Την Τετάρτη στις 8 Ιουλίου αστυνομικοί πυροβόλησαν στο κεφάλι και σκότωσαν άοπλο νεαρό που προσπαθούσε να αποφύγει αστυνομικό έλεγχο, τον Θοδωρή Ζαβραδινό Καράμπαμπα. Στην ανακοίνωσή της η αστυνομία παραδεχόταν ότι το θύμα προσπαθούσε να διαφύγει, δηλαδή δεν αποτελούσε κίνδυνο για τους αστυνομικούς, συνεπώς δεν υπήρχε κανένα νομικό έρεισμα για τη δράση τους. Στη συνέχεια μάθαμε ότι τον σκότωσαν με το μαγιό του, είχε φύγει για να κάνει μπάνιο στη θάλασσα, διότι ήταν αυτιστικός που είχε προηγούμενα κακοποίησης από την αστυνομία και φοβήθηκε γιατί δεν είχε μαζί του το δίπλωμα. Αυτή ήταν η ένταση της δικής του παραβατικότητας. Αυτό δεν εμπόδισε τον τοπικό δήμαρχο να βγάλει ανακοίνωση στήριξης των δολοφόνων αστυνομικών και ενοχοποίησης του θύματος και της μητέρας του, διότι κυκλοφορούσε παρότι ήταν αυτιστικός (!). Παράλληλα, ενώσεις αστυνομικών υπαλλήλων από την Εύβοια ώς τον Έβρο στάθηκαν στο πλευρό των δολοφόνων, όπως και η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Αργολίδας, ζητώντας να μην παρασύρεται η δικαιοσύνη από την πίεση της κοινής γνώμης. Με δεδομένο ότι η στήριξη των αστυνομικών από τους δικαστικούς θεσμούς θα είναι διαρκής, δικαιούμαστε να μη θεωρήσουμε ριζοσπαστική τη δήλωση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη ότι «η αστυνομία δεν έχει αποστολή να σκοτώνει παιδιά». Ας πούμε ότι αυτό δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να το ξεστομίσει ο υπουργός.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη της στρέβλωσης της ενημέρωσης, από την ανοχή που επιδεικνύεται στα εγκλήματα της αστυνομίας. Όταν λέω εγκλήματα της αστυνομίας, δεν εννοώ γενικά κι αόριστα την αστυνομική αυθαιρεσία. Αντιλαμβάνομαι ότι όταν ασκείται βία κατά αναρχικών σε πορείες την ώρα που εκτοξεύονται μολότοφ, πολλοί γύρω μου θα συμμερίζονται την άποψη ότι η αστυνομία προστατεύει την τάξη απέναντι σε ταραξίες. Τι γίνεται όμως όταν έχουμε να κάνουμε με δολοφόνους και βιαστές; Μέσα σε λίγες μέρες είχαμε (πρωτόδικη) καταδίκη αστυνομικών για τον βιασμό 19χρονης στο ΑΤ Ομόνοιας και μετά τη συγκλονιστική περίπτωση ανακοίνωσης της Αστυνομίας που περιέγραφε  εν ψυχρώ δολοφονία από ένστολους. Προσοχή, όχι η δική μου κρίση, η ίδια η ανακοίνωση έλεγε ότι ο άνθρωπος δέχθηκε πυρά την ώρα που προσπαθούσε να πηδήξει μια μάντρα για να γλιτώσει, ότι «προσπάθησε να διαφύγει πεζός, αναρριχώμενος σε μαντρότοιχο». Αντί να σταθώ στο συγκεκριμένο περιστατικό, που εκτιμώ ότι δύσκολα μπορεί να φωτιστεί διαφορετικά, και αν αλλάξει κάτι θα είναι προς την κατεύθυνση των ακόμη πιο επιβαρυντικών πληροφοριών για τη δράση των αστυνομικών, θα συζητήσω λίγο πιο αφηρημένα τη σχέση μας με την αστυνομία, δηλαδή τι υπόσχεται και τι προσφέρει.

