Κλειώ Παπαπαντολέων, συνήγορος οικογένειας Ζακ Κωστόπουλου

Στην αρχή της αγόρευσής της η Κλ. Παπαπαντολέων αναφέρθηκε στην οξύτητα και τοξικότητα της δίκης, όπου ο θανών λοιδωρήθηκε και ευτελίστηκε ξανά και ξανά. Αυτο που χρειάστηκε να κάνουν ήταν «υπεράσπιση ενός κατηγορουμένου μετά θάνατον», εκτός από υποστήριξη κατηγορίας.

Να θυμίσουμε τις αναφορές στα κακουργήματα με τα οποία θα βαρύνονταν ο Ζακ αν είχε ζήσει, όπως έλεγαν, μέχρι να πει ο εισαγγελέας ότι ο Ζακ διέπραξε πλημμελήματα και αυτά πριν τη δράση των κατηγορουμένων. Υποστηρίχθηκε λέει η Παπαπαντολέων από την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ότι “κάτι έγινε και πέθανε. Ήταν τοξικομανής, αλκοολικός, φιλάσθενος, κάτι έγινε”, “μπορεί να έπεσε στα τζάμια”. Αυτά αναφέρονταν καθώς η υπεράσπιση έπρεπε να αμφισβητήσει το ακαταμάχητο τεκμήριο του σοκαριστικού βίντεο που μεταμόρφωσε εντελώς την υπόθεση αυτή, με το “σπάνιο προτέρημα να γίνει το δικαστήριο αυτόπτης μάρτυρας αυτού που δικάζει”.

Μίλησε για θλιβερή απουσία του κρατικού μηχανισμού που απέτυχε. Τι είχαμε; Εννέα αστυνομικοί να πετάνε στα σκουπίδια τα πειστήρια για να συλλάβουν το θύμα, ο προϊστάμενος του διασώστη έκατσε να πιει καφέ στο Βενέτη την ώρα του περιστατικού, για να μην προσβάλει τον συνάδελφό του! Να διευκρινίσουμε εδώ ότι οι πληροφορίες αυτές είναι κυριολεκτικές. Όπως μας είπε και στη συνέντευξη στη Φάρμα των Ζώων αργότερα η Παπαπαντολέων, η πέτρα που πέταξε ο Δημόπουλος δεν βρέθηκε ποτέ. Όσο για τον καφέ του διασώστη, άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά αυτή τη δήλωση του προϊστάμενου διασώστη, που θεώρησε άκομψο να διορθώσει τον συνάδελφό του την ώρα που χανόταν μία ζωή.

Αναφέρθηκε στην ιατροδικαστική έκθεση Καλόγρηα, λέγοντας ότι δεν εμπλέκεται άλλος μηχανισμός, ότι η στεάτωση του ήπατος δεν συνδέεται με τον θάνατο του Ζακ. Ο θάνατος συνδέεται αιτιωδώς με όλα τα τραύματα, ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ποσόστωση. Ενώ λοιπόν μας είπαν ότι είναι δίκη ιατροδικαστών, στην πραγματικότητα με εξαίρεση τη διάτρητη κατάθεση Αλεξάνδρου, που δεν εισέφερε καινούργια στοιχεία, που είπε πως δεν γνώριζε αν ο Ζακ θα πέθαινε αν καθόταν σπίτι του (!), ουσιαστικά δεν μπόρεσαν να έχουν ιατροδικαστες που να υποστηρίξουν αυτή τη θέση στο δικαστήριο, ότι δηλαδή τα τραύματα δεν συνδέονται με τον θάνατο του Ζακ. Προσπάθησαν να μετατρέψουν τη διαδικασία σε ιατρικό συνέδριο, έφεραν βιβλία, διάβασαν επιστημονικές δημοσιεύσεις για να πειστούν λαϊκοί και τακτικοί δικαστές από δικηγόρους για ένα ιατρικό ζήτημα.

Αναφέρθηκε στην πρόταση του εισαγγελέα, όπου παρά τις διαφωνίες ως προς την αναβάθμιση της κατηγορίας και την αθώωση των αστυνομικών, εμφανίζονται κρίσιμες παράμετροι, όπως ότι ο Ζακ ήταν πρόσωπο εντελώς ακίνδυνο που ζητούσε βοήθεια, τρομαγμένος, που δεν κουβαλούσε μαχαίρι.

