του Αλέξανδρου Καζαμία

Πάγια αρχή των διεθνών σχέσεων είναι ότι το περιεχόμενο μιας συμφωνίας ποτέ δεν ορίζεται μόνο από τα άρθρα της.  Αν αλλάξουν οι συνθήκες που την περιβάλλουν, το κείμενο της συμφωνίας – χωρίς να τροποποιηθεί – μπορεί να αποκτήσει άλλο νόημα.  Αυτή η γενική αρχή ισχύει και για την ελληνο-γαλλική αμυντική Συμφωνία της 28ης Σεπτεμβρίου, που κατατίθεται τώρα στη Βουλή.

Τα προβλήματα του Άρθρου 2 

Εκ πρώτης όψεως, η διμερής Συμφωνία περιέχει πολλά αρνητικά στοιχεία για την Ελλάδα, ιδίως σε σχέση με τα Άρθρα 2 και 18.  Το Άρθρο 2 προβλέπει ότι τα δύο μέρη δεσμεύονται να συνδράμουν στην υπεράσπιση αλλήλων αν «διαπιστώσουν από κοινού ότι μια ένοπλη επίθεση λαμβάνει χώρα εναντίον της επικράτειας ενός από τα δύο».  Το Άρθρο αυτό, που αποτελεί τη βάση της Συμφωνίας, είναι προβληματικό για τρεις λόγους:

α) Δίνει στη Γαλλία την ευχέρεια να ερμηνεύει («να διαπιστώσουν από κοινού») τι συνιστά ένοπλη επίθεση κατά της χώρας μας και τι όχι.  Έτσι, αν η Αθήνα διακηρύξει ότι έχει δεχτεί επίθεση από την Τουρκία, αλλά το Παρίσι ερμηνεύσει την επίθεση αυτή ως «πρόκληση» ή «ένταση», τότε η Συμφωνία δεν προστατεύει την Ελλάδα.  Χαρακτηριστική περίπτωση είναι οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου εντός των 10 μιλίων, που  όντως αποτελούν ένοπλες επιθέσεις εντός της ελληνικής επικράτειας.  Είναι πολύ αμφίβολο ότι η Γαλλία θα τις ερμηνεύσει ποτέ ως «ένοπλες επιθέσεις», παρόλο που είναι σαφέστατα τέτοιες.  Γι’ αυτό, η διμερής συμμαχία δυστυχώς δεν θα επιφέρει τον τερματισμό τους.

β) Η Συμφωνία επίσης δεν προασπίζει τη χώρα μας από μη ένοπλες παρεμβάσεις εντός της επικράτειας.  Για παράδειγμα, η μαζική προώθηση προσφύγων και μεταναστών στον Έβρο το Φεβρουάριο του 2020, που δε συνιστά ένοπλη επίθεση, υπήρξε έμμεση τουρκική απειλή με αποσταθεροποιητικές συνέπειες εντός της ελληνικής επικράτειας.  Η ελληνογαλλική συμφωνία δεν περιέχει καμία ρήτρα αλληλεγγύης για τέτοιες περιπτώσεις.  Εξαιτίας όμως της προβληματικής Συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας του 2016 για το Προσφυγικό, η Ελλάδα παραμένει ευάλωττη στην επανάληψη παρόμοιων τουρκικών εκβιασμών, ιδίως στα νησιά.

γ) Στο βαθμό που η διμερής Συμφωνία αφορά μόνο «ένοπλες επιθέσεις» εντός «της επικράτειας», είναι επιπλέον σαφές ότι δεν προστατεύει την Ελλάδα από τις τουρκικές αμφισβητήσεις της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ πέρα από τα 6 μίλια.  Ως γνωστόν, όλες σχεδόν οι τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν έξω από τα 6 μίλια.  Συνεπώς, η αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία δεν προσφέρει καμία θωράκιση απέναντι στις αμφισβητήσεις αυτές, οι οποίες δυστυχώς θα συνεχιστούν.

