Βεβαίως, τα κόμματα που δεν υπάρχουν έχουν ένα μεγάλο αβαντάζ: δεν έχουν καθόλου ελαττώματα, όπως ακριβώς τα λογοτεχνικά έργα που δεν έχουμε γράψει είναι πάντα τα καλύτερα: φαντάζεσαι τι ωραία που θα έγραφες την Ιλιάδα αν την έγραφες εσύ, πόσο καλύτερα θα έγραφες τον Φάουστ, γιατί πολύ απλά όταν γράφεις, σκοντάφτεις σε κάθε γράμμα, κάθε λέξη είναι και μια αποτυχία. Η φαντασίωση ενός έργου είναι αντιθέτως άψογη. Έτσι και το κόμμα Καρυστιανού, είναι πολύ καλό όσο δεν υπάρχει. Δεν έχει ακόμα στελέχη να αμολάνε βατράχια, να βαρύνονται από το παρελθόν τους, να μιλούν με αφέλεια ή δεξιές φανφάρες. Όλα είναι άγραφο χαρτί, που συμπληρώνεται με τους πόθους των διψασμένων εκλογέων και κατά βάση με τη μεγαλοστομία τους.

Πριν απ’ όλα, ας πούμε κάτι αυτονόητο για μένα, αλλά ενδεχομένως χρήσιμο: δεν πρέπει να αφήσουμε τη Νέα Δημοκρατία να θέσει τον πήχη της συζήτησης. Δεν υπάρχει καμία διερώτηση για το αν η Καρυστιανού «έχει δικαίωμα» να κάνει κόμμα. Αυτά είναι κοινοτοπίες που απαντούν σε ανύπαρκτα ερωτήματα, στις χυδαιότητες των στελεχών της Νέας Δημοκρατίας. Στην ίδια κατηγορία τοποθετώ και όσα λέγονται για εργαλειοποίηση του πόνου ή του θρήνου της, πράγματα φρικτά, αλλά που είναι εντελώς απαραίτητο να μην καθορίσουν το επίπεδο της συζήτησης. Εκτός αν μας φτάνει να δείξουμε ότι έχει άδικο η Λατινοπούλου, ως επίπεδο πολιτικής ανάλυσης. Το ίδιο ισχύει με το σπουδαιοφανές επιχείρημα ότι δεν είναι από πολιτικό τζάκι. Δεν είναι, όπως δεν είναι όλη η υπόλοιπη Ελλάδα, εκτός από το Μητσοτακέικο και τρεις οικογένειες ακόμα. Θέλω να πω, κάπως πρέπει να ασκούμε πολιτική κριτική και στους υπόλοιπους χιλιάδες πολίτες που εμπλέκονται στα κοινά. Είναι κρίσιμο ζητούμενο να προσπεράσουμε τα ερωτήματα χωρίς νόημα και να θέσουμε ερωτήματα που είναι χαρακτηριστικά της δικής μας πολιτικής σκέψης.

Ξεκινώ λοιπόν από το βασικό επιχείρημα όσων εκθειάζουν την Καρυστιανού: ότι κατορθώνει να απευθυνθεί στον κόσμο και να τον κατεβάσει στον δρόμο, άρα πρέπει να διδαχθούμε από εκείνην. Εδώ υπάρχει μια ανομολόγητη προκείμενη. Αυτό που θαυμάζουν στην Καρυστιανού είναι η επιτυχία της. Όλα τα υπόλοιπα τα παζαρεύουν. Τι θα πεις, τι θα γίνει με αυτό που θα πεις, όλα αυτά θα τα δούμε στην πορεία. Συγγνώμη για την εμμονή, αλλά ο πολιτικός χώρος που επέβαλε αυτή την προσέγγιση ως μια θεμιτή στάση στην πολιτική ζωή για την Αριστερά είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Και στην προκειμένη περίπτωση αρχικά υπήρξε ένα μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς που πορεύτηκε με τη σκέψη ότι η Καρυστιανού θα ρίξει τον Μητσοτάκη, αλλά τελικά πρέπει να συμφιλιωθεί με τη διαπίστωση ότι η Καρυστιανού θα πάρει ένα κομμάτι της αντιμητσοτακικής πίτας και θα το κάνει στοργή για τις ένοπλες δυνάμεις και την ελληνική ψυχή. Αυτές είναι οι συνέπειες του κυνισμού των από κάτω. Γιατί οι από πάνω είναι κυνικοί, αλλά έχουν και τα ΜΜΕ και τους θεσμούς με το μέρος τους, οπότε είναι σε πλεονεκτική θέση για να χαράσσουν στρατηγική.