Πώς βρέθηκε αυτό το μαχαίρι εκεί;

Όχι μόνο δεν προκύπτει να το κρατάει όρθιος, αλλά είναι αμφίβολο αν το κρατάει στην προθήκη, δηλαδή ακόμη και αν το έπιασε, και ουδέποτε επιτέθηκε με αυτό. Το κρατάει επίσης με το αριστερό χέρι ενώ είναι δεξιοχειρας και τέλος, το σημαντικότερο, ουδείς έπαθε κάτι. Αυτά είναι στοιχεία και παρατηρήσεις που είχαμε στη διάθεσή μας από την αρχή της δίκης, αλλά βεβαίως τίποτε δεν εμπόδισε την υπεράσπιση πολύ βολικά να αναφέρεται σταθερά στο μαχαίρι ως το φονικό όπλο που κρατούσε ο Ζακ. Συγκρίνεται, θα δούμε στο τέλος, με κακοποιούς με τσεκούρι ή βιαστές, αλλά η μόνη λεπτομέρεια είναι πως από αυτόν τον τόσο επικίνδυνο άνθρωπο κανείς δεν έπαθε ούτε μία γρατζουνιά.

Επίσης, η αγωνία του Χορταριά να επισημάνει την ύπαρξη των αποτυπωμάτων δείχνει ότι είναι ο μοναδικός που είχε έρθει σε επαφή με το μαχαίρι. Αυτό είναι ένα ζήτημα που θα αναφερθεί αναλυτικά και από την άλλη δικηγόρο της υποστήριξης κατηγορίας, την Άννυ Παπαρρούσου, αλλά ας επιμείνουμε προς το παρόν στο στοιχειώδες γεγονός: δεν το βλέπουμε, δεν το κρατάει, δεν επιτίθεται.

Ως προς τη διάγνωση του δόλου, η Κλ.Π. ανέγνωσε αποσπάσματα μαρτυρικών καταθέσεων όπου οι δράστες ειδοποιούνται ότι ο άνθρωπος αυτός θα πεθάνει στα χέρια τους: «εκεί βλέπω το κατάστημα και ένα νεαρό κατατρομαγμένο στη βιτρίνα
φώναζα “σταματήστε θα τον σκοτώσετε”». «Εγώ ούρλιαζα και έλεγα θεέ μου καρατομήθηκε και φώναζα ξανά σταματήστε θα τον σκοτώσετε», αισθανόμουν ότι γινόταν φονικό.

Εισαγγελέας: -προσπαθούσαν και άλλοι;
-Ναι.

Ο δράστης δηλαδή μπορούσε να προβλέψει το αποτέλεσμα, είχε προειδοποιηθεί από αυτόπτες μάρτυρες. Με αυτό το δεδομένο η Παπαπαντολέων αναρωτιέται για το σκεπτικό της εισαγγελικής πρότασης: Δεν μπορώ να συλλάβω τη συνέχεια, πώς οφείλεται σε αμέλεια, αν και γνώριζαν ότι μπορούσαν να προκαλέσουν τον θάνατο, αλλά έδρασαν “απερίσκεπτα”. Καμία απερισκεψία δεν δείχνουν. Έχουν μια εμμονή, αυτό προκύπτει από την απαθεστατη στάση τους εδώ.

Όταν φτάσαμε στους αστυνομικούς, η Παπαπαντολέων αφιέρωσε ένα σημαντικό τμήμα της αγόρευσής της στην αναφορά των δικαστικών υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον του ελληνικού κράτους στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, σε σχέση με την αστυνομία. Μίλησε χαρακτηριστικά για το “πεδίο της αιώνιας λιακάδας της αστυνομικής αυθαιρεσίας”.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα δεν είναι η βία, εξηγούσε. Είναι εγγενής η βία στα σώματα ασφαλείας. Η ελληνική ιδιαιτερότητα συνίσταται στην ατιμωρησία, όπως προκύπτει από καταδίκες από διεθνείς οργανισμούς.
Έχουμε απουσία πειθαρχικής και ποινικής διερεύνησης. Οι αρχές αποτυγχάνουν συστηματικά. Είναι ένα πρόβλημα δομικό και διαχρονικό.