Οι αστοχίες του Άρθρου 18 

Παράλληλα, το Άρθρο 18, που προτείνει συνεργασίες για τη «διευκόλυνση της επιχειρησιακής χρήσης εγκαταστάσεων θαλασσίων λιμένων και αερολιμένων» και συμμετοχή της Ελλάδας στις «υπό γαλλική διοίκηση επιχειρήσεις στο Σαχέλ», είναι απαράδεκτο.  Σκοπός του είναι να προλειάνει το έδαφος για τη μελλοντική παραχώρηση γαλλικών στρατιωτικών βάσεων στην Ελλάδα και να εμπλέξει τη χώρα μας στις γαλλικές επιχειρήσεις στην Αφρική.  Αρκεί να θυμηθούμε ότι το 1953, η εγκατάσταση των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα ανακοινώθηκε με ανατριχιαστικά παρόμοια γλώσσα, ως «Διμερή[ς] Συμφωνία, παρέχουσα εις τας Ην. Πολιτείας το δικαίωμα όπως βελτιώσωσι και χρησιμοποιήσωσιν από κοινού μετά της ελληνικής κυβερνήσεως ορισμένα αεροδρόμια και ναυτικάς εγκαταστάσεις».  Όι δε επιχειρήσεις της Γαλλίας στο Σαχέλ, που περιλαμβάνει το Μάλι, τη Μαυριτανία, το Νίγηρα, το Μπουρκίνα Φάσο, και το Τσαντ, αφορούν αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις στις πρώην αποικίες της στη «Γαλλοαφρική».

Το γεγονός ότι ο κ. Μητσοτάκης άφησε τέτοιες νεοαποικιακές αναφορές στο κείμενο της Συμφωνίας αποτελεί ένδειξη της υποτέλειας με την οποία προσήλθε στις διαπραγματεύσεις.  Εξάλλου, το τεράστιο οικονομικό τίμημα σε αγορές γαλλικών μαχητικών και σκαφών, που πλησιάζει τα 10 δις ευρώ, δείχνει εύγλωττα ποιος ωφελείται από αυτή τη διμερή συμμαχία.  Παράλληλα όμως, το Άρθρο 18 δεν είναι δεσμευτικό, αφού προτείνει τη χρήση εγκαταστάσεων και τη συμμετοχή στο Σαχέλ ως πιθανές «μορφές» που μπορεί να λάβει η συμμαχία.  Όμως στο πλαίσιο μιας λαϊκιστικής ρητορικής, η αξιωματική αντιπολίτευση δεν αποσαφηνίζει ότι το Άρθρο 18 δεν είναι δεσμευτικό, αφήνοντας για μικροκομματικούς λόγους να νοηθεί ότι υποχρεώνει την Ελλάδα να στείλει δυνάμεις στο Σαχέλ.

Το κύριο πλεονέκτημα της Συμφωνίας: η αποτροπή του casus belli

Παρά τις σοβαρές αυτές αδυναμίες, η ελληνογαλλική Συμφωνία παρέχει ένα δυνητικά σημαντικό πλεονέκτημα που ως τώρα δεν έχει επισημανθεί.  Πρόκειται για την αξιόλογη αποτρεπτική δύναμη που μπορεί να δώσει στην Ελλάδα απέναντι στο τουρκικό casus belliΩς γνωστόν, από το 1974, και κατόπιν με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης το 1995, η Τουρκία θεωρεί την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο πέραν των 6 μιλίων ως αιτία πολέμου (casus belli).  Εντός του σημερινού πλαισίου, η ελληνογαλλική συμφωνία δεν περιέχει τίποτα που να εξαναγκάζει την Τουρκία να αποσύρει αυτήν την απειλή.  Όμως, αν μια μελλοντική ελληνική κυβέρνηση εξαγγείλει την επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 10 ή 12 μίλια, τότε η ελληνογαλλική συμφωνία, πρώτον, θωρακίζει τα νέα χωρικά μας ύδατα, και δεύτερον, προστατεύει σχεδόν όλη την ελληνική υφαλοκριπίδα και ΑΟΖ.

