της Γεωργίας Κριεμπάρδη

«Επί νοός ειρήνη / Wish Peace in Mind» τιτλοφορείται το έργο του Θοδωρή Νικολάου -φωτογράφου, δημοσιογράφου-, που αποτελεί μια πολυπρισματική θέαση του κόσμου της ψυχικής υγείας. Μέσα από εννιά ενότητες – αναπαραστάσεις, μέρος των οποίων είναι και το προσωπικό βίωμα του φωτογράφου, ο δημιουργός μας συστήνει και μας εξοικειώνει με τον «άλλον», ο οποίος με την αντιστροφή του φωτογραφικού ειδώλου, ίσως εν τέλει να είναι ο καθένας από εμάς. Ο Θοδωρής Νικολάου τα τελευταία πέντε χρόνια επισκέπτεται συστηματικά ψυχιατρικά νοσοκομεία και τμήματα ανά την Ελλάδα, και ερευνά ένα κατακερματισμένο ψυχιατρικό σύστημα δημόσιας υγείας, καταγράφοντας τις αντιφάσεις, τα προσωπικά αδιέξοδα, τον στιγματισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό που αυτό γεννά. Δεν μένει όμως εκεί. Δεν τον ενδιαφέρει μονάχα το σκοτάδι. Το έργο του αποτελείται από πρόσωπα, αντικείμενα, ζωγραφισμένους τοίχους. Δεν είναι μονάχα φωτογραφίες. Είναι εμπειρία σ’ έναν κόσμο με όμορφα πλάσματα και ξεχωριστές ψυχές.

«Η ψυχική ασθένεια κρύβει πολλές φορές βαθιά οδύνη. Η κοινωνική επανένταξη, αυτή η βαθιά δημοκρατική και ριζοσπαστική μεταρρύθμιση στη χώρα μας έχει μείνει ανολοκλήρωτη. Σκοπός του έργου δεν είναι απλώς ο θεατής να ανακαλύψει ή να περιηγηθεί σε έναν κόσμο, αλλά να τον φωτίσει, να γίνει ένα με αυτόν. Το αίσθημα της απώλειας του εαυτού και η προσπάθεια ανασύστασης είναι από την κυρία γεγονότα της ψυχικής διαταραχής μία διαδικασία που περνά μέσα από τους ιστούς της καρδιάς και τους νευρώνες του εγκεφάλου» -στους τοίχους ανάμεσα στις φωτογραφίες της έκθεσης.

«Γιατί ξεκίνησα αυτό το πρότζεκτ; Έπρεπε να ανακαλύψω έναν κόσμο για να υπάρξω μέσα σε αυτόν. Έναν παραπάνω λόγο για να υπάρχω. Ποιος ξέρει, μπορεί να είναι και η αυτοίασή μου. Οι γιατροί μου, μου το έχουν επισημάνει… Δεν είμαι τίποτα περισσότερο από αγωγός μιας ιστορίας που προυπάρχει. Το μόνο που έχω να κάνω, είναι να την επαναδημιουργήσω, χρησιμοποιώντας όμως τα δικά μου υλικά. Μακάρι αυτό να το έκανα με σεβασμό στον άνθρωπο» θα μου πει ο Θοδωρής. Αφήνει ελεύθερο τον επισκέπτη να κρίνει και να φιλτράρει όσα βλέπει. Άλλωστε, «εγώ την ανταμοιβή μου την έχω πάρει. Με αγαπάνε και αγαπώ τους ανθρώπους στα ψυχιατρεία και στις δομές ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης».

«Ένα άνθρωπος με ψυχιατρική εμπειρία, δε βιώνει την κόλαση, ούτε βρίσκεται σε πόλεμο. Οι εκφράσεις αυτές είναι κατασκευάσματα που το μόνο που προσφέρουν είναι να ενισχύουν το στίγμα ψυχικής υγείας. Αν κάπου μαίνεται πόλεμος, αν κάπου πρέπει να δοθεί μάχη, αυτή είναι στα εδάφη της κοινωνίας, που καταδικάζει τον άνθρωπο που βιώνει τον ψυχικό πόνο σε εγκλεισμό και απομόνωση»: αυτό πιστεύει ο ίδιος κι αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο έργο του.