Μάλιστα είναι εύγλωττο το γεγονός ότι οι αστυνομικοί που κατέθεσαν προς υπεράσπιση των πράξεων των κατηγορουμένων είναι άμεσοι προϊστάμενοί τους, το οποίο όπως εξήγησε είναι ένας από τους λόγους για τις καταδίκες της χώρας μας.
Στον σχολιασμό της εισαγγελικής πρότασης είχα αναφερθεί στο παράδοξο να αγνοούνται τα χτυπήματα των αστυνομικών με το σκεπτικό ότι δεν αποτυπώνονται στην ιατροδικαστική έκθεση. Με αναφορά στο Ποινικό Δίκαιο του Ανδρουλάκη η Παπαπαντολέων υποστηρίζει (εύλογα) ότι τα χτυπήματα, τα τραβήγματα, το σύρσιμο στο πεζοδρόμιο, δεν είναι ποινικά αδιάφορα επειδή δεν αποτυπώνονται στην ιατροδικαστική έκθεση, διότι συνέβαλαν στον θάνατο του Ζακ, επιτείνοντας την υποξία.

Στην υπόθεση Φλόιντ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αναλογία. Ή, για την ακρίβεια, μία θλιβερή διαφορά. Δεν είναι μόνο τα 22,5 χρόνια ποινής στον αστυνομικό που πίεζε τον Φλόιντ. Το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι το δικαστήριο καταλόγισε βαριές ποινές σε αυτούς που δεν έκαναν απολύτως τίποτα, διότι ακριβώς δεν διέκοψαν την εγκληματική δράση του συναδέλφου τους.
Αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο σε αυτή τη δίκη. Εκτός από τους δύο πολίτες που έδρασαν, να αρθεί επιτέλους το πέπλο προστασίας που απλώνεται κάθε φορά για να προστατεύσει τους αστυνομικούς που παραβιάζουν τον νόμο.

Εις ό,τι αφορά την αστυνομική λογοδοσία είπε ότι δεν μπορεί να υποτιμάμε τα αστυνομικά όργανα σαν να ήταν άβουλα όντα που δεν μπορούν να κρίνουν. Δεν είναι παιδιά ούτε σε νοσηρή διατάραξη λειτουργιών. Δεν νοείται αστυνομία που δεν λογοδοτεί σε κανέναν, δεν νοείται εξαίρεση από τη λογοδοσία, και μάλιστα αυτών που ασκούν έννοβη βία.

Η κατάληξη της αγόρευσής της επαναφέρει την κεντρική ανάμνηση αστυνομικής συγκάλυψης στην εγκληματικότητα, την υπόθεση της Χρυσής Αυγής, και επισημαίνει ότι η απόφαση θα είναι ιστορική μεν, αλλά σημασία έχει “ποια ιστορία θέλετε να γράψετε”. Αν θα είναι η ιστορία ενός τέλους της αυθαιρεσίας ή ένα ακόμη σύμπτωμά της.

«Η οικογένεια δεν πήγε να πάρει εκδίκηση, αλλά απευθύνθηκε σε σας. Με τρομερή αξιοπρέπεια ανέχθηκε τις πολλαπλές δολοφονίες».

«Οι αποφάσεις των δικαστηρίων, ιδίως σε εμβληματικές υποθέσεις σαν αυτήν, εγγράφονται στην κοινωνική συνείδηση με τρόπο μοναδικό και βάζουν τη σφραγίδα τους με τρόπο ανεξίτηλο. Με την απόφασή σας δεν θα ρυθμίσετε απλώς μια κατάσταση, αλλά θα δώσετε θέλοντας και μη ένα σήμα, ένα μήνυμα που θα παράξει πολλαπλά αποτελέσματα μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Και το σήμα που πρέπει να δώσει το δικαστήριο σας είναι ότι δεν υπάρχει ανοχή στην αστυνομική βία, δεν υπάρχει ανοχή απέναντι στη βαριά αντικοινωνική βία. Η ελληνική κοινωνία και ελληνική Πολιτεία έχει πληρώσει βαρύ τίμημα από την αδράνεια του κρατικού μηχανισμού να επέμβει εγκαίρως και να τιμωρήσει χωρίς αμφιταλαντεύσεις και υποσημειώσεις, πράξεις βίας και αναφέρομαι στην Χρυσή Αυγή».

