όρων της”.³⁸
Πέμπτο και τελευταίο, η (υποτιθέμενη) απαρχαιωμένη κατάσταση του κράτους συγκρούστηκε με την πανθομολογούμενη επιβίωση του επιχειρηματικού κράτους, όπως έχουν δείξει η Mariana Mazzucato και άλλοι. Η ηγετική θέση των ΗΠΑ κάθε άλλο παρά οφείλεται σε αυθόρμητες δυνάμεις της αγοράς, ενώ και οι όψιμοι παίκτες όπως Κίνα, Νότια Κορέα και Ρωσία βασίστηκαν σε “δημόσια παρέμβαση για να διαχειριστούν την είσοδό τους στην ψηφιακή εποχή.”³⁹

 

Τα Νέα Πρόσωπα της Ανελευθερίας

 

Ζούμε σε έναν κόσμο σημαδεμένο από την ακαμψία, το μονοπώλιο, τον έλεγχο, τη στασιμότητα και την ολοένα αυξανόμενη βαρύτητα του αυταρχικού κράτους. Δεν είναι ακριβώς σαφές τι το «φεουδαρχικό» υπάρχει εδώ. Ναι, η άμεση βία και ο εξαναγκασμός στις οικονομικές σχέσεις ήταν διακριτά χαρακτηριστικά της προ-καπιταλιστικής ζωής, όμως η συγκεντρωτική μορφή ελέγχου που περιγράφεται εδώ μοιάζει περισσότερο με τον ολοκληρωτισμό του 20ού αιώνα.
Για τον Βαρουφάκη, η εξουσία του κεφαλαίου να διατάζει και να οργανώνει επεκτείνεται πλέον πέρα από το εργοστάσιο, το κατάστημα ή το γραφείο· είμαστε όλοι «προλετάριοι του νέφους» (cloud proles) ή «δουλοπάροικοι του νέφους» (cloud serfs), χωρίς καμία διαμεσολάβηση της αγοράς.⁴⁰ Η αλγοριθμική τροποποίηση της συμπεριφοράς προστίθεται στο ήδη υπάρχον οπλοστάσιο του κεφαλαίου – βία, διαμόρφωση της ατζέντας, προπαγάνδα και η ίδια η καπιταλιστική δύναμη (να κάνει το προλεταριάτο να παράγει εθελοντικά υπεραξία μέσω της εργασίας) – για να δημιουργήσει μια τερατώδη κοινωνική οργάνωση.
Ο Durand διακρίνει επίσης μηχανισμούς ολικού ελέγχου: η «κυβερνητικότητα παρακάμπτει το ανθρώπινο υποκείμενο και το στερεί από τη δυνατότητα αναστοχασμού, παράγοντας δράση χωρίς τη διαμόρφωση ή τη διατύπωση επιθυμίας».⁴¹ Ακολουθεί την θέση της Zuboff και την περιγραφή της για τον καπιταλισμό της επιτήρησης, επισημαίνοντας ωστόσο σωστά ότι ένα τέτοιο καθεστώς είναι ασταθές – και ότι δεν πρέπει να παραβλέπουμε τις οικονομικές του βάσεις.
Μένουμε έτσι με μια εκδοχή της θεωρίας του σιδερένιου κλουβιού, στα βήματα του Βέμπερ και του Φουκώ. Οι μηχανές κυριαρχίας και ελέγχου μπορούν μόνο να ενισχύονται από τις παραπάνω μεταβολές. Καθώς οι καταναλωτές αφιερώνουν όλο και περισσότερο τμήμα της ύπαρξής τους στις πλατφόρμες, «η ποιότητα της υπηρεσίας βελτιώνεται παράλληλα με τα κέρδη των τεχνολογικών εταιρειών, καθώς οι χρήστες παράγουν περισσότερα δεδομένα. Είναι προς το συμφέρον των πλατφορμών να εγκλωβίζουν τους χρήστες στα οικοσυστήματά τους, περιορίζοντας τη διαλειτουργικότητα με τους ανταγωνιστές. Έτσι η αυξανόμενη ισχύς τους συνοδεύεται από μια λογική κατακερματισμού του ίδιου του Διαδικτύου».⁴²
Ο κριτικός τεχνολογίας Cory Doctorow διατυπώνει μία εύστοχη κριτική σε αυτό το σημείο. Στο The Internet Con: How to Seize the Means of Computation (2023) και σε άλλα έργα, προβάλλει την απαίτηση για διαλειτουργικότητα ως εργαλείο για τη διάσπαση του πλήρη ελέγχου που ασκεί η Big Tech.⁴³ Μια φιλο-αγοραία λογική ελεύθερου ανταγωνισμού θα μπορούσε να υπονομεύσει τους ίδιους τους γίγαντες της αγοράς. Ωστόσο, επισημαίνει και την αντίρροπη τάση: ναι, τα αποτελέσματα της δικτύωσης σε ένα μέσο καθηλώνουν τους καταναλωτές, καθώς το κόστος μετάβασης σε άλλη πλατφόρμα είναι τεράστιο, αλλά η ποιότητα πολλών υπηρεσιών και προϊόντων χειροτερεύει. Έτσι επινοεί τον όρο enshittification, που έγινε η λέξη της χρονιάς του 2024 στο Macquarie Dictionary. Οι πλατφόρμες κακομεταχειρίζονται τους χρήστες σε τέτοιο βαθμό ώστε η διατήρησή τους εντός της πλατφόρμας καθίσταται δύσκολη· μπορεί να μην είναι εύκολο να φύγεις, αλλά η εξάντληση από την τεχνολογία αυξάνεται.
Η άλλη όψη της επιτήρησης είναι η φαινομενική «προσκόλληση των υποκειμένων στο ψηφιακό έδαφος».⁴⁴ Θα μπορούσε κανείς να πει «απλά κλείσε το προφίλ σου» όταν μιλά για τα social media, αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι η τεχνολογία δεν είναι πλέον απλώς ένας τομέας· οι τεχνικές της διαπερνούν ολόκληρη την οικονομία. Ένα από τα παραδείγματα του Doctorow είναι ότι ένας αγρότης δεν μπορεί να επισκευάσει μόνος του το τρακτέρ του μάρκας John Deere, γιατί οι τεχνολογικοί περιορισμοί -κυρίως η διαχείριση πνευματικών δικαιωμάτων- εμποδίζουν τους χρήστες να επιδιορθώσουν ή να τροποποιήσουν τις συσκευές τους. Οι νόμοι περί πνευματικών δικαιωμάτων και τα λουκέτα λογισμικού περιφράσσουν την ιδιοκτησία, και πιθανότατα μόνο μια πολιτική εκστρατεία για το δικαίωμα στην επισκευή μπορεί να ανατρέψει αυτές τις τεχνολογίες ελέγχου. «Αν δεν μπορείς να το φτιάξεις, δεν σου ανήκει», λέει ο Doctorow. Έτσι, η αντίσταση στην τεχνοφεουδαρχία παίρνει τη μορφή διεκδίκησης της ατομικής ιδιοκτησίας και του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Αν τέτοιες διεκδικήσεις συνιστούν τη «φωνή» (voice), τότε πώς μοιάζει η «έξοδος» (exit); Για τον Durand, «ο ενισχυμένος άνθρωπος της ψηφιακής εποχής δεν ξεφεύγει από την αυτοκρατορία των αλγορίθμων, όπως και ο κοινωνικοποιημένος άνθρωπος δεν ξεφεύγει από την αυτοκρατορία των θεσμών».⁴⁵ Πρόκειται για μια ισχυρή διατύπωση σχετικά με τη σύγχρονη ανελευθερία: βρισκόμαστε ολοένα και περισσότερο όχι μόνο υπό κυριαρχία αλγορίθμων, αλλά ταυτόχρονα αποθεσμοποιημένοι και αποκοινωνικοποιημένοι.⁴⁶ Παράλληλα, απομακρυνόμαστε από την «οριζοντιότητα της εμπορικής ανταλλαγής»,⁴⁷ καθώς η υποταγή στην οικονομία του μισθού μετατρέπεται σε εξάρτηση από την οικονομία της πλατφόρμας.⁴⁸ Το κόστος εξόδου είναι τεράστιο· σαν τους αγρότες που τρέχουν να ξεφύγουν από το φέουδο, πρέπει οι χρήστες να τα καταφέρουν εντελώς μόνοι τους.

 