Πώς προκύπτουν αυτά τα τερατώδη αποθέματα θράσους που επιτρέπουν στην αστυνομία πρώτα να διαπράττει αυτά τα εγκλήματα και μετά να τα υπερασπίζεται με τόση αναίδεια; Η απάντηση μας γυρίζει στη διαπίστωση της αρχής. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη στρέβλωση από αυτή που ονομάζουμε «αστυνομικό ρεπορτάζ». Αυτό που κυρίως κάνει το αστυνομικό ρεπορτάζ είναι να αποκρύπτει ότι η αστυνομία είναι ένας θεσμός που σταθερά παράγει υψηλής έντασης εγκληματικότητα και παράλληλα αναδεικνύει τα ειδεχθή εγκλήματα λούζοντας με αμέτρητες ώρες πορνογραφίας της βίας το τηλεοπτικό κοινό, διαφημίζοντας βίαια εγκλήματα καθημερινά στις ειδήσεις, ώστε όλο και περισσότερο ο κόσμος να νιώθει την ανάγκη να τον προστατεύσουν αστυνομικοί από τις διαρκείς απειλές. Ο συστημικός λόγος για την αστυνομία αντιστρέφει αυτή την πολύ απλή αρχή: η αστυνομία είναι πηγή κινδύνου. Το πιο λαμπερό αστέρι αυτού του τύπου δημοσιογραφίας είναι ο (αποφυλακισθείς τώρα) Μένιος Φουρθιώτης. Τα ρεπορτάζ αστυνομολαγνείας που είχε επιμεληθεί ήταν από τα πιο διακεκριμένα δείγματα αυτού του genre. Ένα σχετικό ανθολόγιο είχαμε καταρτίσει για το σχετικό επεισόδιο της Ανασκόπησης.

Όταν λέμε ότι η αστυνομία δεν προστατεύει την κοινωνία, αλλά η αποστολή της είναι να τρομοκρατεί τις υποτελείς τάξεις, δεν εννοούμε ότι κάθε υποτιθέμενη απειλή είναι υπαρξιακή απειλή για τα συμφέροντα του κράτους. Φυσικά και δεν κινδυνεύει το κράτος από μετανάστες και ΛΟΑΤΚΙ άτομα που οι αστυνομικοί σταθερά κακοποιούν. Ούτε βεβαίως από τους ψυχικώς πάσχοντες, όπως το θύμα της συγκεκριμένης επίθεσης, που μάθαμε από τη μητέρα του ότι ήταν αυτιστικός με 89% αναπηρία. Όμως αυτή η βία συνεισφέρει στην εμπέδωση της ιδέας ότι η απειλή έρχεται από τα κάτω και ότι η λύση είναι η αστυνόμευση. (Συνιστώ την ανάγνωση του the anti/security collective, Μανιφέστο για την Κατάργηση της Ασφάλειας, από τις εκδόσεις affect, σχετικά) Αυτό δεν είναι παρεμπίπτον στοιχείο. Η αστυνομία προσποιείται ότι προστατεύει από το έγκλημα. Αυτό στην πράξη δεν το κάνει, προστατεύει την τάξη των ιδιοκτητών από τον όχλο και τους αποικιοκράτες από τους αποικιοκρατούμενους, όπως έκανε από την ίδρυσή της η βρετανική αστυνομία απέναντι στους Ιρλανδούς. Η καταστολή εξεγέρσεων και απεργιών υπήρξε η ιστορική πηγή της ίδρυσης της αστυνομίας, όχι η καταπολέμηση του εγκλήματος. Η αστυνομία στην Πενσυλβανία στράφηκε εναντίον απεργών, με δολοφονίες και συλλήψεις, με εργαλεία που είχε ακονίσει στο πρότυπό της, την αστυνομία με την οποία προστατευόταν η  αμερικανική κατοχή στις Φιλιππίνες. Οι διαβόητοι Τέξας Ρέιντζερς προστάτευαν τους λευκούς που έκλεβαν τα ζώα των Μεξικανών, η δουλειά τους ήταν να τρομοκρατούν και να δολοφονούν τα θύματα της εγκληματικότητας των λευκών. Η ιστορική πηγή της αστυνόμευσης είναι οι περιπολίες εναντίον σκλάβων, δεν είναι η καταπολέμηση της εγκληματικότητας.

