«Το ζητούμενο είναι η παροχή φροντίδας να ενσωματωθεί στην ίδια τη ζωή της κοινότητας και να οργανώνεται από τα μέλη της, με όλη τους την ετερογένεια: “Επέλεξα δικηγόρους που φοβούνταν να πολεμήσουν αλλά που ποτέ τους δεν είχαν φροντίσει έναν τρελό, ζωγράφους, ανθρώπους των γραμμάτων, ιερόδουλες. […] Κάποιες ιερόδουλες έγιναν νοσηλεύτριες, ξαφνικά, σαν από θαύμα. Δεν είναι εκπληκτικό; Και αφού λόγω της εμπειρίας τους με τους άντρες ήξεραν πως όλος ο κόσμος είναι τρελός -ακόμα και οι άντρες που πάνε στις πουτάνες-, η επαγγελματική τους κατάρτιση ήταν ταχύτατη».
Έτσι περιγράφεται, μεταξύ άλλων, η ψυχαναλυτική δράση του Φρανσουά Τοσκεγιές, Καταλανού ψυχιάτρου και ψυχαναλυτή, κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου, όταν και έχει δημιουργήσει μια θεραπευτική κοινότητα στο Αλμοδοβάρ ντελ Κάμπο. Ο Τοσκεγιές είναι ένας από τους πρωταγωνιστές στην Πολιτική ιστορία της ψυχανάλυσης του Florent Gabarnon-Garcia, που έρχεται να διεκδικήσει όχι μόνο τον αναγνωστικό μας χρόνο αλλά και το ύφος και ήθος μιας πρακτικής της ψυχανάλυσης που δεν είναι ευρέως γνωστή.
Ξεκινώντας από το παρόν της ψυχαναλυτικής πρακτικής, το οποίο θεωρεί ότι χαρακτηρίζεται από μια αντιδραστική στροφή, ο Gabarron-Garcia επιχειρεί να χαράξει μια παράλληλη ιστορία του πεδίου, «μια ιστορία των δυνατοτήτων που αναδιαπραγματεύεται το επίσημο αφήγημα του χώρου». Ανοίγοντας τα κείμενα στον ιστορικό τους ορίζοντα, δείχνει πώς η ανοιχτή πολιτική στράτευση πτυχών της ψυχανάλυσης συγκρούστηκε με την ιζηματοποίηση μιας no politica στάσης που κατέστη τελικά κυρίαρχη, μετατρέποντάς τη ψυχανάλυση σε αναγκαίο εξάρτημα ενός συγκεκριμένου life style του δυτικού υποκειμένου. Ο ψυχαναλυτής έχει μετατραπεί σε κάποιον τροχονόμο των ενορμήσεων που επιστρέφει το υποκείμενο επαρκώς λειτουργικό στην κοινωνία, ώστε να μη διαταράξει την τάξη της.
Ο τρόπος που σκηνοθετεί ο Gabarron-Garcia τους πρωταγωνιστές που έχει επιλέξει ως κεντρικούς στην ιστορία του είναι μυθιστορηματικός, δίνοντας στο βιβλίο πέρα από ωφέλιμο και τερπνό χαρακτήρα. Δεν παρακολουθούμε απλώς τη θεωρία και την πρακτική ψυχαναλυτών και ψυχαναλυτριών όπως η Βέρα Σμιτ, ο Βίλχελμ Ράιχ, η Μαρί Λάνγκερ κοκ αλλά και τον τρόπο που αυτές διαπλέκονται με τη ζωντανή ιστορία του αντικειμένου, εντός δηλαδή του ιστορικού τους συγκειμένου.