Κι όμως, στη μεσαιωνική Ευρώπη η ατομική παραγωγή ήταν ακόμη δυνατή, και οι αγρότες έξω από το φέουδο μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στα μέσα παραγωγής – όσο στοιχειώδη κι αν ήταν, όπως ένα τόξο, ένα τσαπί ή το δικαίωμα χρήσης κοινής γης. Στον καπιταλισμό, όχι.
Ο φιλόσοφος-υπέρμαχος του επιταχυνσιονισμού (accelerationism) Nick Land, πάντοτε έτοιμος να παρουσιάσει τις χειρότερες σύγχρονες τάσεις ως θετική εξέλιξη, μιλά για ένα μοντέλο «no voice, free exit» ως πρότυπο για το μέλλον. Οι άνθρωποι, λέει, θα ζουν υπό «κυβερνητικές εταιρείες» (gov-corps) ή ιδιωτικές αρχές, χωρίς δημοκρατική φωνή· οι κάτοικοι θα μπορούν απλώς να αποχωρούν αν δεν τους αρέσει.⁴⁹ Ακόμη και σε αυτή τη φαντασίωση, η φεουδαρχία δεν φαίνεται το κατάλληλο πρίσμα για να κατανοήσουμε το μέλλον.
Η κατανόηση της Dean για την επερχόμενη ανελευθερία μοιάζει επίσης υπερβολικά ως συνέχεια του καπιταλισμού. Για εκείνη, οι νεοφεουδαρχικοί δουλοπάροικοι είναι προλεταριοποιημένοι δουλοπάροικοι – «ελεύθεροι» από τη γη, «ελεύθεροι» από την εργασιακή ασφάλεια, «ελεύθεροι» από τα δίκτυα κοινωνικής πρόνοιας και εξαρτημένοι από την αγορά για κάθε πτυχή της ζωής τους.
Δεν είναι σαφές πώς αυτό διαφέρει από τη διαπίστωση του Μαρξ πριν από 150 χρόνια, ότι ο εργάτης είναι «ελεύθερος με τη διπλή έννοια: ως ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να διαθέσει την εργατική του δύναμη ως δικό του εμπόρευμα, και ταυτόχρονα μη έχοντας άλλο εμπόρευμα για πώληση, στερείται κάθε μέσου για την πραγμάτωσή της».⁵⁰ Η Dean αντιτείνει: «Αν στον καπιταλισμό πουλάμε τον εαυτό μας, στη νεοφεουδαρχία πληρώνουμε εισιτήριο για να αποκτήσουμε πρόσβαση στην αγορά όπου μπορούμε να πουλήσουμε τον εαυτό μας».⁵¹
Αξίζει όμως να θυμηθούμε ότι στις “εταιρικές πόλεις” του 19ου και αρχών του 20ού αιώνα, οι εργάτες πληρώνονταν με κουπόνια – υπερτιμημένες μάρκες – ώστε να επιστρέφουν μέρος του μισθού τους στο κεφάλαιο για τα βασικά μέσα διαβίωσης. Ή, στις μέρες μας, αξίζει να δούμε τους μετανάστες που πληρώνουν σε μεσάζοντες χιλιάδες δολάρια για να μετακινηθούν και να εργαστούν εξαντλητικά, π.χ. στα κράτη του Κόλπου. Η Dean θα μπορούσε να απαντήσει ότι αυτά τα κράτη είναι προάγγελοι ενός τεχνοφεουδαρχικού μέλλοντος, αλλά πλήθος άλλων παραδειγμάτων από το παρελθόν και την περιφέρεια του καπιταλισμού μας προειδοποιούν ότι ο λεγόμενος «καθαρός καπιταλισμός», από τον οποίο απομακρυνόμαστε, είναι απλώς η καθολικοποίηση της έννοιας του “δυτικού” ευρωαμερικανικού καπιταλισμού του 20ού αιώνα.
Πράγματι, παραμένει η υποψία ότι ολόκληρο το θεωρητικό εγχείρημα της τεχνοφεουδαρχίας μαρτυρεί έλλειψη φαντασίας. Φεουδαρχία, καπιταλισμός, ξανά φεουδαρχία: αυτή η λογική θυμίζει πολλούς στην αριστερά που θεωρούσαν ότι ο μόνος δυνατός κόσμος μετά τον νεοφιλελευθερισμό θα ήταν μια επιστροφή στη σοσιαλδημοκρατία. Η αναδυόμενη παγκόσμια τάξη μάς διαβεβαιώνει ότι δεν είναι έτσι. Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι για να αναδυθεί ένα νέο κακό, κι άλλοι τρόποι για να παίρνει το κακό νέες μορφές.
Περνώντας σε άλλα ζητήματα φαντασίας, η Dean προειδοποιεί να μην αγκαλιάσουμε τη Σίλικον Βάλεϊ και τις συνέπειές της. Από ψυχαναλυτική (λακανική) σκοπιά, βλέπει την κατάτμηση της κυριαρχίας να αντικατοπτρίζεται ιδεολογικά στην “κατάρρευση της συμβολικής τάξης”. Επιστρατεύοντας αυτό που ο Žižek αποκαλεί «πτώση της συμβολικής αποτελεσματικότητας», παρατηρεί ότι δεν υπάρχει πια κυρίαρχο σημείο που να συγκροτεί τη νοηματοδότηση εννοιών σήμερα – «όπως δεν υπάρχει πια κυρίαρχος νόμος, αλλά εκτεταμένες μορφές νομικής ιδιωτικοποίησης και προσωπικών δικτύων εύνοιας και προνομίων».⁵²
Αν και η τελευταία διαπίστωση είναι υπερβολική, τα πρακτικά αποτελέσματα είναι ορατά: η εξατομίκευση της εμπειρίας, ο κατακερματισμός της υποκειμενικότητας και η σύγχυση της δυνατότητας για συνεκτική πορεία της ζωής μας βρίσκονται στη ρίζα πολλών σύγχρονων μορφών απορρύθμισης. Παράλληλα, παρατηρείται και μια αυξανόμενη στροφή προς το μυστικισμό και τη μαγεία.⁵³
Η Dean έχει δίκιο να προειδοποιεί όσους έχουν ελευθεριακή τάση, αριστερούς και δεξιούς, να μην αντιμετωπίζουν την πολυδιάσπαση ως «δημοκρατική πολυμορφία», ούτε να απορρίπτουν τη λογική ως μονοπάτι προς τη «δημιουργική άνθηση». Αυτή η πορεία οδηγεί σε απονεωτερικοποίηση και εξαφάνιση του Διαφωτισμού.
Εδώ βλέπουμε τον πλήρη θρίαμβο του κεφαλαίου και, στη θέση του, της εργαλειακής λογικής. Είναι ένας κόσμος χωρίς Θεό, που προέκυψε μέσα από μια εκτροχιασμένη ή διεστραμμενη διαδικασία εκκοσμίκευσης.
Η πορεία της νεωτερικότητας, μέχρι και πριν από πενήντα χρόνια, ήταν πορεία απομυθοποίησης, προς μια επιστημονική κοσμοαντίληψη – αλλά συνοδευόταν από έναν ανώτερο ανθρωπισμό, θεμελιωμένο στην πίστη ότι το ανθρώπινο είδος μπορεί να αποκτήσει αυτογνωσία και έλεγχο, εξασφαλίζοντας τις συνθήκες για μια πραγματικά ανθρώπινη ζωή.
Παραφράζοντας τον Γκράμσι: επιζητούσαμε μια ζωή χωρίς αυταπάτες, χωρίς να γίνουμε απογοητευμένα υποκείμενα. Κάποτε αυτό λεγόταν «κομμουνισμός» – ώσπου τα καθεστώτα που έφεραν αυτό το όνομα αποδείχθηκαν εξίσου απάνθρωπα με τις παρακμάζουσες καπιταλιστικές κοινωνίες.
Σε κάθε περίπτωση, αυτός ο σκληρός, άχαρος και άθεος κόσμος απέχει πολύ από την κοσμολογία της φεουδαρχίας.
Η κοινωνική αποσύνθεση, που έχω περιγράψει παλαιότερα σε αυτό το περιοδικό ως «βραζιλιανοποίηση», είναι η κινητήρια δύναμη της στροφής προς τον ανορθολογισμό που η Dean παρατηρεί και, εσφαλμένα, αποκαλεί φεουδαρχική.⁵⁴
Ναι, μπορεί να παρατηρηθεί μια αποδοχή του «απόκρυφου, μυστικιστικού, τεχνο-παγανιστικού και αντι-νεωτερικού», που απλώς «εντείνει την τελολογική ανασφάλεια».⁵⁵ Όμως αυτή η ανορθολογική στροφή είναι προϊόν της ερήμου της εργαλειακής λογικής και του επιστημονισμού, της κατάρρευσης των παλαιών συστημάτων πίστης και της απουσίας νέων τρόπων ερμηνείας του κόσμου και της θέσης του ανθρώπου σε αυτόν.
Στην περιφέρεια του παγκόσμιου καπιταλισμού, η θρησκεία των φτωχών γίνεται ολοένα και πιο φανατική. Στην Ινδονησία, οι επισφαλείς εργάτες ασπάζονται την ισλαμική ευσέβεια· στη Νιγηρία, ο πεντηκοστιανισμός και ο ισλαμικός φονταμενταλισμός αναπτύσσονται παράλληλα· και στη Βραζιλία, ένας ενίοτε αποκαλυπτικός ευαγγελικός χριστιανισμός έχει εξελιχθεί σε σημαντική πολιτική δύναμη.⁵⁶
Η ρητορική περί «φεουδαρχίας» παραπλανεί ως προς το ζήτημα της αποσύνθεσης της κοινωνικής συνοχής – αποτελεί ένα επικοινωνιακό παιχνίδι. Δεν μπορεί να λειτουργήσει ούτε ως συναγερμός, ούτε ως ένας ικανός φακός παρατήρησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι διαπιστώσεις των τεχνοφεουδαρχικών θεωρητικών είναι άχρηστες· το φαινόμενο που περιγράφουν μπορεί να είναι πραγματικό, αλλά παρερμηνεύουν τη φύση του.

 

Αποδομώντας τη Φεουδαρχία

 