Το βιβλίο του Βιτάλε Αστυνόμευση Τέλος, εκδόσεις Σάλτο, (απ’ όπου έχω αντλήσει τις παραπάνω πληροφορίες) αφιερώνει ένα κεφάλαιο στην αστυνόμευση σε περιστατικά ψυχικής υγείας, όπου μιλά για περιστατικά απείρως πιο δύσκολα στη διαχείριση από αυτό του Άργους. (Εδώ μπορείτε να δείτε και μια συνέντευξή του στο TPP με αφορμή την ελληνική μετάφραση του βιβλίου) Πρόκειται για περιστατικά σοβαρής βίας από ψυχικώς νοσούντες, όχι για πανικόβλητα θύματα αστυνομικής βίας. Παρ’ όλ’ αυτά, αναφέρει περιστατικά όπου η αστυνομία στη Μεγάλη Βρετανία αντιμετωπίζει ακραία συμπεριφορά χωρίς τη χρήση όπλων, όπως την περίπτωση του Ν. Σαλβαδόρ (σ. 105), τον οποίον η βρετανική αστυνομία αφόπλισε χωρίς χρήση όπλων, κατά συνέπεια χωρίς να αφαιρέσει ζωές. ‘Οπως λέει ο Βιτάλε, από το 1900, η   αστυνομία στη Μεγάλη Βρετανία έχει σκοτώσει συνολικά πενήντα ανθρώπους. Μόνο τον Μάρτιο του 2016, η αστυνομία στις ΗΠΑ σκότωσε εκατό άτομα. (Δείτε αναλυτική παρουσίαση στην έρευνα του Guardian The counted) Να ένα πολύ χρήσιμο στατιστικό στοιχείο για να στρέψουμε την προσοχή μας στην αστυνομία και όχι τα θύματά της, όπως κάνει μονίμως η τηλεοπτική ενημέρωση. 

Μία ειδική κατηγορία στις περιπτώσεις αστυνομικής βαναυσότητας αφορά άτομα ψυχικώς πάσχοντα. Το Treatment Advocacy Center στην έκθεση με τίτλο:  Overlooked in the Undercounted: The Role of Mental Illness in Fatal Law Enforcement Encounters περιγράφει πως μία στις τέσσερις περιπτώσεις φονικής αστυνομικής βίας αφορά άτομο με ψυχική ασθένεια, που σημαίνει ότι έχουν δεκαέξι φορές περισσότερες πιθανότητες να σκοτωθούν από την αστυνομία από ό,τι άλλοι άνθρωποι.

Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι οι επίσημες στατιστικές για τις φονικές αστυνομικές επιθέσεις είναι εντελώς αναξιόπιστες, σε κάποιες περιπτώσεις αναφέρεται στις ίδιες τις εκθέσεις ότι οι φόνοι από αστυνομικούς υποκαταγράφονται. Η σχετική έκθεση διαπιστώνει ότι είναι πιο πιθανό να μάθουμε το μέσο μέγεθος νεογέννητης αδέσποτης γάτας στις  ΗΠΑ, από τον αριθμό των πολιτών που δολοφονούνται από την αστυνομία. 

Σε μας θεωρείται φυσιολογικό οι αστυνομικοί να σηκώνουν τα πιστόλια και να δολοφονούν άνθρωπο από τον οποίον δεν κινδύνεψαν ποτέ, άνθρωπο που μόνο οι ίδιοι τρομοκράτησαν. Γι’ αυτό, αντί να δηλώσουμε τον αποτροπιασμό μας για τις δηλώσεις του δημάρχου Άργους, χρειάζεται να τις ακούσουμε πάρα πολύ προσεκτικά και να μετρήσουμε με ακρίβεια την έκταση του εκφασισμού της κοινωνίας. Αυτό κάνει τη συζήτηση κάπως πιο θεωρητική, αλλά εκτιμώ ότι αυτά που αφορούν τα πραγματικά περιστατικά έχουν λίγο πολύ εμπεδωθεί.

Η Αναστασία Τσουκαλά στον πρόλογό της στο βιβλίο του Βιτάλε αναφέρει ότι  ο αναρχισμός έχει προσφέρει τη ριζικότερη αμφισβήτηση του μύθου της βελτίωσης της αστυνομίας, ακριβώς χάρη στη δυσπιστία του προς τη λύση των μεταρρυθμίσεων.