Στη σκηνοθεσία αυτή ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο «κακός» της υπόθεσης, ο συνεργάτης, συνεχιστής και επίσημος βιογράφος του Ζίγκμουντ Φρόιντ, Έρνεστ Τζόουνς. Ο Gabarron-Garcia αφού αναδείξει την καταρχάς θετική διάθεση του ιδρυτή της ψυχανάλυσης απέναντι στο άνοιγμα της στο λαό (και κατά συνέπεια στην άσκηση της ανάλυσης με όρους ευρείας και φθηνής οικονομικά απεύθυνσης) θα τοποθετήσει ιστορικά την μεταστροφή του σε πιο συντηρητικές θέσεις κατά τη δεκαετία του 1930. Το «ξεφούσκωμα» του κομμουνιστικού πειράματος στην ΕΣΣΔ και η άνοδος φασιστικών και εν γένει συντηρητικών κυβερνήσεων στην Ευρώπη ώθησαν τον Φρόιντ σε έναν πολιτισμικό πεσιμισμό που οδήγησε στην κομβική αντίληψη ότι η ψυχανάλυση είναι μια τεχνική και όχι κοσμοθεωρία. Ο Τζόουνς θα γίνει αυτός που θα αναλάβει την πειθάρχηση των διαφορετικών τρόπων άσκησης της ψυχαναλυτικής πρακτικής ώστε να προσαρμοστεί στο νέο, ήσυχο και πολιτικά μη επικίνδυνο αφήγημα.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια του βιβλίου είναι «Το μέλλον του φροϋδικού πεσιμισμού», όπου και αναλύεται αυτή η πειθάρχηση στο πολύ σημαντικό ιστορικό συγκείμενο της γερμανικής ψυχαναλυτικής εταιρείας κατά την περίοδο του ναζισμού. Εδώ όχι μόνο καθίσταται σαφής ο ρόλος του Τζόουνς στην αναστολή της πολιτικά σημαντικής δράσης των Γερμανών ψυχαναλυτών, αλλά και το πώς η κάθε φορά διαφορετικά εκπεφρασμένη αποπολιτικοποίηση οδηγεί στην παράδοση της ψυχανάλυσης ως εργαλείου στα χέρια του κάθε φορά πολιτικά ισχυρού.
Για να δείξει ότι η πορεία θα μπορούσε να είναι η αντίθετη ο Gabbaron-Garcia τραβά έναν κόκκινο μίτο που ξεκινά από την Βέρα Σμιτ και καταλήγει στη Χαϊδελβέργη του 1970. Διατρέχει δηλαδή πέντε δεκαετίες, επτά χώρες και δυόμιση ηπείρους για να δείξει την συνάφεια επαναστατικής και ψυχαναλυτικής πρακτικής.
Η Βέρα Σμιτ εφαρμόζει στη Σοβιετική Ένωση, κατά τα τα πρώτα χρόνια της ψυχανάλυσης, όταν και η επανάσταση στην οικονομία και την πολιτική ακολουθείται και από την επανάσταση στα σεξουαλικά ήθη, το Σπίτι του Παιδιού, μια παιδαγωγική μέθοδο που αντλεί από την ψυχανάλυση μια προσέγγιση της σεξουαλικότητας του παιδιού σε σχέση με την ανάπτυξη της γνώσης.
Ακολούθως, μεταφερόμαστε στον πρώιμο φροϋδομαρξισμό του παρεξηγημένου Βίλχελμ Ράιχ και ακολουθούμε την πορεία του από τις πολικλινικές της Βιέννης στη SexPol του Βερολίνου. Ο Gabbaron-Garcia περιγράφει γλαφυρά τις πρακτικές αναζητήσεις του Ράιχ, που βλέπει πως η καθιερωμένη ψυχαναλυτική διαδικασία με τον χρόνο και το κόστος που απαιτεί δεν ταιριάζει με τις ανάγκες των προλεταριακών μαζών, ωθώντας έτσι στην επινόηση εναλλακτικών μεθόδων. Η διαλεκτική ψυχαναλυτική τεχνικής και πολιτικής στράτευσης θα αρθεί έως τη σύγκρουση του Ράιχ με το ψυχαναλυτικό κατεστημένο, το οποίο τελεί υπό την ηγεμονία του πολιτισμικού πεσιμισμού.
