του Θάνου Καμήλαλη

«Η Ελληνική Κυβέρνηση κατέθεσε αυτό το κείμενο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο οποίο απαντά σημείο-σημείο στις ανακρίβειες του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Πάρτε το να το διαβάσετε και να το μελετήσετε» ανέφερε κατά την πρόσφατη ομιλία του στη Βουλή ο Πρωθυπουργός. Από τη μελέτη του κειμένου της απάντησης, που παρουσιάζει το TPP, βγαίνει το αντίθετο συμπέρασμα. Η κυβέρνηση όντως απαντάει σημείο προς σημείο στην κριτική, ωστόσο οι απαντήσεις περιέχουν μισές «αλήθειες», αποκρύπτοντας ουσιώδη στοιχεία πίσω από αυτές, σημαντικές ελλείψεις και μερικά ωμά ψέματα. Σε κανένα σημείο του κειμένου δεν καταγράφεται κάποιου είδους βούληση της κυβέρνησης για βελτιωτικές κινήσεις. Πολλές από αυτές τις απαντήσεις έχουν ήδη ειπωθεί στον δημόσιο διάλογο, ωστόσο στο συγκεκριμένο κείμενο καταγράφονται και θεσμικά, προς ένα ευρωπαϊκό πολιτικό όργανο.

Η απάντηση της κυβέρνησης στο ψήφισμα, διαθέσιμη σε ελληνικά και αγγλικά, ξεκινάει με επιστολή του Υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη, ο οποίος παρουσιάζει συνοπτικά τα, κατά τον ίδιο, «σημαντικά επιτεύγματα» της χώρας σε ζητήματα Κράτους Δικαίου, ενώ κατηγορεί την πλειοψηφία του Ευρωκοινοβουλίου για «ατεκμηρίωτες πολιτικές εκτιμήσεις και διατυπώσεις» που «δυστυχώς παρατηρούνται στο εν λόγω ψήφισμα». Το άρθρο του Υπουργού κλείνει με μια «διακριτική» επίθεση προς την πλειοψηφία του Ευρωκοινοβουλίου, αποκαλώντας την εμμέσως «ελλιπώς ενημερωμένη», καθώς «η Κυβέρνηση προτρέπει να υπάρξει πληρέστερη ενημέρωση από τα λοιπά αρμόδια όργανα της ΕΕ».

«Κάναμε εξεταστική» η απάντηση για τα Τέμπη

To έγκλημα στα Τέμπη και οι πιθανές ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων αναφέρεται σε δύο σημεία του ψηφίσματος του Ευρωκοινοβουλίου. Και για τα δύο, η απάντηση της κυβέρνησης είναι λιτή και ελλιπής: «Η υπόθεση έχει διερευνηθεί από αρμόδια Εξεταστική».

Πιο συγκεκριμένα στο ψήφισμα αναφέρεται η έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας «σχετικά με την κατάχρηση 700 εκατ. ευρώ για ένα σύστημα ασφαλείας των σιδηροδρόμων». Έρευνα που «οδήγησε σε 23 συλλήψεις σε σχέση με το σκάνδαλο, με εξαίρεση τους πρώην Υπουργούς της κυβέρνησης, οι οποίοι προστατεύονται από τη δίωξη με απόφαση της Βουλής των Ελλήνων, για την οποία έγινε επίκληση του ελληνικού Συντάγματος». Το σύστημα ασφαλείας είναι η διαβόητη σύμβαση 717.

Η κυβέρνηση, αφού αναφέρεται στις διώξεις που ασκήθηκαν, απαντά ότι «η Εξεταστική Επιτροπή του Κοινοβουλίου έχει επιληφθεί της υπόθεσης. Συγκεκριμένα ακολουθήθηκε η κοινοβουλευτική διαδικασία, το πόρισμα της Επιτροπής διαβιβάστηκε στην ολομέλεια της Βουλής και πραγματοποιήθηκε συζήτηση». Παραλείπεται το γεγονός ότι οι κυβερνητικοί βουλευτές είχαν την απόλυτη πλειοψηφία της Εξεταστικής.