«Με την απόφαση σας θα γράψετε ιστορία, το ερώτημα είναι ποιά ιστορία θέλετε να γράψετε»

Άννα Παπαρρούσου, συνήγορος οικογένειας Ζακ Κωστόπουλου

Η Παπαρρούσου ομοίως εξηγούσε πως η κοινωνική σημασία της δίκης έγκειται στον παιδαγωγικό της ρόλο, δηλαδή στο γεγονός ότι καλείται να θέσει ένα ανάχωμα σε αυτές τις συμπεριφορές. Οι αποφάσεις, είπε, εκδίδονται στο όνομα του ελληνικού λαού και παράγουν αποτελέσματα μέσα στην ίδια την κοινωνία.

Αναφέρθηκε στην υπόθεση 78829 Ζ του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, σε μια υπόθεση όπου ο δράστης χτύπησε με ένα ξύλο το θύμα, αλλά τελικά το δικαστήριο καταλήγει ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση, γιατί προσπάθησε με διάφορες μεταγενέστερες ενέργειες να εμποδίσει τον θάνατο. κάλεσε ΕΚΑΒ, κάλεσε τους δικούς του. Από τα δεδομένα αυτά καταλήγει ότι με τις μεταγενέστερες ενέργειες δεν αποδέχτηκε το αποτέλεσμα του θανάτου.

«Σκεφτείτε το», λέει η Παπαρρούσου, «σε σχέση με τη δική μας υπόθεση. Δεν προσπάθησαν με κανέναν τρόπο να άρουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Έδιναν συνεντεύξεις, σχολίαζαν αυτά που έγιναν, δεν βοήθησαν τις αρχές, ο ένας έγραφε στο τουίτερ, δεν ανέλαβαν καμία δράση για να άρουν τις συνέπειες».

Σε σχέση με το ρατσιστικό κίνητρο, έθεσε το εξής ερώτημα: ο Ζακ δεν ήταν επικίνδυνος και δεν είχε κλέψει. Οπότε γιατί τόσο μίσος; γιατί τόση οργή; Ο μάρτυρας που εργαζόταν στο καφέ απέναντι έχει καταθέσει ότι οι αστυνομικοί ζήτησαν οινόπνευμα και ένας είπε τη λέξη πουσταράς ή πούστης. Και ο Σταμέλος και η Λούκα έχουν καταθέσει ότι ο Ζακ δεν είχε αρρενωπή εμφάνιση, συνεπώς ήταν πολύ εύκολο να προκαλέσει τέτοια αντανακλαστικά σε ανθρώπους εγνωσμένης και δημόσια εκφρασμένης ομοφοβίας, όπως ο Χορταριάς. Αυτά επιρρωνύονται από τις αναρτήσεις του, όπου αναφέρεται στην Βουλή με τον χαρακτηρισμό “πουσταριά”, επιχαίρει για τον τραυματισμό Μπουτάρη και λέει «έτσι γαμάνε οι πόντιοι».

Από τις επικοινωνίες με το κέντρο επίσης φαίνεται να προκύπτει ότι οι αστυνομικοί είχαν ήδη στη διάθεσή τους τα στοιχεία που θα έπρεπε να τους κάνουν πιο προσεκτικούς. Τους συνιστούν να δράσουν με «ψυχραιμία και χωρίς περιττές ενέργειες», αναφέρουν ότι το άτομο είναι βαριά τραυματισμένο, «για να γνωρίζετε, έχουν τρέξει αίματα πάνω του». «Οι αστυνομικοί δεν είναι ρομπότ», συνεχίζει η Παπαρρούσου, «όλος αυτός ο άγριος χορός που οδήγησε στον θάνατο είναι το τελευταίο καρφί που έβαλαν στον σταυρό του». Η αντίσταση στην οποίαν αναφέρονται είναι ένα εφεύρημα το οποίο έχουν ανάγκη, διότι πρέπει καθώς να δικαιολογήσουν την βία που έχουν ασκήσει. «Δυστυχώς πέθανε, και να ήθελε δεν θα μπορούσε να συνεργαστεί. Αν αυτή η αδυναμία ερμηνεύεται ως αντίσταση, είμαστε σε επίπεδα μεγάλης αγριότητας».