Ο πεσιμισμός αυτός που κυριαρχεί στην Κεντρική Ευρώπη μεταφέρει την επαναστατική αιχμή της επανάστασης Νότια. Η περίπτωση της Μαρί Λανγκέρ είναι παραδειγματική αυτής της κίνησης. Από τη Βιέννη του 1930 η Λανγκέρ θα αυτοεξορισθεί στην επαναστατημένη Ισπανία για να καταλήξει σε μια αναβίωση της πολιτικά στρατευμένης ψυχανάλυσης στη Λατινική Αμερική του 1970. Στην περίπτωση της Λανγκέρ συναρθρώνονται οξείς πλευρές της πολιτικής και θεωρητικής ιστορίας του 20ου αιώνα: ο εβραϊσμός, το έμφυλο ζήτημα, το ταξικό ζήτημα και η ψυχανάλυση συγκροτούν τρόπους επαναεπινόησης μιας υποκειμενικότητας ανοιχτής στο ανεμοδαρμένο χωράφι της ιστορίας.
Από την επαναστατημένη Ισπανία του 1930 και τον Τοσκεγιές που έχουμε δει ήδη ξεκινά και η ιστορία της Λα Μπορντ, του θεραπευτικού συγκροτήματος που αποτελεί σημείο αναφοράς για τη θεσμική ψυχοθεραπεία και συνδέεται στενά με την ιστορία της αντιψυχιατρικής. Ιδρύθηκε το 1953 από τον ψυχίατρο Ζαν Ουρί, με καθοριστική συμβολή του φιλοσόφου και ψυχαναλυτή Φέλιξ Γκουαταρί, και λειτούργησε ως ένα πρωτοποριακό θεραπευτικό εγχείρημα, εφαρμόζοντας καινοτόμες πρακτικές που αμφισβητούσαν τις αυστηρές και κατασταλτικές δομές των παραδοσιακών ψυχιατρικών ιδρυμάτων. Ο Ουρί θα μελετήσει σε βάθος της καταλανική πρακτική και θα την αναδιαμορφώσει στο δικό του πλαίσιο, συνεχίζοντας αυτή τη λεπτή κόκκινη κλωστή που συνέχει ψυχανάλυση και πολιτική.
Ως τελευταίο επεισόδιο, ο Gabaron-Garcia τοποθετεί, ως μια οιονεί επιστροφή του απωθημένου, την επανεργοποίηση της πολιτικοποιημένης ψυχαναλυτικής πρακτικής στην ταραγμένη Γερμανία της δεκαετίας του 1970. Θέτει στο επίκεντρο της ανάλυσής του την Σοσιαλιστική Κολεκτίβα Ασθενών της Χαϊδελβέργης (SPK), όπως συγκροτήθηκε τον Φεβρουάριο του 1970 στην πανεπιστημιακή ψυχιατρική κλινική της Χαϊδελβέργης, στη Γερμανία, από τον γιατρό Βόλφγκανγκ Χούμπερ και περίπου 60 ψυχικά ασθενείς. Επικαιροποιώντας το έργο του Ράιχ, το SPK, κάνοντας σύνθημα το «μετατρέποντας την ασθένεια σε όπλο», δείχνει πώς ο μηχανισμός υγείας αποτελεί έναν ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους, που συντελεί στην αναπαραγωγή των ταξικών σχέσεων. Η άγρια καταστολή που υπέστη το SKP, ακολουθώντας την πάγια τακτική του γερμανικού κράτους της περιόδου να συντρίβει ότι αισθάνεται ότι το απειλεί, αποτελεί μια έμπρακτη απόδειξη της ανησυχίας που δυνητικά είναι ικανή να προκαλέσει η ψυχαναλυτική πρακτική στη θεσμική εξουσία.
Κλείνοντας το βιβλίο μένει μια επίγευση αισιοδοξίας η οποία στους πλέον κυνικούς από εμάς φαντάζει ξένη και παράταιρη. Είναι καλό ωστόσο κάπου κάπου να νιώθουμε στο νησί της πραγματικότητας όπου κατοικούμε το δροσερό αεράκι που έρχεται από τον ωκεανό της δυνατότητας.