Όποιος επιθυμεί να συνεχίσει να εξυμνεί το θεάρεστο έργο της αστυνομίας, διακριτικά δυσαρεστημένος από τις «παρεκκλίσεις» από τον θεσμικό της ρόλο, με τη δολοφονία άοπλων πολιτών, υψώνει τη σημαία της εκπαίδευσης. Ο Βιτάλε εξηγεί ότι η καλά εκπαιδευμένη αστυνομία θα εξακολουθήσει να συλλαμβάνει δράστες αδικημάτων χαμηλής ποινικής σημασίας και το βάρος θα πέφτει τις έγχρωμες κοινότητες, διότι αυτή είναι η αποστολή της αστυνομίας. Αναφέρει την ειρωνική φράση «driving while black», που χρησιμοποιείται για να καταδείξει το ρατσιστικό φίλτρο των τροχαίων ελέγχων. Η «θεωρία του σπασμένου παράθυρου» (έχω γράψει ένα άρθρο γι’ αυτό, με τίτλο Ένα σπασμένο παράθυρο στα Εξάρχεια) ισχυρίζεται ότι η χαμηλή παραβατικότητα ενθαρρύνει την υψηλή, συνεπώς η αστυνομία πρέπει να φροντίζει να πατάσσει τη χαμηλή εγκληματικότητα προκειμένου να δίνει ένα μήνυμα μηδενικής ανοχής της ανομίας. Φυσικά, η συνέπεια αυτής της πολιτικής αστυνόμευσης είναι ότι η αστυνομία θα εξακολουθεί να συμμετέχει στο οργανωμένο έγκλημα, τα εγκλήματα του λευκού κολάρου θα εξακολουθήσουν να περνάνε απαρατήρητα, και την ίδια στιγμή η αστυνομία θα κυνηγάει όσους σπάνε παράθυρα,  όσους κατουράνε στον δρόμο και όσους καταναλώνουν δημόσια αλκοόλ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο Άργος, κάποιον που δεν σταμάτησε για τροχαίο έλεγχο γιατί δεν είχε μαζί του δίπλωμα και έχει παρελθόν κακοποίησης στα χέρια της αστυνομίας, οπότε δικαίως πανικοβλήθηκε. Εδώ που τα λέμε, γιατί να μην είμαστε τρομοκρατημένοι, αν η αστυνομία ρίχνει στο ψαχνό δικάζοντας και εκτελώντας πολίτες για πλημμελήματα; Όπως έγραψε ο Αντώνης Ρέλλας, απαντώντας στα φαιδρά μπλουζάκια «Δεν σας φοβόμαστε» των νεοδημοκρατών, εμείς φοβόμαστε για τις ζωές μας.

Το δεύτερο επιχείρημα που ακούγεται συχνά είναι ότι αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη χρήση καμερών από την αστυνομία. Πριν να πάμε σε πιο συστηματικές μελέτες που τεκμηριώνουν τη δυσπιστία για αυτή τη λύση, ας σταθούμε σε μία μόνο υπόθεση, ωστόσο υπόθεση εντελώς εμβληματική για τη χώρα μας. Η δολοφονία του Ζακ κατεγράφη σε βίντεο. Κατεγράφησαν οι αστυνομικοί που τον τσάκισαν στο ξύλο, μέχρι θανάτου. Οι αστυνομικοί αθωώθηκαν και ζητωκραύγασαν στην αίθουσα του δικαστηρίου για τους συναδέλφους τους.