Η δίψα για απήχηση  μαζί με την απελπισία για την εκλογική δύναμη της αντιπολίτευσης παράγει αυτά τα αποτελέσματα: έχουμε ατελείωτη πολιτική επιείκεια απέναντι στις θέσεις της Καρυστιανού. Δεν μιλώ για ανθρώπινη επιείκεια, που υποθέτω ότι είναι δεδομένη εκτός της Ομάδας Αλήθειας. Τέτοιος πόνος προκαλεί δέος και απεριόριστο σεβασμό. Όμως δεν δίνει δίκιο σε πολιτικές θέσεις. Αυτό είναι το μόνο που δεν κάνει.

Ξεκινώ από την (ξεχασμένη και ουσιαστικά αντιδημοφιλή) θέση ότι το έγκλημα των Τεμπών σχετίζεται με την ιδιωτικοποίηση. Ένας πολιτικός λόγος που θα έθετε αυτό το αίτημα, θα απέκλειε ένα τεράστιο μέρος του κοινού που τώρα φωνάζει για δικαιοσύνη, ενάντια στους πολιτικούς και το άρθρο 86. Η αναφορά της Καρυστιανού στις ιδιωτικοποιήσεις αντιθέτως συνοδεύτηκε αμέσως από μια απότομη μετάβαση στον στρατό και την ελληνική ψυχή.

Δεν θέλω να σταθώ πολύ στις γενικόλογες φράσεις που ειπώθηκαν στη συνέντευξη στο Kontra, όπου μιλούσε για αγάπη και την επιθυμία να είμαστε όλοι καλά. Δεν ζητώ τίποτα από την ίδια την Καρυστιανού, της οποίας η εκλογική επιτυχία έτσι κι αλλιώς δεν εξαρτάται από τις αναλύσεις της. Θα είναι ένα κόμμα μονοθεματικό, οι θέσεις του για όλα τα άλλα θέματα θα είναι απρόβλεπτες και κατά κανόνα δεξιές, αλλά πάνω απ’  όλα θα είναι αδιάφορες. Θα ψηφιστεί χωρίς να έχει σημασία τι θα πει σε όλα τα υπόλοιπα θέματα, αυτό είναι αναμενόμενο. Συνεπώς όσοι πόνταραν σε αυτό το «κίνημα» για να πολεμήσουν τον Μητσοτάκη, έχουν συμβάλει στη δημιουργία ενός φαινομένου που πιο πολύ θα εχθρεύεται παρά θα βοηθάει αυτά που πρεσβεύουν.

Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι η ίδια η Καρυστιανού, για την οποία δεν έχει κανένα νόημα να θυμώνει κανείς ή να της επιτίθεται. Το πρόβλημα είναι μια Αριστερά τόσο αδιάφορη για τα περιεχόμενα της πολιτικής, που δεν διαθέτει καμία πολιτική αντίσταση. Κανένα όριο που να το θέτει μια απλή σκέψη για το τι επιδιώκουμε.

