Το 2023 συμπληρώθηκε ένας αιώνας από την πρώτη έκδοση του magnum opus του Ούγγρου φιλοσόφου Γκέοργκ Λούκατς Ιστορία και ταξική συνείδηση. Στις 8 και 9 Δεκεμβρίου του επετειακού εκείνου έτους διοργανώθηκε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο διημερίδα υπό την αιγίδα του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας για το κλασικό αυτό μαρξιστικό έργο. Τρία χρόνια μετά, οι εισηγήσεις του συνεδρίου, ως επεξεργασμένα άρθρα πια, συγκροτούν τον συλλογικό τόμο Γκέοργκ Λούκατς. Ιστορία και ταξική συνείδηση. Εκατό χρόνια μετά, που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από τις εκδόσεις ΚΨΜ σε επιμέλεια Μιχάλη Σκομβούλη.
Αυτή η έκκεντρη ανεπικαιρότητα του τόμου σε σχέση με την επέτειο έρχεται να προστεθεί στην -εν τοις πράγμασι- ανεπικαιρότητα του στοχασμού του Λούκατς, που εκατό χρόνια μετά, έρχεται να διεκδικήσει μια επανανάγνωση που πέραν της ιστοριογραφικής καταγραφής θέτει το αίτημα και για μια επανενεργοποίηση του φιλοσοφικού και πολιτικού του προτάγματος, σε καιρούς που δείχνουν εντελώς διαφορετικοί από αυτούς του στοχασμού και της γραφής του έργου.
Η έκδοση του Ιστορία και ταξική συνείδηση το 1923 ολοκληρώνει το πέρασμα του Ούγγρου φιλοσόφου στον μαρξισμό, και σηματοδοτεί μία από τις εναρκτήριες στιγμές (μαζί με το έργο των σύγχρονων του Λούκατς Καρλ Κορς, Αντόνιο Γκράμσι και Ερνστ Μπλοχ) αυτού που αργότερα ονομάστηκε Δυτικός Μαρξισμός, και συνίσταται, συνοπτικά μιλώντας, στη μετακίνηση του αντικειμένου έρευνας και στοχασμού της μαρξιστικής θεωρίας σε πολιτισμικά, φιλοσοφικά και ιδεολογικά ζητήματα (πολιτισμική ηγεμονία, υποκειμενικότητα, κριτική θεωρία) αντί για την οικονομική ανάλυση -διαφοροποιούμενος έτσι από τον δογματικό «σοβιετικό μαρξισμό». Ιστορικός ορίζοντας του έργου του Λούκατς είναι η διπλή κατάσταση της επανάστασης: νικηφόρα στη Σοβιετική Ένωση αλλά ηττημένη στην Ευρώπη, ενώ ο πολιτισμικός της ορίζοντας είναι αυτός της μεταπολεμικής πολιτισμικής μελαγχολίας.
Υπερβαίνοντας διαλεκτικά τις επιρροές της φιλοσοφίας της ζωής, της βεμπεριανής και ζιμελιανής κοινωνιολογίας και της νεοκαντιανής φιλοσοφίας, ο Λούκατς παρουσιάζει μια σειρά μαχητικών δοκιμίων που θέτουν ταυτόχρονα ένα αίτημα κριτικής πραγμάτευσης της αστικής φιλοσοφίας και κομμουνιστικής υπέρβασης της καπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Κεντρικές είναι οι έννοιες της πραγμoποίησης, που συνοψίζει τον ιδεολογικό τρόπο της αστικής συνείδησης να προσλαμβάνει τον κόσμο και του κόμματος ως του πολιτικού εκείνου υποκείμενου που εγγυάται τον κοινωνικό μετασχηματισμό.
Ήδη από την κυκλοφορία του το βιβλίο του Λούκατς δέχθηκε τα βέλη της κριτικής, από την κατεστημένη ορθοδοξία αρχικά. Ο εγελιανός μαρξισμός του έργου ενόχλησε, ωθώντας και τον ίδιο τον φιλόσοφο, δέσμιο αλλά και δεμένο με το πρόταγμα της κομμουνιστικής πραγμάτωσης, σε αυτοκριτικές που κατέληξαν στο να μην επανεκδοθεί το βιβλίο παρά μόνο τη δεκαετία του 60. Η ουσιαστική αυτή εξαφάνιση του βιβλίου από το τερέν της θεωρητικής διαμάχης συντέλεσε στη μυθοποίησή του. Η μυθοποίηση αυτή υπήρξε από τη μια ενισχυτική της επιρροής του βιβλίου στο αναδυόμενο στα σίξτις κίνημα κοινωνικής εξέγερσης, από την άλλη όμως ενισχυτική και της παρανόησης πολλών σημείων του στους κόλπους της διαμάχης ανάμεσα στις διαφορετικές σχολές σκέψεις του Δυτικού Μαρξισμού.