Πώς θα συμβεί αυτό;  Όπως είδαμε, το Άρθρο 2 προβλέπει τη συνδρομή της Γαλλίας σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης ενάντια στην ελληνική «επικράτεια».  Τα χωρικά ύδατα είναι ανοπόσπαστο μέρος της επικράτειας κάθε κράτους.  Επομένως, σε περίπτωση επέκτασής τους στα 12 μίλια, αποτελούν γεωγραφικό χώρο που αυτόματα καλύπτεται από τη Συμφωνία.  Επιπλέον, σε περίπτωση σύρραξης που πηγάζει από το τουρκικό casus belli, είναι αδιανόητο η Γαλλία να υιοθετήσει ερμηνεία που να μην την αναγνωρίζει ως «ένοπλη επίθεση» κατά της Ελλάδας.  Τέλος, η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, λόγω των πολλών νησιών μας, υπολογίζεται ότι θα καλύψει το 72% της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο.  Συνεπώς, το τμήμα της υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ που θα παραμένει εκτός χωρικών υδάτων στο Αιγαίο (και δεν καλύπτεται από την αμυντική Συμφωνία) θα είναι μικρό.  Έτσι λοιπόν, αν αλλάξουν τα δεδομένα που περιβάλλουν την ελληνογαλλική συμφωνία – δηλ. επεκταθούν τα χωρικά μας ύδατα – η προστασία που αυτή θα παρέχει στην Ελλάδα θα είναι σημαντική.

Ασφαλώς, και τότε ακόμα, θα υπάρχουν αγκάθια.  Κανείς ποτέ δεν θα γνωρίζει αν την ώρα ένοπλης επίθεσης η Γαλλία θα τηρήσει τα συμφωνηθέντα και θα στείλει στρατό ή θα αθετήσει τις συμφωνίες αφήνοντας την Ελλάδα στην τύχη της.  Αυτό το ερώτημα, ωστόσο, ισχύει για όλες τις συμμαχίες στο διάβα της Ιστορίας.  Όμως τις ίδιες αβεβαιότητες για την αντίδραση της Γαλλίας θα τις έχει και η Τουρκία.  Δηλαδή, αν επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στο Αιγαίο, είναι πολύ απίθανο ένας μελλοντικός Τούρκος πρόεδρος να θέλει να δοκιμάσει τις προθέσεις της Γαλλίας κηρύσσοντας πόλεμο κατά της Ελλάδας.  Ταυτόχρονα όμως, η ελληνογαλλική Συμφωνία αφήνει έκθετη την Κύπρο, όπου η Τουρκία θα στρέφει στο εξής όλο και περισσότερο τις προκλήσεις της.  Επομένως, παρά τα δυνητικά οφέλη σε περίπτωση επέκτασης των χωρικών μας υδάτων, η ελληνογαλλική συμφωνία ούτε και τότε δεν θα αποτελεί πανάκεια.

 

Συμπέρασμα

Η σύναψη διμερούς συμμαχίας με τη Γαλλία ανοίγει για την Αθήνα δύο επιλογές.  Η πρώτη είναι να παραμείνει στο δρόμο της υποτέλειας, οπότε ενδέχεται να δούμε τη Γαλλία να αποκτά στρατιωτικές βάσεις στην Ελλάδα, τους στρατιώτες μας να σκοτώνονται στην Αφρική, την κούρσα εξοπλισμών στο Αιγαίο να εντείνεται και το διπλό καθεστώς των χωρικών υδάτων σε Ιόνιο και Αιγαίο να παγιώνεται.  Η δεύτερη επιλογή είναι να πάρει η Ελλάδα το δρόμο μιας ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής, που να μην παραχωρεί νέες βάσεις, να μην στέλνει στρατιώτες στο Μάλι και να επεκτείνει τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο.  Αν κρίνει κανείς από τις δηλώσεις κυβερνητικών και παρακυβερνητικών ειδικών, η υποτελής εφαρμογή της συμφωνίας πρέπει να θεωρείται η πιθανότερη.  Το ίδιο, δυστυχώς, πρέπει να συμπεράνουμε και στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, αφού η καταψήφιση της συμφωνίας από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δείχνει πως ακολουθεί πολιτική 6 μιλίων και αδιαφορεί για τα οφέλη της σε περίπτωση επέκτασης των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο.

Συμπερασματικά, η ελληνογαλλική Συμφωνία θέτει το δίλημμα: ή θα συνεχίσουμε την πολιτική των 6 μιλίων, οπότε θα εφαρμόζουμε μια διμερή αμυντική συνεργασία που μας βάζει σε κούρσες εξοπλισμών και βαθύτερη υποτέλεια· ή θα υιοθετήσουμε μια ανεξάρτητη πολιτική επέκτασης των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο, προσδίδοντας έτσι εμείς στη Συμφωνία το θετικό περιεχόμενο που της λείπει.

 

Ο Αλέξανδρος Καζαμίας είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο πανεπιστήμιο του Κόβεντρυ. Ήταν επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας στην Πλεύση Ελευθερίας.