Οι κάμερες μπορούν να έχουν αποτελέσματα  υπό προϋποθέσεις. Μια πρώτη, είναι να ενδιαφέρονται τα δικαστήρια να αποδώσουν δικαιοσύνη, ακόμη και απέναντι σε αστυνομικούς. Επίσης, σημαντικό είναι αν εξασφαλίζεται ότι δεν θα απενεργοποιούνται οι κάμερες όταν βολεύει τους αστυνομικούς και ότι θα είναι μετά το υλικό διαθέσιμο για τη διερεύνηση των περιστατικών. Οι έρευνες για τη μέχρι τώρα εμπειρία δείχνουν ότι δεν ισχύει τίποτα από τα παραπάνω. Στη Ουάσινγκτον το 2016, ένα τσούρμο αστυνομικών φροντίζει να ανοίξουν οι κάμερες μόνο ένα λεπτό μετά τη δολοφονία του Terrence Sterling (Βλ. Το άρθρο Body Cameras Are Betraying Their Promise με πολλά περισσότερα παραδείγματα). Είναι, θέλω να πω, σαν τις κάμερες του λιμενικού, για κάποιον λόγο δεν λειτουργούν την ώρα που πνίγεις μετανάστες, και αυτό συμβαίνει σταθερά. Συμβαίνει και στα αστυνομικά τμήματα στα οποία βασανίστηκε ο Μοχάμεντ Καμράν Ασίκ, που έτυχε να χάσει τη ζωή του σε σημείο που δεν επιτηρείται από κάμερες. Επίσης, όπως φαίνεται στο παράδειγμα της Βόρειας Καρολίνας, η ίδια η πρόσβαση του κοινού στο βιντεοληπτικό υλικό θα γίνεται και πάλι μετ’ εμποδίων. Τέλος, μπορείς να έχεις μια ρύθμιση που να λέει ότι «οι αστυνομικοί πρέπει να χρησιμοποιούν τις κάμερες, να τις έχουν σε λειτουργία την ώρα του περιστατικού». Το κρίσιμο ερώτημα είναι: τι θα παθαίνει ένας αστυνομικός που δεν το κάνει αυτό; Ας μεταφέρουμε το ερώτημα σε ελληνικό περιβάλλον: τι παθαίνει ένας αστυνομικός που λέει ψέματα στο δικαστήριο; Που δίνει καρμπόν κατάθεση, υπαγορευμένη σε μια ομάδα που παρανόμησε και δεν ντρέπεται να δίνει καταθέσεις πανομοιότυπες, προσβάλλοντας βάναυσα τη δικαιοσύνη και την αναζήτηση της αλήθειας σε μια υπόθεση αστυνομικής αυθαιρεσίας; Ας ενημερωθούμε από το βιβλίο της Τσουκαλά Η συστημική φύση της αστυνομικής βίας στην Ελλάδα για το θέμα: τίποτα. Δεν θα πάθει τίποτα, δεν παθαίνει τίποτα ποτέ κανείς. Οπότε σημασία δεν έχει μόνο η ρύθμιση, αλλά η πραγματική συνθήκη που εμψυχώνει αυτές τις αλλαγές, τις καθιστά αδρανείς ή αποφασιστικές. Θα είναι ανοιχτή η κάμερα; θα είναι προσβάσιμο το υλικό; Θα το λάβει υπόψη το δικαστήριο; Όλα αυτά αποδεικνύονται στην πράξη πολύ πιο κρίσιμα από το αν θα υπάρχουν κάμερες. 

Γιατί τα αναφέρω αυτά; Διότι σε κάθε περιστατικό αστυνομικής βαναυσότητας, εδώ σε περιστατικό φονικής αστυνομικής βίας, έχουμε διάφορες πολύ καλές ιδέες για το πώς θα έχουμε καλύτερη αστυνομία, πολύ εύλογες και χρήσιμες αν έχει κανείς την καλή διάθεση να παραβλέψει ότι η αστυνομία λειτουργεί ως δολοφονική συμμορία. Οπότε επιστρέφουμε σε πράγματα κάπως πιο στοιχειώδη: όταν η αστυνομία καλύπτει τους συναδέλφους δολοφόνους πάντα, έχουμε να κάνουμε με έναν φονικό μηχανισμό, οπότε αυτά τα μέτρα είναι τσιρότα αντί για χειρουργείο.

Αυτό που συμβαίνει είναι πως έχουμε να κάνουμε με υπολογίσιμους πληθυσμούς που θα βλέπουν την αστυνομία να σκοτώνει τα παιδιά τους και θα αναφωνούν: μπράβο, επιτέλους! Η υπόθεση Ινδαρέ ήταν η γέφυρα προς αυτόν τον εκφασισμό. Ήταν η στιγμή που το σύνθημα «όταν οι μπάτσοι σκοτώσουν τα παιδιά σας» μαζί επιβεβαιώθηκε και διαψεύστηκε πανηγυρικά. Επιβεβαιώθηκε γιατί είδαμε με τα μάτια μας ότι η βία δεν περιορίζεται σε ξένους ή ομάδες χαμηλής ταύτισης, όπως οι αναρχικοί ή τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, αλλά είδαμε και ότι ούτε αυτό αρκεί για να βγει κανείς από το κελί του.