Αν και δεν υπάρχει αρκετός χώρος για πλήρη ανάλυση του θέματος, αξίζει να σημειωθεί ότι η «φεουδαρχία» δεν είναι πλέον φεουδαρχία με την παραδοσιακή έννοια. Εδώ και δεκαετίες, οι “μεσαιωνολόγοι” αποφεύγουν τη χρήση του όρου, καθώς η εμπειρική έρευνα έχει αποκαλύψει ένα πολύ πιο πολύχρωμο και διαφοροποιημένο τοπίο από ό,τι υπέθεσαν οι παλαιότερες ιδέες.
Η ευθύνη για αυτήν την απλουστευμένη εικόνα ανήκει σε στοχαστές όπως ο Γάλλος ιστορικός Marc Bloch, που έδρασε στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι ακαδημαϊκοί αυτού του τύπου δημιούργησαν μια εικόνα της φεουδαρχίας υπερβολικά συνεκτική και ενιαία, η οποία στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ.
Για παράδειγμα, ο Bloch όρισε τη φεουδαρχία με σαφήνεια ως ένα σύνολο ευδιάκριτων κοινωνικών χαρακτηριστικών:
«Μια εξαρτημένη αγροτιά· ευρεία χρήση του φέουδου αντί για μισθό (που ήταν αδιανόητος)· υπεροχή μιας τάξης εξειδικευμένων πολεμιστών· δεσμοί υπακοής και προστασίας που συνδέουν άνθρωπο με άνθρωπο και, μέσα στην πολεμική τάξη, παίρνουν τη χαρακτηριστική μορφή της υποτέλειας· κατακερματισμός της εξουσίας, που οδηγεί αναπόφευκτα σε αταξία· και, εν μέσω όλων αυτών, η επιβίωση άλλων μορφών κοινωνικής οργάνωσης, όπως η οικογένεια και το κράτος, το οποίο, κατά τη δεύτερη φεουδαλική εποχή, απέκτησε ανανεωμένη ισχύ – αυτά φαίνεται να είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής φεουδαρχίας».⁵⁷
Η Susan Reynolds αμφισβήτησε αυτή την εικόνα της φεουδαρχίας ως ιεραρχικού συστήματος βασισμένου στη δουλοπαροικία και την κατοχή γης, υποστηρίζοντας ότι οι νομικές βάσεις του ήταν πολύ πιο αμφίσημες και διαφοροποιημένες ανά την Ευρώπη.
Για τη Reynolds, η μεσαιωνική Ευρώπη χαρακτηριζόταν περισσότερο από «οριζόντιους» κοινωνικούς δεσμούς μεταξύ ανθρώπων της ίδιας κοινωνικής τάξης.⁵⁸
Αν αυτό ισχύει, τότε η φεουδαρχία ως συνώνυμο της ιεραρχικής κυριαρχίας που βασίζεται στην εκμετάλλευση χάνει κάθε νόημα.
Η λεγόμενη «φεουδαρχική πυραμίδα», εκείνη η σχολική εικόνα ενός κόσμου όπου «το φεουδαρχικό κράτος ήταν μια οργανωμένη ιεραρχία φέουδων και εξουσιών, από τον βασιλιά μέχρι τον κατώτερο άρχοντα», είναι βαθιά παραπλανητική. Μάλιστα, έχει περισσότερα κοινά με τον προ-δημοκρατικό καπιταλισμό παρά με τον Μεσαίωνα.⁵⁹
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη όταν εξετάζουμε τον προ-καπιταλιστικό κόσμο εκτός Ευρώπης. Αν η καπιταλιστική νεωτερικότητα είναι ένα ενιαίο σύστημα που διέπεται από καθολικούς νόμους κίνησης, η προ-καπιταλιστική ζωή χαρακτηριζόταν ακριβώς από την έλλειψη συστημικής συνοχής.
Το πολύ πολύ να επρόκειτο για ένα σύστημα στο οποίο «ο άμεσος παραγωγός, είτε καλλιεργητής είτε κτηνοτρόφος, έχει πρόσβαση στα μέσα παραγωγής, ενώ του επιβάλλεται φόρος μέσω πολιτικών ή στρατιωτικών μηχανισμών»- αυτό που ο μαρξιστής ανθρωπολόγος Eric Wolf αποκάλεσε «φορολογικό τρόπο παραγωγής» (tributary mode of production).⁶⁰
Αυτή η πιο λεπτή και διαφοροποιημένη κατανόηση της φεουδαρχικής εποχής καθιστά πιο έωλους τους ισχυρισμούς, όπως της Dean, ότι σήμερα βλέπουμε «μια τάση όπου κάτι νέο εμφανίζεται με το προσωπείο του παλιού».⁶¹
Είτε η σημερινή εποχή αναπαράγει τη φεουδαρχία στις ποικίλες διαστάσεις της (πολιτική, κοινωνική, οικονομική, ιδεολογική) – ισχυρισμός δύσκολος να στηριχθεί αλλά ευέλικτος για επιλεκτικές αναλογίες – είτε πρόκειται για αναγωγική ερμηνεία, ευκολότερη θεωρητικά αλλά πειστική μόνο αν είναι απολύτως τεκμηριωμένη.

 

Ο Durand, ακολουθώντας τον Brenner, ορίζει τη φεουδαρχία ως την αυθαίρετη σχέση των αρχόντων με τους δουλοπάροικους και αγρότες, καθώς και ως την εκμετάλλευση μέσω άμεσης βίας, όχι μέσω ισότιμης ανταλλαγής ή αμοιβαίου συμβολαίου.
Με βάση αυτή την κατανόηση, για παράδειγμα, ο Βαρουφάκης υποστηρίζει ότι οι παραγωγοί εφαρμογών -οι «υποτελείς καπιταλιστές» (vassal capitalists) – ζουν υπό τον τρόμο της διαγραφής από το (τεχνοφεουδαρχικό) App Store της Apple, χωρίς καν να χρειάζονται δικαστικοί κλητήρες.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ιδιαίτερα πειστικός, και ακόμη λιγότερο εάν εξετάσουμε συνολικά τον υποτιθέμενο «φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής».
Για τον Durand, στη φεουδαρχία το καθοριστικό στοιχείο δεν είναι ούτε η σχέση υποτέλειας ούτε η απουσία αγορών, αλλά: (1) η ηγεμονία της μικρής κλίμακας παραγωγής, όπου ο άμεσος παραγωγός έχει πρόσβαση στα μέσα παραγωγής· (2) ο ανεξάρτητος χαρακτήρας της παραγωγής, σε αντιδιαστολή με την κοινωνικοποιημένη· και (3) η επίλυση της έντασης μεταξύ γαιοκτήμονα και ανεξάρτητου παραγωγού μέσω της βίας.
Σε αυτή τη βάση, κατανοούμε τη λεγόμενη μαλθουσιανή παγίδα της φεουδαρχίας: η αύξηση της παραγωγής οδηγεί σε αύξηση του πληθυσμού, που οδηγεί σε ελλείψεις και σπανιότητα αγαθών, που με τη σειρά της προκαλεί πτώση του πληθυσμού.
Σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας είναι αδύνατη, επειδή οι άρχοντες αποσπούν το πλεόνασμα πριν οι αγρότες μπορέσουν να το επενδύσουν. Το πλεόνασμα καταναλώνεται αντιπαραγωγικά, σε στρατιωτικές εκστρατείες ή σε επίδειξη πλούτου.
Ο Βαρουφάκης σημειώνει ότι, αν η ατμομηχανή είχε εφευρεθεί σε προ-καπιταλιστική εποχή -στην Αίγυπτο, στο παράδειγμά του-, το πιθανότερο θα ήταν «ο Φαραώ να εντυπωσιαζόταν και να τοποθετούσε μία ή περισσότερες μηχανές στο παλάτι του, δείχνοντάς τες στους επισκέπτες και τους υπηρέτες ως απόδειξη της ευφυΐας της Αυτοκρατορίας του».⁶²
Παρά τη σημερινή επίδειξη πλούτου και την αντιπαραγωγική κατανάλωση στον καπιταλισμό – όπως η ευρέως διαδεδομένη πρακτική των επαναγορών μετοχών- τα κέρδη εξακολουθούν να επανεπενδύονται στην έρευνα και ανάπτυξη.⁶³
Οι απομονωμένοι αγρότες της φεουδαρχίας είχαν πρόσβαση στα κοινά, η περίφραξη των οποίων υπήρξε απαραίτητο βήμα για την ανάπτυξη του καπιταλισμού – καθώς οι γαιοκτήμονες μπορούσαν πλέον να εκμισθώνουν τη γη και μια νέα τάξη ακτημόνων αναγκάστηκε να εργαστεί για άλλους.
Ποια κοινά απομένουν σήμερα προσβάσιμα; Επιπλέον, είναι χαρακτηριστικό της τεχνολογικής κριτικής -συχνά στο όνομα του πρώιμου ελευθεριακού πνεύματος του διαδικτύου- να επικρίνει την ιδιωτικοποίηση των ψηφιακών κοινών (βλ. Τις απόψεις των Doctorow, Jaron Lanier).
Η εξαγωγή δεδομένων είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Ωστόσο, υπάρχουν τρία προβλήματα με αυτήν την αναλογία.
Πρώτον, τα δεδομένα δεν είναι το ίδιο με τα προ-νεωτερικά κοινά, καθώς δεν μπορούν να αξιοποιηθούν αυτά καθαυτά στην ατομική παραγωγή.
Δεύτερον, σε αντίθεση με τα βοσκοτόπια ή τα καθαρά ποτάμια (ΣτΜ: συνδεδεμένα με την παραδοσιακή έννοια της γαιοπροσόδου), τα δεδομένα πρέπει να επεξεργαστούν και να συνδυαστούν με άλλα δεδομένα για να γίνουν χρήσιμα και παραγωγικά.
Τα ψηφιακά κοινά δεν είναι φυσικό αγαθό αλλά ανθρώπινο δημιούργημα – εθελοντικό μάλιστα, εξ ου και η ιδέα του Βαρουφάκη περί «ψηφιακών δουλοπάροικων», που συνεχίζουν να παράγουν δωρεάν, παρότι τα προϊόντα τους έχουν ήδη ιδιωτικοποιηθεί.
Τρίτον, ακόμη κι αν η περίφραξη των ψηφιακών κοινών ήταν ακριβές ανάλογο με εκείνη της Αγγλίας του 16ου ή 17ου αιώνα, αυτό θα σήμαινε ότι πρέπει να χαρακτηρίσουμε την Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση ως στιγμή ανανεωμένης καπιταλιστικής συσσώρευσης ή εμβάθυνσης των καπιταλιστικών σχέσεων, όχι ως ρήξη.
Η τεχνοφεουδαρχική υπόθεση βασίζεται επίσης σε μια υποτιθέμενη κατάτμηση της κυριαρχίας, τόσο στο προ-καπιταλιστικό παρελθόν όσο και στο αναδυόμενο μετα-καπιταλιστικό μέλλον.
Η Dean δίνει ιδιαίτερη έμφαση εδώ, σημειώνοντας ότι ο σύγχρονος κόσμος χαρακτηρίζεται από το κεφάλαιο που αναζητά διέξοδο από τη ρύθμιση μέσω της δημιουργίας ειδικών οικονομικών ζωνών – με κύρια αναφορά στο πρόσφατο έργο του Quinn Slobodian.⁶⁴
Ο Durand σημειώνει επίσης, σε αναλογία με το σήμερα, ότι η φεουδαρχία χαρακτηριζόταν από την «έλλειψη κεντρικής εξουσίας και την επικάλυψη των κυριαρχιών, γεγονός που οδηγούσε στον κατακερματισμό της ενιαίας κυριαρχίας και στη διατήρηση περιθωρίων αγροτικής αυτονομίας».⁶⁵
Αυτή η άποψη, τουλάχιστον, δεν επαναφέρει την παλιά πυραμιδική εικόνα της φεουδαρχίας· όμως κινδυνεύει να παρερμηνεύσει ό,τι συμβαίνει σήμερα.
Παρά την αποδυνάμωση της κρατικής κυριαρχίας και την επικράτηση των πολυεθνικών εταιρειών -κεντρικό μοτίβο της θεωρίας της παγκοσμιοποίησης των δεκαετιών ’90 και ’00⁶⁶- η “υποδομική ισχύς” του κράτους συνεχίζει να αυξάνεται, όπως φαίνεται στις ικανότητες μαζικής επιτήρησης και τροποποίησης συμπεριφοράς που επικαλούνται οι τεχνοφεουδαρχικοί.
Οι συγγραφείς που εξετάζονται εδώ αναφέρονται με διαφορετικούς τρόπους στη συγχώνευση κράτους και κεφαλαίου, δηλαδή στην ένωση της πολιτικής εξουσίας με την οικονομική δύναμη.
Αυτή η κατάσταση δεν ταιριάζει με τη φεουδαρχία, όπου η εξουσία ήταν διάχυτη, ανομοιογενής και η ύπατη κεντρική αρχή συνήθως ανύπαρκτη έως εντελώς απούσα.
Τα βιβλία που φέρουν τον τίτλο «Τεχνοφεουδαρχία» πλησιάζουν περισσότερο στην φαντασίωση των ολιγαρχών της Silicon Valley και των νεο-αντιδραστικών εταιρικών καθεστώτων, παρά στην πραγματικότητα, όπως π.χ. το κινεζικό σύστημα κοινωνικής βαθμολόγησης (social credit system).
Η αναλογία αποτυγχάνει και σε άλλα σημεία. Η φεουδαρχία δεν ήταν μια κοινωνία εργασίας· οι αγρότες ήταν ανεξάρτητοι παραγωγοί αυτοσυντήρησης, που δούλευαν μόνο όσο χρειάζονταν (περίπου το ένα τρίτο έως το μισό του έτους).
Ο σημερινός κόσμος χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη υπερ-εργασίας και υπο-εργασίας – η δεύτερη προκύπτει από την έλλειψη σταθερής απασχόλησης. Η μόνιμη δραστηριότητα για τους επισφαλώς (μη) εργαζόμενους είναι η νέα πραγματικότητα: δεν υπάρχει άλλος τρόπος επιβίωσης.
Ο Durand, τουλάχιστον, αναγνωρίζει αυτήν την αποτυχία της αναλογίας: «Οποιαδήποτε ομοιότητα με τη μεσαιωνική Ευρώπη ή την Ιαπωνία είναι φυσικά μακρινή και ατελής· ιδιαίτερα η λεγόμενη ‘ηγεμονία της μικρής κλίμακας ατομικής παραγωγής’».⁶⁷
Πράγματι, ο Durand σημειώνει ότι η «γενικευμένη εξάρτηση από τους κατόχους του Ψηφιακού Κόσμου» είναι ένα είδος «πύρρειας νίκης» για τον μαρξισμό.
Η οικονομική παραγωγή γίνεται ολοένα πιο κοινωνικοποιημένη, επιβεβαιώνοντας τη μακροπρόθεσμη τάση που είχε εντοπίσει ο Μαρξ ήδη από τον 19ο αιώνα.
Επιπλέον, το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της παραγωγής λαμβάνει χώρα μέσα σε τεράστιους μονοπωλιακούς ομίλους υποδεικνύει τη νίκη του οικονομικού σχεδιασμού, όχι του μηχανισμού της αγοράς μέσω των τιμών.
Ναι, η δικαίωση του Μαρξ «παίρνει τη φρικτή μορφή της γενικευμένης σύνθλιψης της κοινωνίας»,⁶⁸ αλλά ταυτόχρονα δείχνει τη δυνατότητα ενός πιο ελεύθερου και ανθρώπινου μετα-καπιταλιστικού μέλλοντος, βασισμένου σε δημοκρατικό σχεδιασμό, κι όχι σε μια (ανελεύθερη και απάνθρωπη) ύπαρξη μέσα σε ένα μετα-καπιταλιστικό καθεστώς συνεχούς υποβάθμισης.⁶⁹