Ως προς το υποτιθέμενο μαχαίρι, αφηγείται ότι ενώ δεν τον γνώριζε προσωπικά, όλοι οι δικοί του άνθρωποι εξηγούσαν ότι αποκλείεται ο Ζακ να έφερε μαχαίρι. Αναφέρθηκε το πρόσθετο, πρακτικό επιχείρημα ότι ο Ζακ δεν φορούσε μπουφάν και δεν είχα τσάντα, οπότε δεν θα μπορούσε να το κρύψει πουθενά. Όλη η επιθετική μανία των δραστών βασίζεται στην υποτιθέμενη απειλή του «ληστή με το μαχαίρι». Σιγά σιγά όμως αθροίζοντας τα στοιχεία αντιλαμβανόμαστε ότι ο Ζακ δεν κρατούσε μαχαίρι στο κατάστημα. Κάποιος του το έβαλε. Ή πετάχτηκε. Εν πάση περιπτώσει, δεν το κράτησε. Τη σχετική πληροφορία την δίνει ο μυστηριώδης άνδρας με το κίτρινο μπλουζάκι, με ψεύτικο όνομα, ενώ γνωρίζει ότι δεν γίνεται ληστεία με μαχαίρι. Το μαχαίρι δεν έχει δακτυλικά αποτυπώματα. Δεν ελήφθη ποτέ βιολογικό υλικό από τους κατηγορούμενους. Ελήφθη μόνο από τον Ζαχαρία Κωστόπουλο. Είναι οι πιο ευνοημένοι που γνωρίζω, θα πει η Παπαρρούσου, σχολιάζοντας την αντιμετώπιση των δραστών από την αστυνομία..

Ο «αγνώστου διαμονής» άνδρας που η αστυνομία δεν κατάφερε να εντοπίσει, ο μάρτυρας με το κίτρινο μπλουζάκι, λέει «εγώ το κλωτσησα», ο Χορταριάς λέει το μαχαίρι το έχω πετάξει μέσα και έχει τα αποτυπώματά μου. Με κάποιον τρόπο εξαφανίστηκαν τα αποτυπώματα, γιατί αποτυπώματα υπήρχαν.

Όποιος δεν έχει παρακολουθήσει τη δίκη θεωρεί τα παραπάνω αυτονόητα, διότι τα γνωρίζαμε από την αρχή. Όποιος έχει παρακολουθήσει τη δίκη νιώθει την ανάγκη να επαναλαμβάνει τα στοιχεία που αντικρούουν όσα επαναλαμβάνει ad nauseam η υπεράσπιση για το υποτιθέμενο μαχαίρι. Είναι ένα μαχαίρι που δεν μπορούσε να κρατάει πάνω του, το κρατάει με το λάθος χέρι, δεν το κρατάει ο Ζακ στο βίντεο (η υπεράσπιση προσπαθεί να μας πείσει ότι το βλέπει, αλλά φαίνεται ότι αν θέλεις πολύ να δεις κάτι, βλέπει η ψυχή αυτό που δεν βλέπουν τα μάτια), ο Χορταριάς έχει μια αταίριαστη για τη στιγμή έγνοια να πει ότι το μαχαίρι θα έχει τα αποτυπώματά του, αλλά δεν πειράζει, γιατί το έπιασε για να το πετάξει, και κάποιος έχει σβήσει τα αποτυπώματα από το μαχαίρι. Τέλος, ο Ζακ δεν το κρατάει ποτέ όρθιος, δεν απειλεί κανέναν και δεν επιτίθεται με αυτό. Αθροίζοντας όλα αυτά τα στοιχεία, δεν έχουμε «ληστή με μαχαίρι», αλλά προσπάθεια να φορτώσουν ένα όπλο στον Ζακ.

