Τη Δευτέρα παρακολούθησα τις απολογίες των κατηγορούμενων αστυνομικών στη δίκη των βασανιστών του Βασίλειου Μάγγου, στην Καρδίτσα. Οι απολογίες μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικό αντίκρισμα, ανάλογα με το αν πρόκειται πχ για την πολιτική δήλωση κάποιου που αρνείται να απολογηθεί, διότι στηρίζει αυτό που έπραξε, ή για κάποιον που συρρικνώνεται από το θρασίμι που τσακίζει κόκαλα με τη σύμπραξη άλλων, σε έναν πατέρα που δακρύζει διερωτώμενος πώς θα αντικρίζει τα παιδάκια του όταν του λένε ότι ο μπαμπάς του είναι βασανιστής. 

Είναι πολύ εύκολο να νιώσει κανείς χαιρεκακία όταν βλέπει αυτούς τους πύργους αρρενωπού θράσους (είναι χαρακτηριστικό ότι βασανίζοντας τον Μάγγο τον έλεγαν «κραγμένη») να τσακίζονται στο δικαστήριο. Ένιωσα τύψεις όμως για την αυθόρμητη ειρωνεία μου προς το κλάμα των δύο κατηγορουμένων, και θέλω να ανασκευάσω, να προσθέσω μία σκέψη. Αντίθετα με τις δικές τους αξίες, που θεωρούν καμάρι τη βία και ντροπή το κλάμα, έχω να προτείνω το αντίστροφο: αυτή η εικόνα του τσακισμένου ανθρώπου, του ανθρώπου σε αδυναμία, είναι ό,τι σώζεται και αξίζει, αντίθετα από ό,τι πιστεύουν εκείνοι. 

«Πώς να αντικρίσω τα παιδιά μου που ακούν να με λένε βασανιστή» είναι ένα πολύ σωστό ερώτημα, που θα έπρεπε όμως να αντηχήσει την ώρα που σήκωναν το γκλομπ για να χτυπήσουν έναν άνθρωπο πεσμένο στο έδαφος, ή την ώρα που χτυπούσαν τον καταρρακωμένο Μάγγο μέσα στο αστυνομικό τμήμα. 

Η τεχνική αυτή, η φορτισμένη αναφορά στα παιδιά τους, είναι βεβαίως παλιά, για την ακρίβεια αρχαία: στον Αριστοφάνη ο Φιλοκλέων λέει ότι αν κρατάει ο θυμός των ενόρκων, οι κατηγορούμενοι «φέρνουν τα παιδιά τους, κόρες και γιους, απ’ το χέρι. Κι εγώ πια τ’ακούω, με σκυμμένο κεφάλι βελάζουν αυτά» Αριστοφ. Σφηκ. 568κε. Ο Βδελυκλέων στη συνέχεια εμφανίζει στη σκηνή παιδιά μεταμφιεσμένα σε κουτάβια, για να συγκινήσουν τους ενόρκους, αλλά στην πραγματικότητα για να γελοιοποιήσει ο Αριστοφάνης την επίκληση στο συναίσθημα μέσω των παιδιών. Δεν αμφιβάλλω ότι θα αναμένεται ισχυρή δόση από το ίδιο φάρμακο στη φάση της συζήτησης επί των ελαφρυντικών. 

Είχα αναφέρει σε αντίστοιχη περίπτωση (το πατρικό κλάμα του χρυσαυγίτη βουλευτή Μπούκουρα) μια επιστολή του συγγραφέα Γκύντερ Άντερς προς τον γιο του Άιχμαν, όπου έλεγε:

 

Ήρθε η στιγμή που έπρεπε να καταλάβετε πως ο άνθρωπος για τον οποίο είχατε νιώσει αληθινή υική αγάπη και ο οποίος ίσως μάλιστα υπήρξε μαζί σας και καλός (με φρίκη έγραψα  μόλις τη μικρή αυτή λέξη, «καλός», για την οποία έξι εκατομμύρια άνθρωποι χωρίς φωνή φαίνεται ότι θέλουν να διαμαρτυρηθούν) – πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ο ίδιος ο Άντολφ Άιχμαν.

 

Εμείς οι γιοι του Άιχμαν, Ανοιχτή επιστολή στον Κλάους Άιχμαν, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας

 

Δεν ξέρω αν η συναισθηματική ένταση, σε συνδυασμό με τις οιμωγές για το ότι οι υψηλόβαθμοι δεν υφίστανται συνέπειες και την πληρώνουν μόνο οι χαμηλόβαθμοι -που ακούστηκε για τον αστυνομικό διευθυντή που παρότι εκλήθη ως μάρτυρας υπεράσπισης δεν προσήλθε να καταθέσει- δείχνουν ότι οι κατηγορούμενοι νιώθουν αυτή τη φορά ξεκρέμαστοι. Θα ήταν ευχής έργο να μείνουν ξεκρέμαστοι, δηλαδή να αδρανήσει αυτή τη φορά το συστημικό πέπλο ατιμωρησίας που τυλίγει στοργικά σε κάθε δίκη όσους κατηγορούνται για αστυνομική βαναυσότητα. Αυτό μένει να φανεί στη συνέχεια. 

