Αποστολή στη Γροιλανδία: Ρεπορτάζ Λαμπρινή Θωμά, φωτογραφίες και βίντεο Νίκος Βεντούρας

 

Μιλάει αργά τα αγγλικά. «Έχω και δανέζικο όνομα», μου λέει. Το Σορίν Πέτερσεν. «Όμως όλοι με λένε Άμαροκ. Από μικρή τα πήγαινα πολύ καλά με τα σκυλιά μας, του έλκηθρου. Μου άρεσε να τα οδηγώ, να φεύγουμε μαζί. Έπαιζα μαζί τους και, καμμιά φορά, όταν αυτά φωναζαν φώναζα κι εγώ.Όταν είμασταν μικροί, στο δημοτικό, όσα παιδιά θέλαν να γίνουν δανοί με κοροϊδευαν. Με φώναζαν Άμαροκ, Λύκο, γι’ αυτό. Με πείραζε τότε, πληγωνόμουν. Όμως μετά, κατάλαβα ότι είναι τιμή. Οτι είναι δύναμη. Και έγινε το όνομά μου. Το όνομά μου είναι Λύκος».

Είναι μία από τις 4.500 γυναίκες που υπέστησαν υποχρεωτική στείρωση, εν αγνοία τους, στο πλαίσιο της προσπάθειας της Δανίας να εξοντώσει τον ιθαγενή πληθυσμό της Γροιλανδίας. Χιλιάδες γυναίκες Ινουίτ  αγωνίστηκαν σκληρά, επί δεκαετίες, ώστε να αναγνωριστεί το εις βάρος τους και εις βάρος του λαού τους έγκλημα. Από το 1960 ως το 1992, όντας μαθήτριες, κορίτσια 12, 13 και 15 χρονών, υπέστησαν τη στείρωση, την κακοποίηση, μόνο και μόνο γιατί ήταν Ινουίτ και η αύξηση του πληθυσμού τους απειλούσε την δανέζικη κυριαρχία. Οι Δανοί δεν ήθελαν να επαναληφθεί το προηγούμενο της Ισλανδίας, που την «έχασαν» και λόγω πληθυσμού. «Εμάς αποίκησαν και τα κορμιά μας», θα πει η Αμαροκ.

Χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες, και να προβάλει και η απειλή ΗΠΑ/ Τραμπ, για να αποφασίσει η Δανία να αναγνωρίσει το έγκλημα. Και πάλι, η γλώσσα της πρωθυπουργού, Μέττε Φρεντερικσεν, ήταν αταίριαστη με το μέγεθος του εγκλήματος. Ζήτησε συγγνώμη για το «σκάνδαλο των σπιράλ» και «για τις συστηματικές διακρίσεις από το δανέζικο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης», και την «σωματική και ψυχολογική βλάβη» που υπέστησαν «επειδή ήταν Γροιλανδές». Ινουίτ. Όχι γροιλανδές: οι δανέζικης καταγωγής γροιλανδές, και δεν είναι λίγες, ποτέ δεν αντιμετώπισαν τέτοιο πρόβλημα.  Όσο για το υπεύθυνο για το έγκλημα υπουργείο Υγείας της Δανίας, αυτό προτιμά να κάνει λόγο για «σκοτεινό ιστορικό κεφάλαιο στην κοινή ιστορία» και να αποτιμά σε χρήμα τις ατομικές και συνολικές τραγωδίες: οι γυναίκες που η ζωή τους καταστράφηκε, οι γυναίκες που αποικίστηκε και το σώμα τους, δικαιούνται να υποβάλλουν αίτηση αποζημίωσης από τον Απρίλιο του 2026 – φέτος – και «ενδέχεται να την δικαιούνται». Ενδέχεται. Και, βεβαίως, τις αιτήσεις θα εξετάσουν τα δανέζικα σχετικά όργανα, αυτά που αποφεύγουν την αλήθεια, προσέχοντας πολύ τις εκφράσεις τους. Όμως, η πιο ταιριαστή λέξη παραμένει αυτή που χρησιμοποίησε ο μέχρι πέρισυ πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Μούτε Έγκιντ: «γενοκτονία». Και είναι φυσικό να αναρωτιέται κανείς, αν δεν είχε έρθει η Γροιλανδία στο φως της επικαιρότητας, λόγω Τραμπ, αν θα είχε καν ζητηθεί αυτή η αργοπορημένη συγγνώμη. Ή αν 143 γενναίες γυναίκες Ινουίτ δεν είχαν μπει στην τεράστια μάχη της αναγνώρισης του εγκλήματος.