 

Το Πρόβλημα της Προσόδου

 

Η κυριαρχία της προσόδου στην οικονομία βρίσκεται στο κέντρο της τεχνοφεουδαρχικής θέσης. Για τον Durand, τα άυλα περιουσιακά στοιχεία λειτουργούν ως φραγμοί στον ανταγωνισμό και την κινητικότητα.
Οι επενδύσεις δεν κατευθύνονται στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αλλά προς τις «δυνάμεις της λεηλασίας».⁷⁰
Πλήθος μορφών προσόδου ανθούν στον σύγχρονο καπιταλισμό: πρόσοδοι πνευματικής ιδιοκτησίας (όπως οι φαρμακευτικές πατέντες), φυσικά μονοπώλια (όπως η Apple) που ελέγχουν ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, δυναμικές πρόσοδοι καινοτομίας (όπου τα δεδομένα που παράγονται από βιομηχανικές διαδικασίες μετατρέπονται σε πνευματική ιδιοκτησία) και σωρευμένες διαφορικές πρόσοδοι επί άυλων αγαθών, οι οποίες μπορούν στη συνέχεια να αναπαραχθούν με μηδενικό οριακό κόστος.
Η τελευταία αυτή μορφή είναι κρίσιμη, διότι οι υλικοί και άυλοι τομείς αυξάνονται σε αξία με διαφορετικούς ρυθμούς, όπως και τα κόστη τους. Επομένως, «οι εταιρείες που ελέγχουν τους άυλους κρίκους της αλυσίδας αποκομίζουν δυσανάλογο μερίδιο κερδών όσο αυξάνεται η συνολική παραγωγή».⁷¹
Αυτά τα φαινόμενα μπορεί να είναι επιζήμια για τη διάχυση του πλούτου στην κοινωνία, αλλά αποτελούν πράγματι ένδειξη μετα-καπιταλισμού;
Επαναλαμβανόμενα, μορφές εισοδήματος που προέρχονται από το κεφάλαιο αντιμετωπίζονται ως «πρόσοδοι».
Για παράδειγμα, ο Durand παραδέχεται ότι τη δεκαετία του 1990 η “Σουμπετεριανή δημιουργική καταστροφή” μπορεί να λειτουργούσε, καθώς οι εταιρείες επένδυαν στην Έρευνα και Ανάπτυξη για την απόκτηση προσόδων καινοτομίας.
Όμως αυτή η τάση έχει πλέον επιβραδυνθεί λόγω νέων εμποδίων (κυρίως της πνευματικής ιδιοκτησίας), προωθώντας έτσι την εμφάνιση ενός στάσιμου, φεουδαρχικού τύπου τάξης.
Αλλά γιατί να χαρακτηρίζονται αυτά ως «πρόσοδοι καινοτομίας», όταν καθ’ όλη τη νεότερη ιστορία θεωρούνταν υπερκέρδη;
Αν η πρόσοδος πρόκειται να παίξει τόσο κεντρικό ρόλο σε μια αφήγηση για την «εκδίκηση του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής», τότε πρέπει να κατανοηθεί με κλασικούς όρους.
Η «οικονομική πρόσοδος» όπως την αντιλαμβάνονται οι Durand και Βαρουφάκης δεν είναι καθόλου φεουδαρχική.
Βασίζεται σε σύγχυση σχετικά με τη μοναδική φύση της γης, από την οποία προκύπτει η πρόσοδος.⁷²
Πρέπει να θυμόμαστε ότι η γη δεν είναι εμπόρευμα, επειδή δεν μπορεί να παραχθεί: το μονοπώλιο του γαιοκτήμονα δεν αποτελεί ιδιοκτησία του κεφαλαίου (δηλαδή παραγόμενο μέσο παραγωγής και κοινωνική σχέση που παρέχει εξουσία εκμετάλλευσης), αφού ο γαιοκτήμονας δεν διαθέτει αυτομάτως τα μέσα για να αποσπάσει αξία από αυτήν.
Αυτή η σχέση διαφέρει ριζικά από εκείνη των «cloudalists» του Βαρουφάκη – αυτών που οικοδομούν ψηφιακές πλατφόρμες και παρεμβάλλονται ανάμεσα σε παραγωγούς και καταναλωτές, οδηγούς και επιβάτες.
Οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι μπορεί να θεωρούν τα υπερκέρδη (λόγω έλλειψης ανταγωνισμού) ως «οικονομικές προσόδους», αλλά παραμένουν κέρδη, δηλαδή καπιταλιστικά προϊόντα – και όχι αποτέλεσμα της δραστηριότητας κάποιων «νέων φεουδαρχών του νέφους».
Η σύγχρονη χρήση του όρου rentiers (ραντιέρηδες/εισοδηματίες) είναι ευρεία: περιλαμβάνει «τα πάντα, από τις τράπεζες της Wall Street έως τις μονοπωλιακές τεχνολογικές εταιρείες».⁷³

 