Όλες οι αναλύσεις για τα μαθήματα που πρέπει να πάρουμε για το πώς να μιλάμε, για τα τζάκια, για το πολιτικό αίτημα της δικαιοσύνης, όλες προδίδουν την απελπισία των ανθρώπων που ντρέπονται να χάνουν. Αυτή είναι κατά βάθος η διαφωνία μας. Εις ό,τι με αφορά, θεωρώ πολύ χειρότερο να σέρνομαι όπου φυσάει ο άνεμος με την προσδοκία να νικήσουμε τον Μητσοτάκη – λέω «νικήσουμε» αλλά δεν ξέρω καν ποιους περιλαμβάνει το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο εδώ. Για μένα λόγος ντροπής είναι να λέω πράγματα που δεν πιστεύω, όχι να βρίσκομαι στο περιθώριο. Απλώς, μετά τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχει πάρα πολύς κόσμος που θεωρεί παραίτηση και ήττα να μη βάζει νερό στο κρασί του λέγοντας τα πάντα προκειμένου να επικρατήσει. Βεβαίως, το αδιέξοδο σε αυτή την περίπτωση είναι άλλο: υπάρχουν στη ζωή πολιτικοί αυθεντικά κυνικοί, πλασμένοι για τη δημόσια πάλη. Είναι τη μια στιγμή αντισημίτες και την άλλη σιωνιστές. Πιστεύουν στο επιτελικό κράτος και στον Φραπέ, στο τσεκούρι και στους θεσμούς. Είναι  Τρίτη-Πέμπτη φιλελεύθεροι και Τετάρτη-Παρασκευή ρατσιστές. Δεν είναι τίποτα. Είναι ικανοί για τα πάντα και κατορθώνουν να θριαμβεύουν. Λυπάμαι όμως τους ψευδοκυνικούς, αυτούς που είναι ευπροσάρμοστοι, αλλά είναι και πάλι στο περιθώριο. Δεν καταλαβαίνουν ότι δεν είναι αρκετά σκληρόπετσοι για να είναι κυνικοί. Αυτή την ηθική όμως την αφήνουμε να ξεδιπλώνεται κουνώντας μας το δάχτυλο ότι όποιος μένει στο περιθώριο είναι βολεμένος, ισόβιο θύμα της αριστερής μελαγχολίας, που ξέρει να οδύρεται αλλά όχι να κυβερνά. Εύλογα αυτά, αλλά επιμένω ότι μερικές φορές είναι καλύτερα να οδύρεσαι παρά να αλλάζεις γνώμη από υπολογισμό.

Για ποιον λόγο το αίτημα της δικαιοσύνης δεν είναι πολιτικό αλλά εξωραϊσμένη ηθικολογία, έχω προσπαθήσει να το εξηγήσω σε άλλο κείμενο. Ξέρω ότι λίγοι συμφωνούν με αυτή την άποψη. Ισχυρίζομαι ότι τη ζωή μας τη ρημάζει η νομιμότητα. Το χρηματιστήριο ενέργειας, οι τράπεζες και οι εφοπλιστές – οι τελευταίοι μάλιστα έχουν εξασφαλίσει ακόμα και με συνταγματική κατοχύρωση τα οικονομικά τους προνόμια. Πιο νόμιμα δεν γίνεται να μας κλέβουν. Κατά τα λοιπά, όποιος πιστεύει ότι πολιτικό αίτημα είναι να βάλουμε φυλακή τον Καραμανλή και τον Βορίδη, θα απογοητευτεί διπλά. Δεν έχει σημασία ακόμη και αν το πετύχουμε, και δεν θα το πετύχουμε. Έχω απεριόριστη κατανόηση για το επιχείρημα «ας προσπαθήσουμε και ας χάσουμε», αρκεί να συμφωνώ με την προσπάθεια. Εδώ δίνεται ένας αγώνας χωρίς νόημα. Αν το αίτημά μας είναι να μην ξανασυμβούν τα Τέμπη, αυτό για μένα εξυπηρετείται καλύτερα από μια πολιτική που θέλει τις συγκοινωνίες δημόσιες ώστε να παίρνουμε στα σοβαρά την ασφάλεια, όχι από τις αναλύσεις των εμπειρογνωμόνων για το παράνομο φορτίο. Καταλαβαίνω ότι αυτή η κουβέντα είναι μειοψηφική, αλλα, ξαναλέω, οι μειοψηφικές κουβέντες έχουν έστω το πλεονέκτημα της ειλικρίνειας.