Λίγο πιο κάτω, στα συμπεράσματα – συστάσεις προς την Ελλάδα, το ψήφισμα ασκεί κριτική στη μεροληψία της Εξεταστικής, ενώ καταγγέλλει την απροθυμία να καλέσει βασικούς μάρτυρες.  «Θεωρεί κρίσιμη την ταχεία και ολοκληρωμένη διεξαγωγή της δικαστικής έρευνας σχετικά με τη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει όλους τους εμπλεκομένους, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων κυβερνητικών αξιωματούχων· δεν είναι ικανοποιημένο με τον έλεγχο που διενεργεί η αρμόδια επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων, καθώς φαίνεται να στερείται πολιτικής αμεροληψίας και να είναι απρόθυμη να καλέσει σε κατάθεση βασικούς εμπειρογνώμονες· εκφράζει τη βαθιά του ανησυχία για την άρνηση της Βουλής των Ελλήνων να διεξαγάγει έρευνα, όπως ζητήθηκε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, σχετικά με δύο πρώην υπουργούς Μεταφορών».

Σε αυτό το σημείο, η κυβέρνηση επιλέγει να απαντήσει μόνο στο κομμάτι της ταχύτητας της δικαστικής έρευνας, χωρίς καμία αναφορά στις καταγγελίες για πολιτική προστασία και μεροληψία της Εξεταστικής Επιτροπής. «Η υπόθεση έχει διερευνηθεί από αρμόδια Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής», επαναλαμβάνει η κυβέρνηση, χωρίς να απαντά στην κατηγορία για αποκλεισμό βασικών μαρτύρων και χωρίς φυσικά να αναφερθεί στην απόρριψη του αιτήματος της αντιπολίτευσης για σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής για τον πρώην Υπουργό, Κώστα Καραμανλή.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι στην αναφορά του Ευρωκοινοβουλίου ότι η κυβέρνηση και η ΕΛ.ΑΣ αρνήθηκαν να συναντηθούν με αντιπροσωπεία της Επιτροπής LIBE, για τις Πολιτικές Ελευθερίες, τον Μάρτιο του 2023, η κυβέρνηση απαντά πως «πρόκειται για αιτιάσεις με πολιτικά κίνητρα». Επαναλαμβάνει όσα είχε υποστηρίξει ο τότε Υπουργός Επικρατείας, Γιώργος Γεραπετρίτης, σε επιστολή του, κάνοντας λόγο για «προεκλογική περίοδο» και ότι «η χώρα ήταν σε πένθος λόγω των Τεμπών». Ωστόσο, η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε μετά το τριήμερο εθνικό πένθος που είχε κηρύξει η κυβέρνηση, ενώ οι εκλογές δεν είχαν ακόμα ανακοινωθεί. Στο ψήφισμα αναφέρεται ότι «ο Έλληνας πρωθυπουργός συναντήθηκε την επόμενη ημέρα με τοπική γερμανική αντιπροσωπεία του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος».

«Νόμιμες» και «χωρίς εργαλειοποίηση της εθνικής ασφάλειας» οι παρακολουθήσεις της ΕΥΠ