Όπως παρατηρεί ο Matt Huber, η πολιτική που συνήθως συνοδεύει μια τόσο ευρεία ανάλυση είναι μια ηθικιστική αντίθεση προς τους ραντιέρηδες (rentiers), δηλαδή προς όσους αποκομίζουν εισόδημα χωρίς να εργάζονται.
Οι συνέπειες είναι προφανείς: η καπιταλιστική δραστηριότητα ηθικοποιείται εκ νέου ως «εργασία», και επιστρέφουμε στην αντίληψη του κέρδους ως «μισθού εποπτείας» – μια αντίληψη που ο Μαρξ είχε ήδη αποδομήσει.
Ο Huber μάς καλεί να διατηρήσουμε τη θεωρητική διάκριση ανάμεσα στους γαιοκτήμονες ως εισοδηματίες και στους καπιταλιστές ως κατόχους των μέσων παραγωγής.
«Ίσως θα έπρεπε να θεωρούμε την καπιταλιστική πρόσοδο ή τους εισοδηματίες ως κερδοσκόπους ή εκμεταλλευτές;»⁷⁴
Μπορούμε να προχωρήσουμε ακόμη παραπέρα, όπως κάνει ο Evgeny Morozov, σε μια ιδιαιτέρως οξεία κριτική της τεχνοφεουδαρχικής λογικής, που δημοσιεύτηκε πριν από τα υπό εξέταση έργα.⁷⁵
Όπως η «καθαρή» πρόσοδος πρέπει να διακρίνεται από τις οικονομικές προσόδους των καπιταλιστών, έτσι και πολλές από τις δραστηριότητες των τεχνολογικών γιγάντων πρέπει να θεωρηθούν παραγωγή εμπορευμάτων και όχι απλώς κατοχή περιουσιακών στοιχείων.
Η Spotify, για παράδειγμα, «πουλά ένα πολύ ιδιαίτερο εμπόρευμα: μια μοναδική, προσωποποιημένη εμπειρία χρήστη που προσφέρει σε πραγματικό χρόνο πρόσβαση σε μια σχεδόν άπειρη μουσική συλλογή».
Έτσι, «όλα αυτά τα δεδομένα είναι απλώς πρόσθετο στοιχείο της κύριας δραστηριότητας της Spotify: του εμπορεύματος-εμπειρίας/μουσικής-μάρκας (brand). Οι πραγματικοί “εισοδηματίες” εδώ είναι οι δισκογραφικές εταιρείες· η Spotify είναι μία φανατικά καπιταλιστική επιχείρηση στον ίδιο βαθμό που ήταν και ο Χένρι Φορντ».⁷⁶
Παρομοίως, η Google προσφέρει το εμπόρευμα της αναζήτησης δωρεάν, γεγονός που της επιτρέπει να «πουλάει ένα άλλο, εξαιρετικά κερδοφόρο εμπόρευμα -την πρόσβαση στις οθόνες και την προσοχή των χρηστών- στους διαφημιστές».⁷⁷
Τίποτε από αυτά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αντιπαραγωγικές πρακτικές προσόδου στις τεχνολογικές εταιρείες (π.χ. η κατοχή δεδομένων από την Google). Όμως αυτό δεν αναιρεί ότι πρόκειται για τυπικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις.
Το να γίνεσαι απίστευτα πλούσιος χωρίς να εργάζεσαι ήταν κάποτε το αντικείμενο της κριτικής του καπιταλισμού, όχι της φεουδαρχίας.
Το να θεωρεί κανείς τη Google ή τη Standard Oil μη καπιταλιστικές, επειδή είναι πλουσιότερες από την αξία που παράγουν, είναι αποτέλεσμα αναλυτικού σφάλματος.
Σε ολόκληρο το σύστημα, ορισμένοι κάτοχοι κεφαλαίου μπορούν να οικειοποιούνται υπεραξία που παράγεται αλλού – κι αυτή συσσωρεύεται ως καπιταλιστικό κέρδος, όχι ως πρόσοδος.
Εφόσον η τεχνοφεουδαρχική υπόθεση βασίζεται σε κατηγορικό λάθος σχετικά με την πρόσοδο, το τελικό επιχείρημα είναι πολύ περισσότερο περιορισμένο, ευθυγραμμισμένο με την έννοια του «πολιτικού καπιταλισμού».⁷⁸
Το πρόβλημα είναι ότι όσα εκλαμβάνονται ως συνδηλώσεις νέας φεουδαρχίας είναι στην πραγματικότητα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, όπως εκδηλώθηκαν σε διαφορετικές εποχές και περιοχές.
Δεν θα ήταν απλούστερο να διευρύνουμε και να βελτιώσουμε την κατανόησή μας για τον καπιταλισμό, ενσωματώνοντας αυτά τα στοιχεία – έναν Πραγματικά Υπάρχοντα Καπιταλισμό που ίσως διαφέρει ως προς τον βαθμό, όχι όμως ως προς την ουσία, υπό το πρίσμα της μαρξικής κατανόησης σύμφωνα με την οποία η συσσώρευση υπεραξίας γίνεται μέσω εκμετάλλευσης, όχι απαλλοτρίωσης;
Όπως υποστηρίζει ο Morozov, η ασάφεια γύρω από τη σχέση απαλλοτρίωσης και εκμετάλλευσης, και τον βαθμό που η πρώτη έχει ιστορικά ξεπεραστεί, δημιουργεί την ανάγκη για «εξωτερικές έννοιες» όπως η “συσσώρευση μέσω απαλλοτρίωσης” (Harvey), η “θηριωδία” (Veblen), η “γνωσιακή πρόσοδος” (Vercellone) ή η “εξαγωγή συμπεριφορικού πλεονάσματος” (Zuboff).⁷⁹
Αντίστοιχα, ο “πολιτικός καπιταλισμός” των Riley και Brenner περιγράφει ένα σύστημα όπου φοροαπαλλαγές, ιδιωτικοποιήσεις, χαμηλά επιτόκια και κρατικές δαπάνες υπέρ της ιδιωτικής βιομηχανίας συνυπάρχουν – όλα αυτά όμως υπήρχαν ήδη στην μεταπολεμική χρυσή εποχή του καπιταλισμού.⁸⁰
Η καθαρή διάκριση πολιτικού και οικονομικού είναι σημαντική θεωρητικά, αλλά αυτό δεν αποκλείει την εμπειρική αναγνώριση της εκμετάλλευσης ως πραγματικότητας.
Έτσι, οι διακυμάνσεις του ρόλου του πολιτικού μέσα στην οικονομία -ουσιαστικά, ο μετασχηματισμός του κράτους-  δεν πρέπει να εκλαμβάνονται κάθε φορά ως νέος τρόπος παραγωγής ή νέα κοινωνική οργάνωση.
Αντίθετα, ο ρόλος του κράτους μπορεί να αποτελεί ένδειξη της υγείας και του δυναμισμού του “οικονομικού στοιχείου” και των νόμων κίνησής του.
Δημιουργεί ο ανταγωνισμός καινοτομία που εξοικονομεί εργασία; Πόσος ανταγωνισμός υπάρχει εντός του κεφαλαίου; Υπάρχει κρίση αξιοποίησης κεφαλαίου, που απαιτεί πολιτικά καθοδηγούμενη απαλλοτρίωση για να επεκταθεί σε νέους τομείς;
Υπάρχει πάντα και η γεωγραφική διάσταση. Η παγκόσμια περιφέρεια ήταν ανέκαθεν ο τόπος όπου εκδηλώνονταν πράξεις απαλλοτρίωσης, ιδιαίτερα κατά την νεοφιλελεύθερη περίοδο (π.χ. ιδιωτικοποίηση γης, πόρων και δημόσιων υπηρεσιών).
Ιστορικά ήταν ευκολότερο να αντιταχθεί κανείς στην πολιτική απαλλοτρίωση παρά στην οικονομική εκμετάλλευση, επειδή η πρώτη προκαλεί ηθική αγανάκτηση πιο άμεσα.
Η δεύτερη, εξάλλου, πραγματοποιείται υπό το προκάλυμμα της τυπικής ελευθερίας των εκατέρωθεν συμβολαίων και των συμβάσεων.
Αυτό εξηγεί, εν μέρει, τη μεγαλύτερη μαχητικότητα των αριστερών και λαϊκών κινημάτων στην περιφέρεια πίσω στο γύρισμα του αιώνα, σε σύγκριση με τον παγκόσμιο Βορρά.
Αυτή η τάση μπορεί επίσης να εξηγεί τη θεωρητική έλξη της τεχνοφεουδαρχίας, αφού υποδηλώνει ότι συμβαίνει κάτι «άδικο» ακόμη και με βάση τους ίδιους τους κανόνες του καπιταλισμού.
Η Dean, απαντώντας στην κριτική του Morozov, αντιστέκεται σε κάθε ερμηνεία που διευρύνει τον ορισμό του καπιταλισμού ώστε να περιλαμβάνει την απαλλοτρίωση. «Ο Morozov χάνει τη δυνατότητα να διακρίνει τον [καπιταλισμό] από τη φεουδαρχία».⁸¹
Αυτή η θέση είναι φαντασιακή. Οι διαφορές παραμένουν τεράστιες: η παραγωγή εμπορευμάτων, η εξάρτηση από την αγορά, η πρωτοκαθεδρία της τυπικά ελεύθερης εργασίας, η ώθηση στην καινοτομία και ο εξαναγκασμός του ανταγωνισμού.
Όλα αυτά είναι μοναδικά γνωρίσματα του καπιταλισμού.
Ωστόσο, το επιχείρημα της Dean δεν χρειάζεται ιδιαίτερη απάντηση, αφού αναιρεί τον εαυτό του όταν γράφει: «Η φεουδαρχία ως απαλλοτρίωση δεν είναι όλη η μαρξιστική ιστορία· ο εξωοικονομικός εξαναγκασμός δεν αντικαθίσταται απλώς από την εκμετάλλευση· τη συνοδεύει. Το κεφάλαιο έρχεται να επικαλύψει, να ενσωματώσει και να εξαρτηθεί από προηγούμενες οικονομικές και κοινωνικές μορφές».⁸²
Ποιο ακριβώς είναι, λοιπόν, το ζήτημα;

 

Φυσικοποιώντας τον Καπιταλισμό

 