Φωτογραφίες ασπρόμαυρες, έγχρωμες. Φωτογραφίες εστιασμένες στα χέρια των ανθρώπων, στα πρόσωπά τους, στα σεντόνια και τις κουβέρτες που τους ζεσταίνουν. Φωτογραφίες παλιές, από φιλμ, τραβηγμένες από τους φροντιστές των δομών ψυχικής υγείας. Φωτογραφίες από τα δωμάτια των ασθενών, από εκδρομές τους, από μέρη που ταξίδεψαν, γέλασαν, αγκαλιάστηκαν, χόρεψαν, έπαιξαν, ερωτεύτηκαν. Ανάμεσα σε καρέκλες, τραπέζια, κρεβάτια, τηλεφωνικούς θαλάμους, θα τους δείτε να περπατούν και να κουβεντιάζουν. Μαζί τους πάντα τα αγαπημένα τους αντικείμενα: κόκκινα κραγιόν, πολύχρωμα βερνίκια νυχιών, εντυπωσιακά βραχιόλια και χρωματιστές χτένες μαλλιών. Θέλουν να ζήσουν κι η ιδρυματοποίηση, ο εγκλεισμός και οι μέθοδοι που εφαρμόζει η ψυχιατρική στην Ελλάδα -ακόμη και το 2022, τους πνίγουν.

«Γίνεται να υπάρξει αφήγηση -μέσα από τη φωτογραφία- του τραυματικού βιώματος, ως ένα είδος ψυχιατρικής μνήμης; Αλήθεια υπάρχει δημοκρατία στη φωτογραφία ή το βλέμμα του φωτογράφου δρα αποικιοκρατικά και ο ίδιος εξελίσσεται σε θηρευτή προς άγρα στιγμών; Τι είναι φωτογραφία; Ποιος δικαιούται να είναι φορέας της φωτογραφικής πράξης; Οι ένοικοι του οικοτροφείου ΕΠΑΨΥ στην Ερέτρια λένε πως φωτογραφική αποτύπωση του κόσμου από τον ίδιο τον ένοικο είναι ένα σύμπαν καθαρό από πρόθεση. Η Ελένη, ο Φώτης, ο Μιχάλης, η Νεκταρία, η Κατερίνα, ο Χαράλαμπος μας χαρίζουν ένα είδος φωτογραφικής αυτόματης γραφής καθώς δεν έχουν γνώση ότι γίνονται οι ίδιοι καταγραφείς του κόσμου τους» -στους τοίχους της έκθεση.

Βρέθηκα εκεί, λίγες ώρες αφότου είχαν ανοίξει οι πόρτες για το κοινό, ανάμεσα σε κορίτσια με μακριά λουλουδάτα φορέματα και πολύχρωμα κοκαλάκια στα μαλλιά, να κλαίμε μαζί και να πλησιάζουμε το πρόσωπό μας στα πρόσωπα των φωτογραφιών. Να σπάμε σε κομμάτια.  Στην έκθεση βρίσκεις ένα κομμάτι σου, πολύ ή λίγο δικό σου ή αγαπημένων σου. Κι είναι και η αυτοαναφορική ταμπέλα του Θοδωρή ανάμεσα στις φωτογραφίες που σε κάνει να νιώθεις πως δεν είσαι μόνος. «Πρώτη φορά διαγνώστηκα με κατάθλιψη το 2008. Για χρόνια έχω υπάρξει ανήμπορος να εκτελέσω οποιαδήποτε εργασία ή κοινωνική πράξη. Τα καταθλιπτικά επεισόδια συνοδεύονται πάντοτε από αποπροσωποποίηση… Είναι σα να μην έχω παρελθόν, παρόν και μέλλον. Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως έναν άλλο στον κόσμο, κάποιες φορές σαν να μην υπάρχει κι άλλες σα να μην υπάρχω εγώ σε αυτόν… Μαζί με ό,τι υπάρχει σε αυτή την αίθουσα είναι η ζωή μου, η μήτρα που γέννησε την λίγων μηνών κόρη μου, η σύντροφός μου, η μητέρα και ο πατέρας μου…».