Ιδιαίτερα έντονη είναι η απάντηση της κυβέρνησης στο σημείο του ψηφίσματος που κάνει λόγο για «παράνομες παρακολουθήσεις της ΕΥΠ». Η Κυβέρνηση «απορρίπτει ως απαράδεκτη και ανυπόστατη την επίκληση “παράνομη παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων από την ΕΥΠ”, καθώς ουδέποτε διενεργήθηκαν παρακολουθήσεις τηλεφωνικών συνδιαλέξεων χωρίς την άδεια εισαγγελικής αρχής».Υπενθυμίζεται ότι η ΕΥΠ παρακολουθούσε πολιτικούς, όπως ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης και ο ευρωβουλευτής, Γιώργος Κύρτσος, Υπουργούς της κυβέρνησης, όπως ο Κωστής Χατζηδάκης, ανώτατους στρατιωτικούς, όπως ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Κωνσταντίνος Φλώρος και δημοσιογράφους, όπως ο Σταύρος Μαλιχούδης, ο Θανάσης Κουκάκης και ο Τάσος Τέλλογλου. Η κυβέρνηση κρύβεται πίσω από το ότι η τότε εισαγγελέας της ΕΥΠ, Β.Βλάχου, είχε εγκρίνει αυτές τις παρακολουθήσεις. Είναι μερικές μόνο από τις πολλές χιλιάδες παρακολουθήσεις που υπογράφονταν κάθε χρόνο, δεκάδες κάθε μέρα, από μόνο μία εισαγγελέα. Η πειθαρχική δίωξη της Β.Βλάχου, που ήταν υπό παρακολούθηση από το Predator σύμφωνα με έρευνα της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που επιβεβαίωσε αποκαλύψεις του Documento, αρχειοθετήθηκε πριν δύο μήνες.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σε δήλωσή του όταν αποκαλύφθηκε η παρακολούθησε Ανδρουλάκη, είχε υποστηρίξει πως «μπορεί να ήταν σύμφωνη με το γράμμα του νόμου, ήταν όμως λάθος. Δεν το γνώριζα και, προφανώς, δεν θα το επέτρεπα ποτέ». Η κυβέρνηση όμως, στην απάντησή της στο ψήφισμα, δεν παραδέχεται κάποιο λάθος, καθώς, αφενός υπερασπίζεται τη νομιμότητα των παρακολουθήσεων της ΕΥΠ, αφετέρου απορρίπτει τον ισχυρισμό του Ευρωκοινοβουλίου ότι έγινε εργαλειοποίηση του όρου «εθνική ασφάλεια» για να δικαιολογηθούν οι παρακολουθήσεις. Πλήθος συνταγματολόγων έχουν τονίσει, μεταξύ άλλων, πως το γεγονός ότι εισαγγελέας ενέκρινε τις παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων δεν σημαίνει ότι αυτές οι παρακολουθήσεις είναι νόμιμες, λόγω της αυξημένης προστασίας που απολαμβάνουν οι βουλευτές βάσει Συντάγματος.

Συγκεκριμένα, στο σημείο όπου το Ευρωκοινοβούλιο «καταδικάζει την παράνομη εργαλειοποίηση του όρου “απειλή για την εθνική ασφάλεια” ως δικαιολογία για τις απαράδεκτες υποκλοπές και την παρακολούθηση πολιτικών αντιπάλων, περιλαμβανομένων του νυν βουλευτού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Γεωργίου Κύρτσου, και του πρώην βουλευτού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Νίκου Ανδρουλάκη», η κυβέρνηση απαντάει ότι «ο όρος “εθνική ασφάλεια δεν έχει εργαλειοποιηθεί», προσθέτοντας ότι «δεν πρέπει να υπάρχει σύγχυση μεταξύ νόμιμης παρακολούθησης και χρήσης παρανομου λογισμικού». Δεν υπάρχει καμία τέτοια «σύγχυση» αντιθέτως υπάρχει η «σύμπτωση» της παράλληλης παρακολούθησης προσώπων από ΕΥΠ και Predator.

Η κυβέρνηση απορρίπτει και την σύσταση του Ευρωκοινοβουλίου «να ακυρωθεί η νομοθετική τροποποίηση του 2019 που έθεσε την ΕΥΠ υπό τον άμεσο έλεγχο του πρωθυπουργού», επικαλούμενη «παραδείγματα δυτικών χωρών» όπου συμβαίνει το ίδιο, όπως Γερμανία, Ιταλία και ΗΠΑ. Δεν σχολιάζει τις «σοβαρές ανησυχίες του Ευρωκοινοβουλίου» για την «επιρροή του Πρωθυπουργού στην ΕΥΠ»

Ίσως το μόνο που παραδέχεται η κυβέρνηση είναι ότι πράγματι, κατήργησε την αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ να ενημερώνει έναν πολίτη για αρχή απορρήτου που έχει πραγματοποιηθεί στο παρελθόν. Σημειώνει ωστόσο ότι η αρμοδιότητα αυτή ανατέθηκε σε ένα τριμελές όργανο, με «δύο εισαγγελικούς λειτουργούς και τον Πρόεδρο της ΑΔΑΕ». Παραλείπει όμως να αναφέρει ότι πέρα από τον περιορισμό της Ανεξάρτητης Αρχής, που έχει επικρίνει επανειλημμένα και ο Πρόεδρός της, Χρήστος Ράμμος, προβλέφθηκε ότι η ενημέρωση του θιγόμενου μπορεί να γίνει μόνο μετά από τουλάχιστον 3 χρόνια από το τέλος της παρακολούθησης και χωρίς να του γνωστοποιηθεί ο λόγος. Κριτική σε αυτές τις προβλέψεις είχε ασκήσει και η επιστημονική υπηρεσία της Βουλής.