Η Dean κατηγορεί τον Morozov ότι φυσικοποιεί τον καπιταλισμό, διαλύοντας -υποτίθεται- τη διάκριση μεταξύ των τρόπων παραγωγής και εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια αναγνώρισης ή προσδιορισμού της συστημικής αλλαγής.⁸³
Αυτή η κατηγορία είναι άδικη, γιατί ούτε το επιχείρημα του Morozov ούτε το δικό μου εδώ υποστηρίζουν ότι η απόσπαση υπεραξίας είναι η ίδια σε όλη την ιστορία και δεν μπορεί να αλλάξει, ούτε ότι είναι αδύνατη η ανάδυση άλλων μορφών κυριαρχίας.
Το ζήτημα είναι ότι η τεχνοφεουδαρχία βασίζεται σε μια λανθασμένη κατανόηση του προ-καπιταλισμού, καθώς και σε εσφαλμένη ταύτιση των σύγχρονων τάσεων με επιφανειακές αναλογίες ανάμεσα στις διαφορετικές ιστορικές εποχές.
Επιπλέον, αν αφαιρεθούν αυτά τα σφάλματα, το μόνο που απομένει (ΣτΜ: από την θέση της Dean) είναι μια αόριστη υπόθεση ότι «οι ίδιες οι δυναμικές του καπιταλισμού μπορούν να τον μετασχηματίσουν σε κάτι άλλο – κάτι χειρότερο».⁸⁴
Η Dean απορρίπτει την ιδέα ότι υποστηρίζει πως ο καπιταλισμός κινείται προς τα πίσω, αλλά το μόνο που αντιπροτείνει είναι ότι η κριτική αυτή προϋποθέτει μια γραμμική, προοδευτική αντίληψη της ιστορίας.
Σε αυτό προστίθενται και υπαινιγμοί ευρωκεντρισμού, σύμφωνα με τους οποίους οι επικριτές της τεχνοφεουδαρχίας βασίζονται στην υπόθεση μιας «ολοκληρωμένης διαδικασίας» πραγματικής υπαγωγής, αγνοώντας τη “διαρκή συνάντηση με και την απορρόφηση μη καπιταλιστικών στοιχείων από το κεφάλαιο”.
Όμως το επιχείρημα εδώ είναι ακριβώς το αντίθετο. Ο Πραγματικά Υπάρχων Καπιταλισμός, ιδίως στην περιφέρεια, πάντα συνδύαζε στιγμές απαλλοτρίωσης με στιγμές εκμετάλλευσης· είναι οι τεχνοφεουδαρχικοί θεωρητικοί που αγνοούν αυτό το γεγονός, παρουσιάζοντας την παρακμή του καπιταλισμού στον πυρήνα ως κάτι εντελώς καινούριο – δηλαδή, νέο για τον καπιταλισμό αλλά δήθεν οικείο στη φεουδαρχία.
Το επιχείρημα της Dean πρέπει να αναστραφεί: οι τεχνοφεουδαρχικοί θεωρητικοί είναι αυτοί που φυσικοποιούν την ανελευθερία του καπιταλισμού.
Ας δούμε τη θέση του Βαρουφάκη: «Ενώ η πρόσοδος μύριζε χυδαία εκμετάλλευση, το κέρδος διεκδικούσε ηθική ανωτερότητα, ως δίκαιη ανταμοιβή στους τολμηρούς επιχειρηματίες που ρισκάρουν τα πάντα πλέοντας στα ανταριασμένα κύματα της αγοράς».⁸⁵
Ο τόνος μπορεί να είναι σαρκαστικός, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει εξιδανίκευση του κέρδους έναντι της προσόδου.
«Οι μεγαλοεταιρείες του καπιταλισμού -όπως η Ford, η Edison, η General Electric- παρήγαγαν τα κέρδη που υπερίσχυσαν της προσόδου και οδήγησαν τον καπιταλισμό στην κυριαρχία. Ωστόσο, όπως τα ψάρια ρεμόρα που ζουν παρασιτικά στη σκιά των μεγάλων καρχαριών, ορισμένοι εισοδηματίες όχι μόνο επέζησαν, αλλά άνθισαν, τρεφόμενοι από τα γενναιόδωρα απομεινάρια του κέρδους».⁸⁶
Το πρόβλημα δεν είναι ότι αναγνωρίζει την καπιταλιστική πρόοδο – την ιστορικά αναγκαία διαδικασία ανάπτυξης και την υπέρβαση της φεουδαρχικής μαλθουσιανής παγίδας· αυτό είναι σωστό και θετικό.
Το πρόβλημα είναι ότι διαχωρίζει την παραγωγή κέρδους ως “καπιταλιστική”, ενώ όλα τα υπόλοιπα -όπως οι γαιοκτήμονες και η πρόσοδος- τα εντάσσει σε ένα βαθύ, βαλτώδες παρελθόν. Όμως οι γαιοκτήμονες, η πρόσοδος και τα μονοπώλια είναι μέρος της καπιταλιστικής κοινωνικής ολότητας.
Ο Βαρουφάκης παραπονιέται ότι ο “cloudalist” θέλει να σε βγάλει εντελώς από την αγορά, όπως δήθεν συμβαίνει όταν μπαίνεις στο Amazon («μπαίνεις στο amazon.com και έχεις εξέλθει του καπιταλισμού»).⁸⁷
Όμως ο καπιταλισμός δεν χαρακτηρίζεται αποκλειστικά από αγορές· πάντοτε ίσχυε ότι κάθε καπιταλιστής ονειρεύεται να γίνει μονοπωλιστής.
Μερικοί μπορεί να υπερασπίζονται ιδεολογικά τον ανταγωνισμό, άλλοι (όπως ο Peter Thiel) να τον θεωρούν «για χαμένους» , αλλά όλοι επιθυμούν το προνόμιο του καθορισμού τιμών και της απορρόφησης υπερκερδών που προσφέρει ο μονοπωλιακός έλεγχος.

 

Προς τιμήν της, η Dean παραδέχεται ότι υπάρχει ένας κίνδυνος στην υπόθεση της νεοφεουδαρχίας: να υπερασπίζεται άθελά της τον καπιταλισμό. Σε αντιπαραβολή με τον εξωοικονομικό εξαναγκασμό, την εξάρτηση και την βίαιη απαλλοτρίωση της νεοφεουδαρχικής λεηλασίας, ο καπιταλισμός «ίσως να μην φαίνεται και τόσο κακός».⁸⁸
Έτσι, καταγγέλλει τον Joel Kotkin και το έργο του Neofeudalism για το ότι «χρησιμοποιεί την απειλή μιας μαζικής δουλοπαροικίας προκειμένου να υπερασπιστεί την προαστιακή ιδιοκτησία, τα ορυκτά καύσιμα και το Αμερικανικό Όνειρο».⁸⁹
Αυτή η «λαϊκιστική υπεράσπιση του καπιταλισμού του άνθρακα» δεν είναι μόνο αποκρουστική, αλλά και ανέφικτη, αφού «ο καπιταλισμός δεν αποτελεί εναλλακτική στη νεοφεουδαρχία»· το ίδιο το κεφάλαιο είναι που νεοφεουδαρχικοποιείται.
Προσπαθώντας απεγνωσμένα να αποφύγει τον εφιάλτη της προαστιακής ιδιοκτησίας, η Dean χρησιμοποιεί τη νεοφεουδαρχία ως εργαλείο για να ενοποιήσει τους αγώνες των σημερινών προλεταριοποιημένων «νεοδουλοπάροικων», δείχνοντας πως όλοι αυτοί είναι αγώνες ενάντια στον αυτομετασχηματισμό του κεφαλαίου.⁹⁰
Αν όμως θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές σχετικά με τη φύση των σημερινών πολιτικών αγώνων -ενάντια στην τεχνολογική επιτήρηση, το δεσποτικό κεφάλαιο της Silicon Valley, την αποβιομηχάνιση και την εξαντλητική, χαμηλής παραγωγικότητας οικονομία υπηρεσιών- πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτοί διεξάγονται συχνά στο όνομα των μεταπολεμικών συμβιβασμών, έστω και σιωπηρά.
Οι σοσιαλιστές της γενιάς των millennials ήθελαν την επιστροφή της σοσιαλδημοκρατίας,⁹¹ όπως και οι υποστηρικτές του MAGA, αν και με διαφορετικές εμφάσεις.
Είτε πρόκειται για υποβαθμιζόμενους επαγγελματίες είτε για μικροαστούς που κινδυνεύουν να προλεταριοποιηθούν, αυτές οι τάξεις διεξάγουν μια κοινή “λαϊκιστική υπεράσπιση του καπιταλισμού του άνθρακα.”
Ο Durand είναι πιο προσεκτικός. Αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο να υπερτονίσουμε τη “νεότητα” του ψηφιακού, γιατί έτσι αφοπλίζεται η παραδοσιακή κριτική του καπιταλισμού· αλλά ανησυχεί επίσης για το αντίθετο: να σχετικοποιήσουμε το νέο, επιλέγοντας μόνο τα φαινόμενα που ταιριάζουν στα προϋπάρχοντα θεωρητικά μας σχήματα.
Το έργο του παραμένει το υψηλότερο σημείο της τεχνοφεουδαρχικής σκέψης, το μοναδικό κείμενο που αξίζει πραγματικά να συζητηθεί.

 

Κοίτα γύρω, όχι πίσω

 