Από την έκθεση ξεχώρισα εκείνον τον τοίχο που ήταν γεμάτος με φυλαχτά. Φυλαχτά που ο Θοδωρής θα κρατήσει σε ξεχωριστό μέρος της ψυχής του, από ανθρώπους που έζησε μαζί τους -κατά έναν τρόπο. Όμορφα πλάσματα του χάρισαν τα πιο δικά τους πράγματα, από αντικείμενα καθημερινά μέχρι τα πιο εσωτερικά τους- τα πιο δικά τους, εκείνα της προσευχής, τις εικόνες του Χριστού και τα κομποσκοίνια της ελπίδας.

Φεύγω από την έκθεση, με τη φράση του «αν κάπου πρέπει να δοθεί μάχη, αυτή είναι στα εδάφη της κοινωνίας, που καταδικάζει τον άνθρωπο που βιώνει τον ψυχικό πόνο σε εγκλεισμό και απομόνωση» να τριγυρίζει στο κεφάλι μου. Μπορούμε πραγματικά να μιλάμε για αλλαγή της κοινωνίας όταν αποτινάξουμε τα κατασκευάσματα που ενισχύουν το στίγμα, όταν καταφέρουμε την αλλαγή στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους.

«Οι ταμπέλες δεν προορίζονται για τους ανθρώπους»

Το ζήτημα του στίγματος της ψυχικής αρρώστιας ήρθε, διεθνώς, στο κέντρο της προσοχής από την δεκαετία του ’50, με την άνοδο του ενδιαφέροντος για τη λεγόμενη «κοινοτική ψυχιατρική» και με τα εγχειρήματα της αποϊδρυματοποίησης των ψυχιατρείων, εγχειρήματα τα οποία, ως επί πλείστον, δεν συνιστούσαν αποϊδρυματοποίηση (μετασχηματισμό και ξεπέρασμα), αλλά απονοσοκομειοποίηση (απλώς κλείσιμο/ κατάργηση του ψυχιατρείου), έχει γράψει ο ψυχίατρος Θεόδωρος Μεγαλοοικονόμου. Στίγμα. Κηλίδα. Ανεξίτηλο σημάδι. Λεκές. Είναι η ρημάδα η ταμπέλα. «Αυτός είναι σχιζοφρενής», «τρελός», «φρενοβλαβής», «παλαβός»… Όμως, οι ταμπέλες δεν προορίζονται για τους ανθρώπους.

Οι προσπάθειες για αποτίναξη του στίγματος είναι πολλές και μαζικές, πλέον. Το ίδιο όμως όχι κι οι προσπάθειες αλλαγής κουλτούρας στην ψυχιατρική στη χώρα. «Όλα τριγύρω αλλάζουνε, κι όλα τα ίδια μένουν»: ο στίχος του Μανώλη Ρασούλη μιλά για μια πραγματικότητα που διαχρονικά δεν αλλάζει. Αυτή η πραγματικότητα επικρατεί και στις ψυχιατρικές δομές της χώρας. Τι έχει αλλάξει από τη μαύρη περίοδο βασανιστηρίων στη Λέρο; «Επί της ουσίας, πρακτικά, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Στην Ελλάδα, το αίτημα για μεταρρύθμιση δεν υπήρξε ποτέ. Ήρθαν απ’ έξω χρηματοδοτήσεις για να αλλάξει αυτή η συνθήκη μέσω προγραμμάτων, αλλά η Ελλάδα επέμεινε σε άρνηση της απορρόφησή τους. Άλλαξε μόνο η εξωτερική εικόνα» έχει σημειώσει στο TPP ο ψυχίατρος, Θεόδωρος Μεγαλοοικονόμου, σε προηγούμενο σχετικό ρεπορτάζ. Στοιβαγμένοι ασθενείς, δωμάτια απομόνωσης, κλειδαριές, ακινητοποίηση, λογική του φαρμάκου, όχι κοινοτική δουλειά, μηχανικές καθηλώσεις, μονόδρομος το ψυχοφάρμακο: είναι η εικόνα των συνθηκών στα ψυχιατρεία.

Πληροφορίες για την έκθεση:

17/06 – 31/07 | 10:00 – 22:00
📍 Αίθριο 4ου ορόφου της ΕΒΕ, ΚΠΙΣΝ
🎟️ Ελεύθερη είσοδος