Ενδεικτικό πάντως και της αλλαγής των καιρών, τόσο ως προς την επικαιρότητα της επανάστασης στη Δύση, όσο και ως προς την ακαδημαϊκοποίηση της φιλοσοφικης δραστηριότητας, αυτό που φαίνεται να διασώζεται από την επιρροή του Ιστορία και ταξική συνείδηση στην φιλοσοφική συζήτηση είναι η έννοια της πραγμοποίησης, όπως τυγχάνει επανεπεξεργασίας στη φιλοσοφική δραστηριότητα των επιγόνων της Σχολής της Φρανκφούρτης, με το πολιτικό αίτημα του έργου να συζητιέται πλέον περιθωριακά.
Αυτός είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο αναπτύσσονται τα κείμενα του συλλογικού τόμου. Οι θεματικές παρακολουθούν στενά τις καινοτομίες που εισάγει το λουκατσιανό έργο ως προς τα επίπεδα του ιστορικού υλισμού, της πρόσληψης της νεωτερικής φιλοσοφίας, της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, της κοινωνικής θεωρίας και της πολιτικής πρακτικής.
Με αυτή τη βάση ο τόμος αρθρώνεται σε πέντε μέρη. Στο πρώτο, παρακολουθούμε τη φιλοσοφική διάσταση του έργου, με αναφορές στη νεοκαντιανή προπαιδεία του Λούκατς (Καβουλάκος), και τη σχέση του με την παράδοση του γερμανικού ιδεαλισμού (Φίχτε – Φούφας, Χέγκελ – Φαράκλας). Το δεύτερο μέρος παρακολουθεί τη πολιτική διάσταση του έργου, με έμφαση τη θεωρία του πολιτικού υποκειμένου (κείμενα των Γούση, Κεφαλή και Χρύση), ενώ στο τρίτο μέρος η έμφαση δίνεται στη μαρξιστική διάσταση του έργου (κείμενα των Νουτσόπουλου, Φωλίνα, Σκομβούλη, Μιχαλάκη και Νίνου). Το επόμενο μέρος επιγράφεται «Κριτικές αναμετρήσεις και συναντήσεις» και εξετάζει τη σχέση του Λούκατς με άλλους στοχαστές, είτε σε άμεση συνάφεια (όπως ο Μπλοχ – κείμενα των Γκιούρα και Παπαφράγκου) είτε σε πιο ελεύθερη, πλην κρίσιμη σχέση (κείμενα του Ποταμιά και της Τζιώκα). Εδώ προστίθεται πρώτη φορά μεταφρασμένο στα ελληνικά (από τον Θανάση Γκιούρα) το κείμενο του Ερνστ Μπλοχ «Επικαιρότητα και Ουτοπία: Για το σύγγραμμα του Γκέοργκ Λούκατς Ιστορία και ταξική συνείδηση». Τέλος, στο πέμπτο μέρος του συλλογικού τόμου εξετάζεται η επικαιρότητα του έργου του Λούκατς μέσα από την ιστορικότητα της πρόσληψής του (κείμενα των Ράντη, Νούτσου και Καρύδα).
Όπως εύκολα καταλαβαίνει ο αναγνώστης και η αναγνώστρια, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κάτοψη της πρόσληψης του έργου που δεν αφήνει εκτός πλάνου καμιά από τις κρίσιμες πτυχές του. Η δε ποικιλία των συμμετοχών καλύπτει επίσης ένα ευρύ φάσμα του ελληνικού μαρξίζοντος πεδίου, που συμπεριλαμβάνει μάλιστα διαφορετικές γενιές διανοουμένων -με ό,τι αυτό επίσης συνεπάγεται για την ποικιλία των στοχεύσεων και προσεγγίσεων.
Το στοίχημα όμως της έκδοσης αναδεικνύεται μεγάλο: ενώ η ακαδημαϊκή ενασχόληση με τις ιδέες του Ούγγρου φιλοσόφου διατηρεί μια σταθερή πορεία στα καθ’ ημάς, η πολιτική στόχευση του έργου μοιάζει όλο και περισσότερο ανεπίκαιρη. Το αν ο συλλογικός τόμος θα καταφέρει να συμβάλει και σε αυτό το επίδικο είναι φυσικά ζήτημα που δεν αφορά μόνο το ίδιο το έργο αλλά και την κοινωνική δομή στην οποία απευθύνεται προς πρόσληψη. Και εκεί τα πράγματα μοιάζουν πιο δύσκολα, όχι μόνο στη συγκυρία αλλά και στην ίδια την πορεία εξέλιξης του κοινωνικού σχηματισμού. Μένει να δειχθεί λοιπόν αν, όπως έλεγε και κάποιος που διαφωνούσε με την προσέγγιση του μαρξισμού του Λούκατς, «το μέλλον διαρκεί πολύ».