Πώς να περιγράψουμε την παρακμή; Όπως έχω υποστηρίξει, η διευρυνόμενη ανισότητα, οι νέες μορφές ελέγχου, η αυξανόμενη εξω-οικονομική χρήση βίας και η διαπλοκή πολιτικού και οικονομικού είναι γνωρίσματα που κατανοούνται καλύτερα ως χαρακτηριστικά της περιφέρειας του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Το ιδιαίτερο στη δική μας εποχή -το “νέο κακό”- είναι ότι οι συνθήκες της περιφέρειας γίνονται όλο και πιο διάχυτες στον πυρήνα. Η διακοπτόμενη ή κατεστραμμένη νεωτερικότητα που χαρακτήριζε την περιφέρεια δεν της ανήκει πια αποκλειστικά.
Η κοινωνία της εργασίας αναφέρθηκε παραπάνω ως γνώρισμα του καπιταλισμού που τον διέκρινε από τον φεουδαρχικό αγροτισμό.
Σήμερα, βλέπουμε την αποσυναρμολόγηση της κοινωνίας της εργασίας – όχι όμως προς την κατεύθυνση της προνεωτερικής ατομικής αυτοσυντήρησης. Αντίθετα, η επισφάλεια γενικεύεται, και ενώ η πειθάρχηση ασκείται στον χώρο εργασίας, επεκτείνεται ολοένα και περισσότερο σε όλη την κοινωνία.
Τη θέση της καταλαμβάνει η εξω-οικονομική βία, που γίνεται συχνότερη. Όπως γράφει ο Βραζιλιάνος θεωρητικός Thiago Canettieri, «ακόμη και οι λεγόμενες χώρες-πυρήνας πρέπει να αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση καταστροφικής αποκοινωνικοποίησης. Αντίθετα από ό,τι αναμενόταν, κινητοποιούνται τεράστιοι πόροι για την οικοδόμηση ισχυρών κατασταλτικών μηχανισμών (κάθε είδους) και για τον πλουτισμό ολοένα μικρότερου αριθμού ατόμων».⁹²
Η Dean δείχνει να συμμερίζεται αυτή την ιδέα όταν, για παράδειγμα, επισημαίνει τη διατήρηση μιας αρχοντοδουλοπαροικιακής κουλτούρας στη Βολιβία, όπου η κατοχή γης διατηρεί ακόμη φεουδαρχικά γνωρίσματα.
Δεν θα πρέπει να θεωρούμε ως μοναδική εικόνα οπισθοδρόμησης το ευρωπαϊκό παρελθόν, από το οποίο η Ευρώπη έχει εξέλθει. Υπάρχει και άλλη εικόνα: το ασύγχρονο παρόν της περιφέρειας ή οι αναπαραγωγές του που εξαπλώνονται στον πυρήνα.
Όμως ο ισχυρισμός της ότι «η υπόθεση της νεοφεουδαρχίας στοχεύει να διαλύσει τα απομεινάρια αυτής της εικόνας» παρερμηνεύει το αποτέλεσμα του δικού της εγχειρήματος.⁹³
Η δουλειά της μας ενθαρρύνει να βλέπουμε την οπισθοδρόμηση ως φεουδαρχική (άρα συναρτημένη με την προκαπιταλιστική Ευρώπη).
Η Dean μοιάζει κολλημένη στη δεκαετία του 1970: σε έναν κόσμο ανεπτυγμένου πυρήνα και ημικαπιταλιστικής περιφέρειας που αναχαιτίζεται από τον ιμπεριαλισμό.
Αντίθετα, μια προοπτική που τονίζει την περιφερειοποίηση αναγνωρίζει ότι ο καπιταλισμός είναι πλέον ολικός.
Η περιφέρεια δεν είναι η πηγή κάποιας εξέγερσης ενάντια στην υπαγωγή της στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής,  που αντλεί από προκαπιταλιστικές, εξω-ευρωπαϊκές πηγές. Αντίθετα, είναι ο τόπος ανάπτυξης ολοένα και πιο υβριδικών στοιχείων: η άτυπη εργασία ακμάζει, υπονομεύοντας την ομοιογένεια της κοινωνίας της εργασίας.
Λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του, ο Σαμίρ Αμίν παρατήρησε: «Κάποιοι παραιτούνται… και πιστεύουν ότι ο καιρός μας δεν είναι εποχή σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, αλλά παγκόσμιας επέκτασης του καπιταλισμού, που ξεκινώντας από αυτή τη ‘μικρή γωνιά της Ευρώπης’ αρχίζει να επεκτείνεται νότια και ανατολικά. Στο τέλος αυτής της μεταφοράς, η ιμπεριαλιστική φάση θα φαίνεται όχι ως το τελευταίο, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, αλλά ως μεταβατική φάση προς τον καθολικό καπιταλισμό».⁹⁴
Αυτό είναι που πρέπει τώρα να αντιμετωπίσουμε.

 

Ο καπιταλισμός ξεπέρασε όλα τα εμπόδια του εκσυγχρονισμού με τους δικούς του όρους: η απο-αγροτοποίηση έφερε το τέλος της αγροτικής υπαίθρου, παρασύροντας μαζί της και τον συντηρητισμό ως συνεκτική πολιτική δύναμη.
Η αναδιάρθρωση της παραγωγής, οι άμεσες πολιτικές επιθέσεις και η καταστροφή του “σοσιαλισμού των στρατοπέδων” οδήγησαν στην ήττα της οργανωμένης εργατικής τάξης, της εσωτερικής αντιπολίτευσης του καπιταλισμού. Ο σοσιαλισμός βυθίστηκε μαζί της.
Το κεντρικό παράδοξο της εποχής μας είναι ότι όσο ο καπιταλισμός νικά, τόσο αρχίζει να σαπίζει.
Καθώς η αυτοματοποίηση και η τεχνολογία αντικαθιστούν τη ζωντανή εργασία, η δημιουργία αξίας καταρρέει, υπονομεύοντας τα ίδια τα θεμέλια του καπιταλισμού.
Στον ολικό καπιταλισμό, η αντίφαση οξύνεται: όλα εμπορευματοποιούνται, αλλά η αξία δεν μπορεί πλέον να παράγεται σταθερά.
Επιστροφή δεν υπάρχει. Το μάντρα φθείρεται με την επανάληψη· αξίζει να θυμόμαστε το νόημά του.
Δεν υπάρχει επιστροφή στη φεουδαρχία, όπως δεν υπάρχει επιστροφή στη σοσιαλδημοκρατία. Όμως η πορεία προς τα εμπρός είναι ασαφής.
Εμφανίζονται επικαλυπτόμενες προοδευτικές απαντήσεις στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό και ειδικά στα γνωρίσματα παρακμής που περιγράφονται εδώ.
Μια κινητοποίηση στο όνομα του «αληθινού καπιταλισμού» θα επιδίωκε να υπερασπιστεί τον ελεύθερο ανταγωνισμό.
Όπως το αντιλαμβανόταν ο Adam Smith, η αγορά είναι ελεύθερη όταν είναι ελεύθερη από προσόδους και ραντιέρικη επιδίωξη.
Οι καπιταλιστές μισούν τον καπιταλισμό επειδή επιθυμούν το μονοπώλιο. Θεωρούν ότι ο ανταγωνισμός είναι μόνο για όσους ανταγωνίζονται στις αγορές εργασίας, όχι για τους ίδιους.
Οι προτάσεις του Cory Doctorow για διαλειτουργικότητα ή δικαίωμα επισκευής κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.
Η αντίθεση της μικρής μεσαίας τάξης στη διαφθορά, στον δεσμό κράτους-κεφαλαίου και στον σοσιαλισμό για τους πλούσιους είναι ακόμη ένα παράδειγμα τέτοιας απάντησης.
Σε ανθρωπιστικό φιλοσοφικό επίπεδο, οι Βαρουφάκης και Durand επιδιώκουν να διασώσουν το φιλελεύθερο άτομο.
Για να διασωθεί η έννοια της ελευθερίας ως αυτοϊδιοκτησίας, ο Βαρουφάκης υποστηρίζει την ανάγκη για μια «ολοκληρωμένη αναδιαμόρφωση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί των όλο και πιο cloud-based μέσων παραγωγής, διανομής, συνεργασίας και επικοινωνίας».⁹⁵
Αντίστοιχα, ο Durand θεωρεί ότι «η αντίσταση στην αποπραγμάτωση του ατόμου αποτελεί σοβαρό εμπόδιο» στη στερέωση της τεχνοφεουδαρχίας. «Η έλευση του ‘πλήρως αναπτυγμένου ατόμου’ απαιτεί το αντίο στην αγορά να συνοδευτεί από επανεπένδυση στην υποκειμενικότητα».⁹⁶
Είναι αλήθεια ότι οι ριζοσπαστικότερες κριτικές μιας ιδεολογίας συχνά εμφανίζονται ως οι πιο πιστοί οπαδοί της.
Ο Slavoj Žižek έχει υποστηρίξει ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος ανατροπής δεν είναι η απόρριψη της κυρίαρχης ιδεολογίας, αλλά το να τη λάβουμε πιο σοβαρά απ’ όσο λαμβάνει η ίδια τον εαυτό της.
Αυτή η στρατηγική της «υπερταύτισης», δηλαδή η επανάληψη των υπερβολών της κυρίαρχης ιδεολογίας, αποκαλύπτει την έμφυτη ασυνέπειά της.
Ο καπιταλισμός δεν θα επιστρέψει στις φιλελεύθερες βάσεις του· αλλά η αμφισβήτησή του στο όνομα αυτών των αξιών μπορεί να αποτελέσει ρίζα ενός κινήματος για το “νέο και καλό”.
Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε ωστόσο είναι ότι ο παρακμάζων καπιταλισμός έχει εγκαταλείψει τον φιλελευθερισμό – την ατομική αυτονομία και τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Αυτό καθιστά μια έμφυτη κριτική ακόμη πιο δύσκολη.
Σε πιο συγκεκριμένο πολιτικό επίπεδο, ο Βαρουφάκης υπαινίσσεται μια διαταξική συμμαχία, που θα ενώσει όχι μόνο το παραδοσιακό προλεταριάτο με τους νέους cloud proles, αλλά και τους cloud serfs και τουλάχιστον κάποιους υποτελείς καπιταλιστές.
Μονοήμερα κοινά μποϊκοτάζ και απεργίες θα μπορούσαν να είναι η αρχή.
Ένας παραγωγιστικός λαϊκισμός θα ήταν συνεπής με την ίδια την ιστορία του καπιταλισμού, ιδίως στην περιφέρεια, όταν η εκβιομηχάνιση στις αρχές του 20ού αιώνα σε Βραζιλία ή Αργεντινή αντιτάχθηκε στον παλιό λατιφουντιακό ραντιερισμό.
Ακόμη κι αν αγνοήσουμε την οικονομική δυνατότητα μιας τέτοιας κίνησης σήμερα -με πολύ χαμηλότερα ποσοστά κέρδους και τη βιομηχανία να απασχολεί λιγότερους-, σε πολιτικό επίπεδο θα απαιτούσε αναδιοργάνωση του κράτους υπέρ της υλικής παραγωγής.
Τα ιδεολογικά αποθέματα γι’ αυτό λείπουν από μεγάλα τμήματα της αριστεράς, όπως δείχνει η Dean.
Δηλώνει ωμά ότι η επαναβιομηχάνιση δεν είναι επιλογή, επειδή το περιβαλλοντικό κόστος είναι υπερβολικό – άποψη που αγνοεί ότι η μόνη αξιόπιστη απάντηση στην κλιματική κρίση στηρίζεται σε μια τεράστια αύξηση της βιομηχανικής δυναμικότητας.
Αντί αυτού, αποδέχεται την πραγματικότητα μιας κοινωνίας υπηρεσιών, με αιχμή τους εργαζόμενους φροντίδας.
Στο σχήμα της, η φροντίδα και η αναπαραγωγή δεν μπορούν να τεχνολογικοποιηθούν πλήρως: έτσι οι εκπαιδευτικοί, οι νοσηλευτές και άλλοι εργαζόμενοι υπηρεσιών τίθενται στην πρωτοπορία ενός νέου ταξικού αγώνα.
Αυτό παραχωρεί υπερβολικά μεγάλη σημασία στη χαμηλής παραγωγικότητας οικονομία πληροφοριών και υπηρεσιών των τελευταίων δεκαετιών.
Η εκτίμηση της Dean εμπεδώνει και φυσικοποιεί την παρακμή του καπιταλισμού, επιδιώκοντας απλώς μια «προνοιακή» διαχείρισή της.
Μπροστά σε τόσο περιορισμένους ορίζοντες φαντασίας, από πού να αρχίσει κανείς να αναζητά διέξοδο;
Εδώ αξίζει να θυμηθούμε τα λόγια εποικοδομητικής παρηγοριάς του Theodor W. Adorno: «Σε έναν κόσμο σκληρής και καταπιεσμένης ζωής, η παρακμή γίνεται το καταφύγιο μιας εν δυνάμει καλύτερης ζωής, αρνούμενη την πίστη της σε αυτήν και στον πολιτισμό της, στη χοντροκοπιά και την εξιδανίκευσή του».
Η τεχνοφεουδαρχική κριτική μπορεί ακόμη να προσφέρει διορατικές ιδέες για το τι θα μπορούσε να είναι ένα προγραμματικό φάρμακο στα δεινά που περιγράφει.
Αν η οικονομία πράγματι στηρίζεται στη διαρκώς αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής -και ξέρουμε ότι μένουν πολλά να χτιστούν και να αναπτυχθούν, ότι η βιομηχανική παραγωγή δεν έχει ουσιαστικά «ταβάνι» και ότι υπάρχει έργο προς υλοποίηση, έστω κι αν δεν είναι κερδοφόρο- μπορεί να ανακαλύψουμε ότι το εγχείρημα της νεωτερικότητας δεν έχει τελειώσει.
Και μέσα σε αυτή τη συνειδητοποίηση, ίσως βρούμε τους σπόρους μιας νέας φαουστιανής επιλογής για το μέλλον!