Ο πρώτος κατηγορούμενος, Μπακογιάννης, εξηγεί ότι θα προτιμούσε να έχει τραυματιστεί ο ίδιος, να ήταν ο δεύτερος αστυνομικός που τραυματίζεται σε ένα εικοσιτετράωρο, παρά να βρεθεί κατηγορούμενος. Βεβαίως, υπονοεί με αυτή την αποστροφή ότι το δίλημμα ήταν αν χτυπήσει ή θα τον χτυπήσουν, δηλαδή υπονοεί ότι ο Μάγγος ήταν επιτιθέμενος, απέναντι σε μια πάνοπλη αγέλη. Ας είναι. Εκ των υστέρων υπάρχει πάντα η δυνατότητα μιας τέτοιας πλειοδοσίας σε φαντασιακή ανθρωπιά, κατόπιν εορτής. 

Αφηγείται ότι στο περιπολικό δεν τον έβριζαν, διότι δεν μιλούσαν καθόλου, ότι η φωνή που ακούγεται σε βίντεο να λέει ότι «ρε, τον βαράνε» ψεύδεται, παρότι δεν υπάρχει κανένα λογικό κίνητρο να ψεύδεται κανείς καταγράφοντας κάτι με το κινητό του χωρίς βεβαίως να διανοείται όσα ακολούθησαν. Στην ερώτηση πώς και δεν ασκήθηκε δίωξη στον Βασίλειο Μάγγο, ρίχνει το φταίξιμο στους ανωτέρους του, λέγοντας ότι δεν είναι δική του ευθύνη και ότι γι’αυτό βρίσκεται τώρα κατηγορούμενος, επειδή δεν σχηματίστηκε δικογραφία εναντίον του. Ωστόσο δικογραφία εναντίον του Μάγγου δεν σχηματίστηκε διότι δεν είχε κάνει τίποτα, εξ ου και η πρόεδρος είπε δύο φορές (!) ότι δικογραφία για αδικήματα εναντίον αστυνομικών σχηματίζεται με το παραμικρό. Ανέφερε κάτι που στα δικά μου μάτια θα έμοιαζε με διακριτική ειρωνεία, ότι με το που ακούγεται μια βρισιά σχηματίζεται δικογραφία, οπότε είναι περίεργο που δεν έγινε αυτό εναντίον του Βασίλειου Μάγγου, που ήταν τόσο επικίνδυνος ώστε να τον φυλάνε έξι άτομα μαζί. 

Όσο για το επιχείρημα ότι διώκεται γιατί δεν σχηματίστηκε δικογραφία, η εισαγγελέας είχε μια πολύ εύλογη απορία: «Δικογραφία έγινε γιατί βρέθηκε χτυπημένος άγρια. Τι σχέση έχει το άλλο;» Με άλλα λόγια, και κατηγορούμενος να ήταν, δεν δικαιολογείται να βρεθεί με σπασμένα πλευρά ενώ βρίσκεται χειροπεδημένος μέσα σε αστυνομικό τμήμα. Μπορεί να βόλευε επικοινωνιακά ή καφενειακά, αλλά η αστυνομία ούτε σε κατηγορούμενους μπορεί να σπάει τα πλευρά νομίμως. 

Συνεχίζοντας την πλειοδοσία φαντασιακού ανθρωπισμού κατόπιν εορτής, είπε ότι αν είχε ζητήσει ο Μάγγος να μεταφερθεί στο νοσοκομείο, θα τον πήγαινε με δικό του αυτοκίνητο. 

Δικαιολογείται εξηγώντας ότι δεν θα στερούσε ποτέ το νερό σε έναν κρατούμενο, (δεν ήταν τυπικά κρατούμενος ο Μάγγος, αλλά ας πούμε ότι δεν ήταν και με τη θέλησή του εκεί), γιατί, όπως είπε, τόσο απάνθρωποι είμαστε; Πολύ σωστή ερώτηση, αυτή. Τόσο απάνθρωποι είναι;