Αναφέρεται στη συνέχεια στην παντελή έλλειψη μεταμέλειας εκ μέρους του κατηγορούμενου κοσμηματοπώλη, στην αναφορά στο φοβερό ριφιφί που είχε γίνει στο μαγαζί του, που τον έχει σημαδέψει τόσο ώστε αναφέρεται επανειλημμένως σε αυτή ακόμα και στην απολογία του για υπόθεση που περιλαμβάνει τον θάνατο κάποιου τον οποίο χτυπούσε. «Καμία μεταμέλεια, καμία συντριβή, ο πόνος του είναι για το κατάστημα».

Όσο για τον Χορταριά, νιώθει ότι διώκεται για πολιτικούς λόγους, επειδή η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα τον στοχοποίησε. Δεν εμφανίζει καμία μεταμέλεια. Καταλήγει μιλώντας για τη σημασία που έχει η δίκη για τις επόμενες παρόμοιες υποθέσεις, για κάθε φορά που αντίστοιχης συγκρότητης άνθρωποι θα σκεφτούν ή θα δράσουν με την ίδια βαρβαρότητα: «Πρέπει να αποδώσετε εσείς δικαιοσύνη. Πρέπει να θέσετε εσείς ένα ανάχωμα στον κοινωνικό κανιβαλισμό»

Χαράλαμπος Αναγνωστόπουλος, δικηγόρος Δημόπουλου

«Για το τελικό αποτέλεσμα αποφασίζει κάθε φορά ο Θεός» είπε ο συνήγορος του κοσμηματοπώλη στην αγόρευσή του. Ας μην το κρίνουμε αποσπασματικά, το πλήρες επιχείρημα είναι ότι ο Ζακ είχε αρχίσει να παθαίνει έμφραγμα από πριν, ότι η υπεράσπιση παραγνωρίζει τη θέση του ανθρώπου του οποίου το μαγαζί βανδαλίστηκε από τον θανόντα και αγνοεί ότι αυτός δεν εμπόδισε (!) την περιποίηση του τραύματος από τον διασώστη.

Μάλιστα, επέμεινε στην περιγραφή του «ληστή με το μαχαίρι». Για τον κοσμηματοπώλη εξήγησε ότι τα κλοπιμαία δεν είχαν χαθεί, κινδύνευαν όμως να χαθούν, άρα η επίθεση ήταν παρούσα. Ο Ζακ, λέει, αντιδρούσε ακριβώς όπως ένας επίδοξος κλέφτης εν τη απουσία του ιδιοκτήτη, εξακολουθούσε να ενεργεί «προς αναζήτηση περαιτέρω λείας».

Ο Αναγνωστόπουλος ξεκίνησε την αγόρευσή του λέγοντας ότι είναι άχαρος ο ρόλος της υπεράσπισης. Είναι, πολύ.
Δεν θα μπορούσε βεβαίως να κάνει στροφή 180 μοιρών και να εγκαταλείψει αυτά που έχει υποστηρίξει ως τώρα ως υπεράσπιση, αλλά και η αναφορά στο έμφραγμα που προηγήθηκε της επίθεσης και η αναφορά σε απόπειρα του Ζακ να διεκδικήσει και άλλη λεία από το κατάστημα φάνταζαν πια εκτός τόπου και χρόνου.

Ορφέας Φίλος, συνήγορος Χορταριά

Ο Φίλος αναφέρει ότι «είναι δύσκολη η θέση μας διότι πρέπει να ισορροπούμε ανάμεσα στην αλήθεια, την τήρηση του καθήκοντος της εχεμύθειας και του κώδικα δεοντολογίας». Εξηγεί τι εννοούσε, ότι από φιλαλήθεια ο εντολέας του ανέφερε κάτι που δεν εμφανίζεται στο βίντεο, λέγοντας ότι «ήρθε σε επαφή το πόδι του» ο Ζακ και σταμάτησε να τον χτυπάει. Μπαίνει το σώμα του κοσμηματοπώλη μπροστά και δεν φαίνεται στο βίντεο, αλλά το αποδέχεται.