Η γενοκτονία που αποπειράθηκαν και εν μέρει υλοποίησαν οι Δανοί, δεν περιορίστηκε μόνο στην υποχρεωτική μυστική στείρωση. Και δεν συνοδεύτηκε πάντα από συγγνώμη.

To 1951, το βασίλειο της Δανιμαρκίας αποφάσισε να πραγματοποιήσει «το Πείραμα», Εksperimentet. Εικοσιδύο παιδιά, από έξι ετών, αρπάχτηκαν από τις οικογένειές τους και μεταφέρθηκαν στη Δανία και παραδόθηκαν σε δανέζικες οικογένειες «ώστε να γίνουν δανοί και να αποκτήσουν δανέζικη παιδεία», για να πάψουν οι Ινουίτ να είναι «υποανάπτυκτοι» και  για να γίνουν η μαγιά «της γροιλανδικής ελίτ», όπως θα γράψει η ειδική των αποικικακών σπουδών Κλαίρ Λουίζ ΜακΛίσκυ. Η επιλογή έγινε από δανούς, λουθηρανούς, ιερείς και τα κριτήρια ήταν: παιδιά περίπου έξι ετών, αρτιμελή και υγιή, ορφανά. Μόνο που δεν ήταν ορφανά. Σε μια κοινωνία που η οικογένεια είναι τόσο διευρυμένη, όσο στους Ινουίτ, δεν υπάρχει καν αντίστοιχη λέξη. Όταν, ένα χρόνο μετά, ένας μεγάλος αριθμός των παιδιών – τα 16 από αυτά-  θεωρήθηκε «ανεπίδεκτος μαθήσεως», οι δανοί τα έστειλαν πίσω στη Γροιλανδία, στο Νουούκ, αλλά σε ειδικό ορφανοτροφείο και όχι στις οικογένειές τους. Από τα έξι παιδιά που έμειναν στη Δανία, τα περισσότερα πέθαναν σε νεαρή, ενήλικη ή εφηβική, ηλικία, με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας. Ανάμεσά τους και ο θείος της Άμαροκ. «Είναι θαμμένος κάπου στη Δανία, έμεινε στη Δανία», μου λέει ξανά και ξανά, με την ίδια βαθιά θλίψη στη φωνή.

Όταν, το 2009, φάνηκε το μέγεθος της τραγωδίας, ο τότε πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Κουπικ Κλάιστ, απαίτησε δημοσίως την επίσημη συγγνώμη* της Δανίας. Ο τότε πρωθυπουργός του βασιλείου, Λαρς Ρασμούνσεν όχι μόνο αρνήθηκε αλλά ζήτησε να μην γίνεται τόση φασαρία γι αυτό το «ατυχές γεγονός». «Η ιστορία δεν αλλάζει. Η κυβέρνηση θεωρεί την αποικιακή περίοδο ως λήξασα. Να είμαστε ικανοποιημένοι που οι καιροί έχουν αλλάξει», είχε πει.

Πόσο έχουν αλλάξει όμως οι καιροί; Σύμφωνα με την Νανγιαγκουάκ Χέγκελαντ, όχι πολύ. Η ιδρύτρια της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης SILA360 βρίσκεται συνεχώς αντιμέτωπη με τον συστημικό ρατσισμό της κοινωνίας και των υπηρεσιών της Δανίας. Γιατί, η Δανία συνεχίζει να αρπάζει τα παιδιά των Ινουίτ, κρίνοντάς τους «ακατάλληλους για γονείς». Τόσο το σύστημα κοινωνικής αρωγής όσο και το δικαστικό σύστημα της Δανίας είναι διαποτισμένα από τον ρατσισμό κατά του «κατώτερου άλλου», όπως θεωρούν τους Ινουίτ.

