Σε αυτό το πλαίσιο, το Πακιστάν φιλοξενεί κρίσιμες συνομιλίες με τη συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και της Αιγύπτου, με στόχο την αποκλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ιράν, ΗΠΑ και Ισραήλ, η οποία έχει ήδη προκαλέσει χιλιάδες θύματα και σοβαρές αναταράξεις στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.
Ο πόλεμος, που ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου με επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά ιρανικών στόχων, έχει επεκταθεί σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Νέα διάσταση στη σύγκρουση δίνουν οι επιθέσεις των Χούθι της Υεμένης κατά του Ισραήλ, οι οποίες εντείνουν τις ανησυχίες για την ασφάλεια της διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Ιδιαίτερα κρίσιμη θεωρείται η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ο ουσιαστικός αποκλεισμός της περιοχής έχει ήδη οδηγήσει σε απότομη άνοδο των τιμών ενέργειας και αυξημένη πίεση στην παγκόσμια οικονομία.
Την ίδια ώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή, με την αποστολή χιλιάδων πεζοναυτών. Σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, το Πεντάγωνο εξετάζει σενάρια χερσαίων επιχειρήσεων που θα μπορούσαν να διαρκέσουν εβδομάδες, χωρίς ωστόσο να έχει ληφθεί οριστική απόφαση από τον πρόεδρο Τραμπ.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι οι στόχοι των ΗΠΑ μπορούν να επιτευχθούν χωρίς ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η στρατιωτική ενίσχυση παρέχει «μέγιστη ευελιξία» στην Ουάσιγκτον.
Παράλληλα με τις διπλωματικές πρωτοβουλίες, συνεχίζονται οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. Το Ισραήλ ανακοίνωσε ότι έπληξε δεκάδες στόχους στο Ιράν, περιλαμβανομένων εγκαταστάσεων παραγωγής όπλων, ενώ επιθέσεις καταγράφηκαν και στον Λίβανο, με θύματα δημοσιογράφους και στρατιωτικό προσωπικό.
Στο διπλωματικό πεδίο, η Άγκυρα φέρεται να προωθεί σχέδιο για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ ως μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης, ενώ οι ΗΠΑ έχουν καταθέσει πρόταση κατάπαυσης του πυρός με σειρά όρων, η οποία απορρίφθηκε από την Τεχεράνη.
Την ίδια στιγμή, η εμπλοκή των Χούθι δημιουργεί νέους κινδύνους για τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα και στον στρατηγικής σημασίας δίαυλο του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, εντείνοντας τους φόβους για περαιτέρω επιβάρυνση της διεθνούς οικονομίας.