 

Βιβλιογραφικές αναφορές:

1 Yanis Varoufakis, Technofeudalism: What Killed Capitalism (New York: Melville House, 2024).

2 Cédric Durand, Techno-féodalisme: Critique de l’économie numérique (Paris: Éditions Zones, 2020); Cédric Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism: The Making of the Digital Economy, trans. David Broder (New York and London: Verso Books, 2024).

3 Jodi Dean, “Neofeudalism: The End of Capitalism?,” Los Angeles Review of Books, May 12, 2020; Jodi Dean, Capital’s Grave: Neofeudalism and the New Class Struggle (New York and London: Verso Books, 2025).

4 McKenzie Wark, Capital is Dead: Is This Something Worse? (New York and London: Verso Books, 2019).

5 Dean, Capital’s Grave, 2.

6 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 191.

7 Dean, Capital’s Grave, 64.

8 Samir Amin, “Revolution or Decadence?,” Monthly Review, May 1, 2018.

9 Alexander C. Karp and Nicholas W. Zamiska, “Why Silicon Valley Lost Its Patriotism,” Atlantic, February 12, 2025.

10 Carlos Henrique and Carvalho Souza, “Arriving from the Future: Sinofuturism and the Post-Human in the Philosophy of Nick Land & Yuk Hui”, September 16, 2022.

11 Marshall Berman, All That Is Solid Melts into Air (New York: Simon and Schuster, 1981).

12 Berman, All That Is Solid Melts into Air, 76.

13 Dylan Riley and Robert Brenner, “Seven Theses on American Politics,” New Left Review 138 (November/ December 2022).

14 Dylan Riley, “Drowning in Deposits,” New Left Review, April 4, 2023.

15 Benjamin Y. Fong, “From Politics to Theory and Back,” Damage, October 4, 2023.

16 Varoufakis, Technofeudalism, 118.

17 Dean, Capital’s Grave, 14.

18 Dean, Capital’s Grave, 43.

19 Dean, Capital’s Grave, 104.

20 Dean, Capital’s Grave, 3.

21 Dean, Capital’s Grave, 8.

22 Dean, Capital’s Grave, 20.

23 Dean, Capital’s Grave, 2.

24 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 192.

25 Dean, Capital’s Grave, 22.

26 Evgeny Morozov, “Critique of Techno-Feudal Reason,” New Left Review 133/134 (January/ April 2022).

27 Varoufakis, Technofeudalism, 110.

28 Varoufakis, Technofeudalism, 218.

29 Varoufakis, Technofeudalism, 229.

30 Varoufakis, Technofeudalism, 230.

31 Varoufakis, Technofeudalism, 96.

32 Varoufakis, Technofeudalism, 64.

33 Varoufakis, Technofeudalism, 178.

34 Luc Boltanski and Eve Chiapello, The New Spirit of Capitalism (New York and London: Verso Books, 2006).

35 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 11.

36 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 52.

37 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 55.

38 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 58.

39 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 62.

40 Varoufakis, Technofeudalism, 90.

41 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 83.

42 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 106.

43 Cory Doctorow, The Internet Con: How to Seize the Means of Computation (New York and London: Verso, 2023).

44 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 106.

45 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 102.

46 Benjamin Y. Fong, “What’s in This Issue?,” Damage no. 2 (Spring 2024).

47 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 81.

48 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 111.

49 Nick Land, “The Dark Enlightenment,” The Dark Enlightenment, December 25, 2012.

50 Karl Marx, Capital: A Critique of Political Economy, vol. 1 (1887; reissued, Moscow: Progress Publishers, 1965), 120.

51 Dean, Capital’s Grave, 90.

52 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 101.

53 Alex Hochuli, George Hoare, and Philip Cunliffe, hosts, “Contemporary Art: Inane Spectacle & Pompous Discourse, ft. JJ Charlesworth,” Aufhebunga Bunga (podcast), December 19, 2023.

54 Alex Hochuli, “The Brazilianization of the World,” American Affairs 5, no. 2 (Summer 2021): 93–115.

55 Dean, Capital’s Grave, 98.

56 Alex Hochuli, Utopia Brasileira, Aeon, November 7, 2024; Diatyka Widya Permata Yasih and Vedi R. Hadiz, “Precarity and Islamism in Indonesia: The Contradictions of Neoliberalism,” Critical Asian Studies, 55 (2023): 83–104.

57 Marc Bloch Feudal Society, vol. 1: The Growth and Ties of Dependence (1939; reissued, Chicago: University of Chicago Press, 1961), xiv.

58 Susan Reynolds, Fiefs and Vassals: The Medieval Evidence Reinterpreted (Oxford: Oxford University Press, 1996).

59 Fredric Cheyette, “Feudalism: The History of an Idea—Preprint,” Academia, 2005.

60 Eric Wolf, Europe and the People Without History (Berkeley: University of California Press, 2010), 76.

61 Dean, Capital’s Grave, 14.

62 Varoufakis, Technofeudalism, 67.

63 Morozov, “Critique of Techno-Feudal Reason.”

64 Alex Hochuli, George Hoare and Philip Cunliffe, hosts, “The Zone (Pt. 1) Ft. Quinn Slobodian,” Aufhebunga Bunga (podcast), April 4, 2023.

65 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 150–51.

66 Saskia Sassen, Losing Control?: Sovereignty in an Age of Globalization (New York: Columbia University Press, 1996); Susan Strange, The Retreat of the State: The Diffusion of Power in the World Economy (Cambridge: Cambridge University Press, 1996); David Held, Anthony G. McGrew, David Goldblatt, and Jonathan Perraton, Global Transformations: Politics, Economics and Culture (Redwood City, Calif.: Stanford University Press, 1999).

67 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 174.

68 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 193.

69 Leigh Phillips and Michal Rozworski, The People’s Republic of Walmart: How the World’s Biggest Corporations are Laying the Foundation for Socialism (New York and London: Verso, 2019).

70 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 175.

71 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism, 137.

72 F.T.C. Manning, “A Defence of the Concept of the Landowning Class as the Third Class,” Historical Materialism 30, no. 3 (2022): 79–115.

73 Matthew T. Huber, “Resource Geography III: Rentier Natures and the Renewal of Class Struggle,” Progress in Human Geography 46, no. 4 (2022): 1095–105.

74 Huber, “Resource Geography.”

75 Morozov, “Critique of Techno-Feudal Reason.”

76 Morozov, “Critique of Techno-Feudal Reason.”

77 Morozov, “Critique of Techno-Feudal Reason.”

78 Robert Brenner, “Escalating Plunder,” New Left Review 123 (May/June 2020).

79 Morozov, “Critique of Techno-Feudal Reason.”

80 Tim Barker, “Seven Theses on Brenner and Riley’s ‘Political Capitalism’,” Origins of Our Time (Substack), December 23, 2022.

81 Dean, Capital’s Grave, 24.

82 Dean, Capital’s Grave, 24.

83 Dean, Capital’s Grave, 25.

84 Dean, Capital’s Grave, 26.

85 Varoufakis, Technofeudalism, 122.

86 Varoufakis, Technofeudalism, 122–123.

87 Yanis Varoufakis, “The Big Idea: Has the Digital Economy Killed Capitalism?,” The Guardian, March 11, 2023.

88 Dean, Capital’s Grave, 15.

89 Dean, Capital’s Grave, 15.

90 Dean, Capital’s Grave, 18.

91 Alex Hochuli, “Omelets with Eggshells: On the Failure of the Millennial Left,” American Affairs 8, no. 1 (Summer 2024): 85–104.

92  Thiago Canettieri, “O devir-periferia do mundo: crise do capital e a condição periférica,” GEOgraphia 24, no. 52 (2022); μετάφραση του συγγραφέα.

93 Dean, Capital’s Grave, 84.

94 Amin, “Revolution or Decadence?.”

95 Varoufakis, Technofeudalism, 179.

96 Durand, How Silicon Valley Unleashed Techno-Feudalism,