Αμέσως μετά θα πει ότι είναι το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του ότι μπήκε στην αστυνομία, λάθος που τώρα απειλεί να τον καταστρέψει. Είναι κατανοητό, όταν δικάζεται κανείς για το έγκλημά του, να εύχεται να μην είχε γίνει τίποτα, να γύριζε πίσω τον χρόνο και να έσβηνε αυτό που τώρα τον απειλεί. Μακάρι να μην είχε μπει στην αστυνομία, να μην είχε υπηρεσία εκείνη τη μέρα, μακάρι όλα τα μακάρι, αλλά τίποτα από αυτά δεν συνιστά μεταμέλεια. Κάθε άνθρωπος που συλλαμβάνεται, εύχεται να μπορούσε να σβήσει το γεγονός που τον έμπλεξε. Δεν συνιστά μεταμέλεια αυτό, όμως, ούτε ανάληψη ευθύνης. Είναι η φαντασίωση μιας ζωής που δεν θα τον είχε οδηγήσει εκεί. Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το να πει ο κατηγορούμενος ότι δεν έπρεπε να διαπράξει το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Θα μπορούσε θεωρητικά να γίνει αστυνομικός αλλά να μη βασανίσει τον Μάγγο. Έτσι θέλω να πιστεύω, τουλάχιστον. 

Η πρόεδρος ρώτησε μήπως ήταν θυμωμένοι, από τα επεισόδια της προηγούμενης μέρας, και φυσικά εδώ τα επιχειρήματα της υπεράσπισης γυρίζουν μπούμερανγκ: για να αποδείξουν πόσο επικίνδυνος ήταν ο Μάγγος και πόσο πιεσμένοι οι αστυνομικοί, πόσο αναλογική ήταν η απάνθρωπη βία που άσκησαν, περιέγραφαν σκηνικό πολέμου. Οπότε ρωτά και η πρόεδρος: μήπως έγινε υπέρβαση του μέτρου, γι’αυτόν τον λόγο; 

Ρωτά η πρόεδρος για ποιον λόγο βρίσκονταν στο αστυνομικό τμήμα έξι άτομα. Συνοπτικά, το νόημα αυτών των ερωτήσεων αποσκοπεί στο να αναδειχθεί μία βασική πηγή αντιφάσεων των απολογιών: ο Μάγγος ήταν για δύο ώρες στα χέρια τους, χωρίς να του ασκηθεί δίωξη, χωρίς να έχει κανένα νόημα να τον έχουν εκεί για τόσο χρόνο, χωρίς λόγο, να απασχολούνται έξι άτομα με κάποιον που τον περιγράφουν να στέκεται αμίλητος χωρίς να κάνει τίποτα, από την ευθύνη των αστυνομικών να περνά ξαφνικά στην ευθύνη των μελών της ασφάλειας, χωρίς να εξηγείται για ποιο λόγο συνέβαιναν όλα αυτά. Η λύση του αινίγματος είναι απλή: ήταν εκεί διότι τον βασάνιζαν. Αυτή είναι η πηγή όλων των αντιφάσεων των κατηγορουμένων, που συνεχώς ταλαντεύονται σε σχέση με το πότε έφυγαν, στις 5 ή στις 6, πριν ή μετά τα μέλη της ΟΠΚΕ κοκ. 

Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Μπαλαμώτης, ξεκινά λέγοντας ότι ως εικόνα ήταν άσχημο αυτό που έγινε έξω από τα δικαστήρια, αλλά δεν είναι ρομπότ, είναι άνθρωποι. Άσχημη εικόνα είναι αν πετάς χαρτάκι από παγωτό από το παράθυρο του αυτοκινήτου, ο βασανισμός είναι έγκλημα. Λέει κι αυτός με τη σειρά του ότι θα προτιμούσε να είναι κατηγορούμενος για απελευθέρωση κρατουμένου, όπου πρέπει πάλι εμείς με ένα άλμα πίστης να θεωρήσουμε ότι ο Μάγγος θα διέσχιζε τον αστυνομικό κλοιό και θα απελευθέρωνε τον Σαββαΐδη, αλλά ευτυχώς πρόλαβαν να τον βασανίσουν οι αστυνομικοί και το απέφυγαν. 