Στη συνέχεια αναφέρει και εκείνος ότι έχει το μέλημα να μη συνεχίσει να πλήττει τον θανόντα. Δηλαδή δεν χτύπησε ακόμη περισσότερο τον Ζακ, τον οποίον χτυπούσαν όλοι μαζί διαδοχικά μέχρι που δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Και εδώ αναφέρθηκε ότι είχε προηγηθεί κλοπή, από άνθρωπο που κατά πάσα πιθανότητα ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών. Αυτά ξέρουμε ότι δεν ισχύουν. Αλλά τι σημασία έχει που ξέρουμε ότι δεν ισχύουν; Το επιχείρημα είναι ότι δεν το γνώριζαν τότε οι κατηγορούμενοι.

Οπότε λες για κάποιον ότι είναι τοξικομανής ληστής με μαχαίρι. Αποδεικνύεται ότι δεν είχε κάνει χρήση ναρκωτικών, ότι δεν είχε αφαιρέσει τίποτα, ότι δεν έχει απειλήσει κανέναν με μαχαίρι. Εμποδίζει την υπεράσπιση αυτό από το να αναφερθεί σε αυτά; Όχι βέβαια. Μπορούν κάλλιστα να επιμένουν ότι μπορεί τώρα να ξέρουμε ότι τίποτα από αυτά δεν ισχύει, αλλά και πού να το ξέρουν τότε;! Οπότε δεν αρκεί που είναι ψέματα, δεν αρκεί που αποδείχθηκε ότι είναι ψέματα, θα πρέπει να τα ξανακούμε γιατί οι ίδιοι που προωθούσαν αυτά τα ψεύδη ως υπερασπιστικούς ισχυρισμούς δεν είχαν υπόψη τους τότε την πλήρη και απολύτως τεκμηριωμένη αναίρεση που έχουμε στη διάθεσή μας εμείς σήμερα. Δεν χρειάζεται να προσθέτουμε κάθε φορά ότι ακόμα και αν ίσχυαν όλα αυτά, πάλι η επίθεση θα ήταν βάρβαρη και άδικη, αλλά τυχαίνει να μην ισχύουν. Σε τι έχει λοιπόν να καταφύγει η υπεράσπιση;

Ο Φίλος μας ταξίδεψε σε μια παιδική του ανάμνηση, από τότε που ήταν επτά ετών, όταν ο πατέρας του, ιατρός, παρενέβη σε δυστύχημα στον δρόμο, μετά θυμήθηκε τον Πέτρο Τατσόπουλο, το έμφραγμα του σε τηλεοπτικό σταθμό, μετά είπε ότι δεν μπορείς να αγνοήσεις τη ρήση του Καζαντζάκη, «αγάπα την ευθύνη», και μας απήγγειλε το σχετικό απόσπασμα. Κάπου σε όλα αυτά καλούμασταν όλοι μαζί να εξοργιστούμε για το ότι πεθαίνει κάποιος επειδή δεν έπραξαν τα δέοντα οι διασώστες. Σαν να είχε συμβεί κάποιο τροχαίο και συζητούμε εδώ ότι δεν ανταποκρίθηκαν στα καθήκοντά τους. Ας συζητήσουμε βεβαίως χωριστά την ευθύνη των διασωστών, αλλά ο εντολέας του είναι κατηγορούμενος διότι ξυλοκόπησε τον Ζακ. Θα ήθελε να το ξεχάσουμε αυτό και να μετατρέψουμε τη συζήτηση σε ένα κατηγορώ εναντίον των ασθενοφόρων, θα συνέφερε πολύ τον πελάτη του αυτή η κίνηση, αλλά δεν θα υπηρετούσε την αλήθεια των γεγονότων.