Ο Χρυσοχοΐδης είναι ένα πρόσωπο φαιδρό. Είναι ένας πολιτικός που δεν μπορεί να πει δυο λέξεις στη σειρά που να μοιάζουν ξεμέθυστες, που έχει γράψει  στην αυτοβιογραφία του (!) ότι ο πατέρας του χάλαγε επίτηδες τον φράχτη του σπιτιού τους στο χωριό και τους ξύπναγε χαράματα να τον επισκευάσουν. Δηλαδή κατοικεί σε ένα σύμπαν αυτοθαυμασμού για ανύπαρκτα κατορθώματα, και αυτό περίπου συνιστά την πεμπτουσία της δημόσιας παρουσίας του. Θρίαμβος του λόγου της αστυνομίας υπάρχει διότι ο Χρυσοχοΐδης είναι για την ενημέρωση ένας ισχυρός θεσμικός παράγοντας που καταπολεμά το έγκλημα, συλλαμβάνει επιτέλους κι άλλους δράστες της Μαρφίν (τρίτος γύρος διασυρμού της δικαιοσύνης και προσβολής των συγγενών των θυμάτων) και βρίσκει ευκαιρία να τον εκθειάσει θλιβερός ηθοποιός που δεν ντρέπεται να χρησιμοποιεί το σανίδι για να γλείφει τον στόκο που επισκευάζει φανταστικούς φράχτες σε μυθιστορηματική αυτοβιογραφία. Θέλω να πω ότι η λατρεία της εξουσίας είναι τόσο βαθιά ριζωμένη, που κανείς δεν μιλά για τον Σαμπάνη, τον Φραγκούλη, τον Μάγγο, τον Ζακ, γι’ αυτό και η λίστα μεγαλώνει. Κάθε φορά μένουμε άφωνοι με ένα νέο περιστατικό αστυνομικής βαρβαρότητας, γιατί ποτέ δεν έχουμε καταφέρει να χωνέψουμε σε τι κοινωνία ζούμε. Αυτά τα ονόματα (και πολλά ακόμα) είναι ένα μαρτυρολόγιο ειδικής χρήσης, αφορά μια κλειστή σέχτα προοδευτικών πολιτών. Ίσως δεν είναι ακριβές ότι «δεν μιλά κανείς» για αυτά τα θύματα, αλλά είναι εντελώς απαραίτητο να μετρηθούμε για να καταλάβουμε ότι αν αυτά τα ονόματα σήμαιναν κάτι εκτός του στενού κύκλου μας, θα το είχαμε καταλάβει γιατί η αστυνομία δεν θα δολοφονούσε τόσο ανέμελα κάθε τρεις και λίγο. 

Στην αρχή της οικονομικής κρίσης η Τσουκαλά είχε δώσει μια συνέντευξη στο Unfollow και μετά και σε μας, στο ThePressProject, όπου μιλούσε για τους σπουδαστές στη σχολή της Αστυνομίας που εξηγούσαν ότι δεν τους δεσμεύει ο νόμος, ότι βρίσκονται σε πόλεμο όταν βγαίνουν στον δρόμο. Αυτή η δήλωση πρέπει να είναι η αρχή κάθε σχετικής συζήτησης. Δεν προτείνω να πάρουμε τα κουμπούρια, απέναντι στα κουμπούρια της αστυνομίας, αλλά λέω ότι η έντιμη αφετηρία μιας σχετικής συζήτησης οφείλει να ξεκινήσει από αυτή τη διαπίστωση. Στο όνομα της τάξης και της ασφάλειας, η αστυνομία μάς έχει κηρύξει τον πόλεμο. Σκοτώνει και συγχαίρει τους δολοφόνους στις τάξεις της. Αυτό δεν προκαλεί καμία κοινωνική κατακραυγή, διότι η κοινωνία πλειοψηφικά στηρίζει την αστυνομία χωρίς όρους και χωρίς να ενδιαφέρεται για περισσότερες πληροφορίες: Η αστυνομία λέει πάντα την αλήθεια και η αστυνομία προστατεύει την τάξη και την ασφάλεια. Από τον δήμαρχο και τις ενώσεις αστυνομικών που στέκονται στο πλευρό των φονιάδων μέχρι τους ψηφοφόρους, η απλή αλήθεια είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια κοινωνία που αγκαλιάζει τον φασισμό. Είτε με τη μορφή της ανοχής είτε με τη μορφή της ευθείας υποστήριξης των δολοφόνων, το αποτέλεσμα είναι ίδιο. Μια κοινωνία που έχει μετατραπεί σε «οικοτροφείο άφλεκτων ψυχών», όπου δεν αρπάζει κανείς και με τίποτα.