Στο ίδιο κλίμα ο κατηγορούμενος Μόναχος αναφέρει ότι οι συνάδελφοί του «ίσως έκαναν μια υπερβολή», ενώ για τα όσα ακολούθησαν είπε ότι δεν είδε να πονάει ο Μάγγος, δεν ζήτησε νερό, όπου και πάλι η πρόεδρος πρώτα θέτει το αποστομωτικό ερώτημα: πώς γίνεται μόνο μεταξύ 4-5 να μην πονάει ο Μάγγος; και μετά αναφέρεται σε προηγούμενη μαρτυρική κατάθεση αστυνομικού και ρωτά μήπως ήταν ντοπαρισμένοι από όσα είχαν προηγηθεί. Εκεί ο κατηγορούμενος βγάζει τον άσο από το μανίκι: εμφανίζει φωτογραφία νεκρού αστυνομικού για να πει ότι αυτός ο φίλος και συνάδελφος δολοφονήθηκε από Βούλγαρους εγκληματίες κι όμως δεν εκδικήθηκαν κανέναν, λοιπόν γιατί να βασανίσουν τον Μάγγο; Όμως το συναισθηματικό χαρτί του νεκρού αστυνομικού δείχνει μόνο αναλγησία για το θύμα στην υπόθεση που όντως συζητείται και μια δόλϊα και αφελή προσπάθεια να φέρει τη συζήτηση σε μια άσχετη υπόθεση στην οποία το θύμα ήταν αστυνομικός. Να προσθέσω ότι δεν βάζουμε αστεράκι και έπαινο όταν αστυνομικός δεν εκδικείται. Ο λόγος για τον οποίον έχουμε δικαστήρια είναι ακριβώς προκειμένου να μην αφήνεται η δικαιοσύνη στο πάθος της αντεκδίκησης που τρέφουν τα θύματα. 

Η εκ δεξιών σύνεδρος ρωτά πώς και δεν έλεγαν τίποτα μέσα στο αυτοκίνητο, αναφωνεί ότι ούτε λογικό ούτε πειστικό είναι ότι μετά από τόση ένταση ξαφνικά βρίσκονται εκεί και δεν λέει κανείς τίποτα. 

Ο κατηγορούμενος Πούλιος απολογείται με τρόπο που έδειχνε έντονη φόρτιση και έλλειψη στοιχειώδους συνοχής. Ανησυχούσε διαρκώς για το πώς θα αποδοθεί η απολογία του στις ιστοσελίδες που παρακολουθούσαν τη δίκη, ενώ μάλλον θα ήταν πιο εύλογη ανησυχία το τι είχε να πει για όσα συνθέτουν το κατηγορητήριο, παρά για την επιτυχία της δικαστηριακής περφόρμανς. Μιλώντας για δικαστηριακή περφόρμανς, ο ίδιος είπε ότι θα έβαζε ελικόπτερο για να πάει τον Μάγγο στο νοσοκομείο, διότι εκεί που δεν γίνεται πια τίποτα, όλοι είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα. Μόνο την ώρα που κάτι συμβαίνει στην πραγματική ζωή τσιγγουνεύονται και το ένα ποτήρι νερό. Στη συνέχεια, με τα λόγια χτίζουν ανώγια και κατώγια, θα χτίζαν νοσοκομείο με τα χέρια τους για να πάει ο Μάγγος, αρκεί αυτό να γίνει στη φαντασία τους εκ των υστέρων. Την ώρα που ο Μάγγος διψάει, δεν χαραμίζουν ούτε γουλιά. 

Ο Παζαράς, πρωταγωνιστής του βασανισμού, με βάση όσα μετέφερε ο πατέρας του Βασίλειου, ισχυρίζεται ότι δέχθηκε χτύπημα στο χέρι από τον Βασίλειο. Δεν σχηματίστηκε όμως δικογραφία, γιατί ήταν ανάποδος ο Κρόνος και είχε τελειώσει και το μελάνι στον εκτυπωτή. Στην ερώτηση της έδρας πώς αξιολογεί την πράξη και πώς εξηγείται ότι δεν υπήρξε δικογραφία, απαντά κι αυτός ότι δεν ξέρει διότι δεν είναι δική του ευθύνη. 

Αναφέρεται στην ανάρτηση του Βασίλειου που μιλά για την ΑΓΕΤ και το συνολικό πολιτικό πλαίσιο και θεωρεί ότι είναι τεκμήριο πλαστότητας η γενική αναφορά στην κοινωνική συνθήκη. Πιστεύει ότι όταν κάποιος τρώει ξύλο, πρέπει να πει τον πόνο του, αλλιώς είναι ενεργούμενο των δικηγόρων ή τέλος πάντων κάτι ύποπτο συμβαίνει, κάτι που είναι αδύνατο να χωρέσει το μυαλό τους, όπως ότι υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν να χωρέσουν την εμπειρία τους σε ένα πλαίσιο που δεν σταματάει στην εμπειρία τους, αλλά αναλύει πολιτικά το γεγονός. Τέλος πάντων, αυτά είναι και τα όρια της κατανόησής τους, δεν είναι καλή ευκαιρία να διαπαιδαγωγηθούν στον πολιτικό τρόπο σκέψης. 

Βρισκόμαστε στη φάση που οι απολογίες ολοκληρώθηκαν, θα ακολουθήσουν οι αγορεύσεις των δικηγόρων, όπου προετοιμαζόμαστε για απρέπειες μεγατόνων, με βάση όσα έχουν προηγηθεί.