Δεν δικάζεται ο διασώστης σε αυτή τη διαδικασία. Αυτός που δικάζεται είναι ο εντολέας του, ο Χορταριάς. Δεν αλλάζει αυτό ούτε με τον Καζαντζάκη, ούτε με τον Τατσόπουλο, ούτε με τις παιδικές αναμνήσεις, διότι ο Χορταριάς κατέφθασε εκεί για να συμμετάσχει σε αυτό το πάρτυ βίας. Πέρασε από τον Καραϊβάζ και ακούσαμε στο τέλος και μια ιστορία για την Κοζάνη, όπου στην εφορία κάποιος επιτίθεται με τσεκούρι και σκοτώνει έναν εφοριακό. Μετά μας μεταφέρει το «αδιανόητο» γεγονός στη Φιλαδέλφεια, όπου γίνεται βιασμός και οι άλλοι τραβούσαν βίντεο, κατά τη διάρκεια 45λεπτης επίθεσης. Φώναζε, «τι θα πείτε σε αυτούς τους ανθρώπους που βλέπουν ένα έγκλημα μπροστά τους;» θα κινδυνεύει μια γυναίκα να βιαστεί και δεν θα κάνουμε τίποτα; Αυτό είναι το διακύβευμα της δίκης!

Περάσαμε δηλαδή σε περιγραφές για βιαστές και ανθρώπους που επιτίθενται με τσεκούρι, τις οποίες θεώρησε σχετικές με την υπόθεση που εκδικάζεται, αρκετά ώστε να τις διαβάζει από το κινητό του σε ένα ρητορικό ξέσπασμα, για να καταλάβουμε από τι μας γλίτωσε ο Χορταριάς. Αυτό ήταν ένα κρεσέντο που ξεπερνούσε κάθε προσδοκία, ακόμη και για τον Φίλο, που μας έχει συνηθίσει σε μια ρητορική που δεν διακρίνεται για κάποιον χαλινό, νομικό, λογικό, ηθικό ή άλλο.

Όμως ο Ζακ ζητούσε βοήθεια. Η εφορία Κοζάνης, ο Καζαντζάκης, οι παιδικές αναμνήσεις, με όσο πάθος και αν εισβάλουν στην αγόρευση, είναι δύσκολο να μας καταφέρουν να αποστρέψουμε το βλέμμα από αυτό που συνέβη: σκότωσαν τον Ζακ στο ξύλο.

Παναγιώτης Πατάλας, συνήγορος Χορταριά

Μετά περάσαμε στην αγόρευση του Πατάλα. Διεξήλθε όλες τις μαρτυρίες για το μαχαίρι, παραβλέποντας ότι δεν το βλέπουμε και δεν το χρησιμοποιεί ούτε για να απειλήσει ο Ζακ, αναφέρθηκε στην άμυνα, ξεχνώντας και πάλι ότι πρέπει να υπάρχει επίθεση για να υπάρξει άμυνα, επανέφερε τα ιατρικά επιχειρήματα για την εύθραυστη υγεία και στο τέλος μίλησε για «υπεράσπιση της αμέσως κινδυνεύουσας ζωής» του Χορταριά.

Και πάλι το ρητορικό κρεσέντο επεφύλασσε μια ακόμη απροσδόκητη λογοτεχνική αναφορά, αυτή τη φορά στον Μπρεχτ, όταν είπε πως η προσφυγή στην άμυνα θα μοιάζει ολοένα και περισσότερο με «παράτολμο εγχείρημα στο οποίο θα καταφεύγουν ήρωες, αλτρουϊστές, ή ρομαντικοί υπερασπιστές αλλά και τότε όπως θα έλεγε και ο Μπρεχτ “αλίμονο στη χώρα που χρειάζεται ήρωες”».

Γιατί όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι όταν μια ντουζίνα άντρες χτυπά έναν ανυπεράσπιστο άνθρωπο που προσπαθούσε να σωθεί, αυτό είναι ακριβώς ο ορισμός του ηρωισμού, όπως και να το δεις.

Μένουν οι αγορεύσεις των συνηγόρων των αστυνομικών και φτάνουμε στο τέλος. Η γελοιοποίηση των ισχυρισμών από τους οποίους ξεκινήσαμε την τηλεοπτική σπίλωση του νεκρού Ζακ είναι κάτι μικρό αλλά σημαντικό. Πιο σημαντική είναι η απόδοση δικαιοσύνης, που περιμένουμε με πολύ μεγάλη αγωνία.