Οι διακρίσεις ξεκινούν από τη γλώσσα: όταν οι – εκ δανίας- κοινωνικοί λειτουργοί επισκέπτονται σπίτια Ινουίτ για να εξετάσουν τις συνθήκες, τις περισσότερες φορές δεν συνοδεύονται από μεταφραστή και, βεβαίως, δεν ομιλούν οι ίδιοι τη γλώσσα των Ινουίτ. Οι «ψυχολογικές εξετάσεις», τα ψυχομετρικά τεστ, επιλέγονται από τους λειτουργούς αυτούς, είναι φτιαγμένα με βάση την δανέζικη κοινωνία και έχουν ως αποτέλεσμα την αρπαγή δεκάδων παιδιών από τα σπίτια τους. Είναι μια πολιτική που αναπαράγει, ίσως και σε μεγαλύτερη έκταση, το Πείραμα, την πολιτιστική γενοκτονία. Τα παιδιά μεταφέρονται στη Δανία, σε ορφανοτροφεία ή σε δανέζικες οικογένειες, χάνουν γλώσσα, ταυτότητα, οικογένεια.

Οι ρίζες της SILA360 βρίσκονται ακριβώς στον εντοπισμό τέτοιων περιπτώσεων από την Νανγιαγκουάκ Χέγκελαντ, και ειδικά της περίπτωσης, το 2019, που βρέθηκε να υπερασπίζεται μια έγκυο Ινουίτ, την οποία προσπαθούσαν να πείσουν να δώσει, μόλις γεννούσε, το παιδί της για υιοθεσία γιατί την έκριναν «ακατάλληλη». Μόνο που, το «ακατάλληλο» είχε να κάνει με το γεγονός ότι δεν υπήρχε μεταφραστής και ο κοινωνικός λειτουργός έδρασε θεωρώντας ότι τα κατάλαβε όλα από το σπίτι. «Βλέπουν ένα μπουκάλι κρασί κι αποφασίζουν ότι είσαι αλκοολικός, γατί αυτά τα στερεότυπα έχουν για τους Ινουίτ», μου λέει. Πάρα πολλές φορές παίρνουν τα παιδιά γιατί «ένοιωσε κάτι» – είχε «gut feeling»- ο κοινωνικός λειτουργός, που δεν καταγράφει στην έκθεση, με την οοπία άρπαξαν το παιδί, ούτε μία αντικειμενική παρατήρηση. Κι αν οι Ινουίτ φτάσουν μπροστά στον  – Δανό- δικαστή, έχουν μία ώρα να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους, χωρίς δικηγόρο, και με δεδομένα ως μόνα κριτήρια αυτά που κατέγραψε ο κοινωνικός λειτουργός. Αν ο λειτουργός γράφει «αλκοολικοί γονείς» επειδή είδε το μπουκάλι, δεν συζητείται καν η εκτίμησή του, θεωρείται ως θέσφατο. Ακόμη χειρότερα, τα έγγραφα όλα είναι στα δανέζικα και ΔΕΝ μεταφράζονται στα Ινουίτ, οπότε πολλοί γονείς δεν έχουν καν την δυνατότητα να κατανοήσουν τις κατηγορίες και να προετοιμαστούν ώστε να απαντήσουν. Και είναι αυτό το δικαστήριο που αποφασίζει πιο είναι «το βέλτιστο συμφέρον του πσιδιού».

Ρατσισμός, διακρίσεις, καταστροφή οικογενειών, αυτό που η συνομιλήτριά μου ονομάζει «Οριενταλιστικές αποτυπώσεις των Εσκιμώων», που «παρουσιάζουν τους Ινουίτ ως απολίτιστους, που δεν κάνουν για γονείς». Η πρακτική αυτή, που δεν είναι καθόλου σπάνια, «απειλεί σαφώς τον γροιλανδικό πολιτισμό και τη γλώσσα»: τα παιδιά αυτά δεν επιστρέφουν ποτέ στη Γροιλανδία και χάνουν κάθε επαφή με την κληρονομιά τους.

 

*Η συγγνώμη ήρθε από τη σημερινή δανέζα πρωθυπουργό, το 2020, όταν πρωτομίλησε για Γροιλανδία ο και πάλι τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

** Και οι δύο συνεντεύξεις υπάρχουν σε βίντεο και θα ανέβουν με την επιστροφή μας και μόλις υποτιτλίσουμε.