Παράλληλα, η κυβέρνηση απορρίπτει κάθε κατηγορία περί παρεμβάσεων και επιθέσεων στην ΑΔΑΕ, κατά τη διάρκεια της προσπάθειας της Ανεξάρτητης Αρχής να ελέγξει την ΕΥΠ και να επιτελέσει τον συνταγματικό της ρόλο. Υποστηρίζει ότι η αντικατάσταση μελών της ΑΔΑΕ έγινε με απόλυτα νόμιμο και θεσμικό τρόπο και αφού είχε λήξει η θητεία τους. Στην πραγματικότητα, έγινε με μία μικρή στρογγυλοποίηση προς τα κάτω της πλειοψηφία των τριών πέμπτων που απαιτείτο. Ενώ, όσον αφορά τις επιθέσεις που δέχθηκε από Υπουργούς και κυβερνητικούς βουλευτές ο Πρόεδρος της ΑΔΑΕ, Χρήστος Ράμμος, επιθέσεις που κατήγγειλε και ο ίδιος, απαντάει λιτά πως «συνεχίζει να είναι Πρόεδρος της Αρχής και να ασκεί κανονικά τα καθήκοντά του και να συμμετέχει σε συνεδριάσεις στο Ευρωκοινοβούλιο.

Το ίδιο λιτή είναι η απάντηση και για τις επιθέσεις και τις προσπάθειες εκφοβισμού της πρώην εισαγγελέα Διαφθοράς, Ελένης Τουλουπάκη, που απομακρύνθηκε από τη θέση της μετά από συνένωση εισαγγελιών. «Η κ.Τουλουπάκη κρίθηκε αθώα. Όταν εκδόθηκε η απόφαση, ο συνήγορός της αναγνώρισε την ανεξαρτησία της ελληνικής Δικαιοσύνης» αναφέρεται. Δεν σχολιάζεται η παρέμβαση του τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ισίδωρου Ντογιάκου, για να σταματήσει έρευνα κλιμακίου της ΑΔΑΕ.

«Αναξιόπιστοι» οι Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα, υπάρχουν αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ, «κάναμε εξεταστική» για Λίστα Πέτσα

Στα θέματα Ελευθερίας των ΜΜΕ και κρατικών χρηματοδοτήσεων, η κυβέρνηση επαναλαμβάνει επιχειρήματα που έχει καταθέσει επανειλημμένα στον ελληνικό δημόσιο διάλογο. Στην αναφορά του Ευρωκοινοβουλίου στη θέση 107 της Ελλάδας στην ετήσια λίστα των «Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα», απαντάει ότι «πρόκειται για μία αναξιόπιστη κατάταξη, που τοποθετεί την Ελλάδα, μία ώριμη και ακμάζουσα ευρωπαϊκή δημοκρατία, κάτω από δικτατορικά καθεστώτα» και όπως υποστηρίζει, «βασίζεται σε πολιτικά υποκινούμενες αναφορές, αρκετές από τις οποίες έγιναν στην ιδιαίτερα πολωμένη εκλογική χρονιά του 2023» Χαρακτηρίζει επίσης «ακραία» την κατάταξη, και υποστηρίζει πως «ανακυκλώνεται από τη μία αναφορά στην επόμενη». Σημειώνεται ότι οι Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα συνεργάζονται με το Ευρωκοινοβούλιο, ενώ η μεγάλη πτώση της Ελλάδας στην κατάταξη καταγράφηκε το 2022, όταν βρεθήκαμε στην 108η θέση.

Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση, όπως έχει κάνει και στη Βουλή, επικαλείται την κατάταξη του περιοδικού Economist που καταγράφει βελτίωση της χώρας σε θέματα Κράτους Δικαίου και Ελευθερίας των ΜΜΕ, ενώ αναβαθμίζει τη χώρα από την κατηγορία της «ατελούς» σε «πλήρη δημοκρατία». Ωστόσο, τα κριτήρια του Economist είναι αρκετά διαφορετικά, καθώς, πέρα από διάφορες επισημάνσεις που συμπίπτουν με αυτές του Ευρωκοινοβουλίου, συμπεριλαμβάνει τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις, τις μαζικές διαμαρτυρίες για τα Τέμπη, τη μαζική συμμετοχή στις εκλογές του ΣΥΡΙΖΑ, τις διευκόλυνσης για την ψήφο των αποδήμων.

Η κυβέρνηση απαντά επίσης ότι «υπάρχει σημαντικός αριθμός αντιπολιτευόμενων ΜΜΕ στην Ελλάδα» αναφέροντας αναλυτικά το πλήθος των ΜΜΕ στη χώρα, αλλά και την αύξηση του αριθμού των εργαζομένων σε αυτά. Σημειώνει πως ο κυβερνητικός εκπρόσωπος πραγματοποιεί ενημερώσεις 2 φορές την εβδομάδα»

Σχετικά με την αναφορά του Ευρωκοινοβουλίου στη συγκέντρωση των ΜΜΕ σε έναν «μικρό αριθμό ολιγαρχών», που πλήττει τον πλουραλισμό, η κυβέρνηση απαντάει πως οι άδειες δόθηκαν με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και ότι «μια σειρά από μέτρα για τη στήριξη των ΜΜΕ έχουν παρθεί για την υποστήριξη όλων των ΜΜΕ, χωρίς διακρίσεις. Βεβαίως, υπάρχει και σειρά ενισχύσεων που αφορά αποκλειστικά τα κανάλια εθνικής εμβέλειας, όπως η αναστολή της δόσης για τις άδειες, την περίοδο της πανδημίας, αλλά και η ενίσχυση λόγω ζημιών «από τον πόλεμο στην Ουκρανία», που αποφασίστηκε προεκλογικά και δόθηκε τον Οκτώβριο του 2023.

Σχετικά με τη Λίστα Πέτσα, η κυβέρνηση υπερασπίζεται απόλυτα, για ακόμα μία φορά, την καμπάνια, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι υπήρξε απόλυτη διαφάνεια. Επικαλείται το γεγονός ότι (μετά από πίεση της αντιπολίτευσης) δόθηκαν στη δημοσιότητα τα συγκεκριμένα ποσά που έλαβε κάθε Μέσο Ενημέρωσης, ωστόσο υποστηρίζει αυθαίρετα ότι τα κριτήρια της χρηματοδότησης ήταν αντικειμενικά. Τα κριτήρια χρηματοδότησης παραμένουν ακόμα μυστικά, με το Vouliwatch να κάνει έναν πολύχρονο δικαστικό αγώνα για να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτά, φτάνοντας πλέον μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η κυβέρνηση επικαλείται και εδώ, το πόρισμα της σχετικής Εξεταστικής Επιτροπής, στην οποία, και εκεί, η Νέα Δημοκρατία είχε την πλειοψηφία και δεν κλήθηκαν βασικοί μάρτυρες, όπως ο τότε αρμόδιος Υπουργός, Στέλιος Πέτσας.

Ενώ, ως προς τις αγωγές του πρώην Γενικού Γραμματέα της κυβέρνησης και ανιψιού του Πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη, κατά της «Εφημερίδας των Συντακτών», του «Reporters United» και άλλων δημοσιογράφων που αποκάλυψαν σημαντικές πτυχές του σκανδάλου των υποκλοπών, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι «δεν πρόκειται για πολιτικό πρόσωπο» καθώς «έχει παραιτηθεί από τη θέση του». Χαρακτηρίζει τις υποθέσεις ως «αστική διαμάχη μεταξύ ιδιωτών» παραβλέποντας αυτό που αναφέρει το Ευρωκοινοβούλιο, το γεγονός δηλαδή ότι αυτές οι αποκαλύψεις εξώθησαν σε παραίτηση τον Γρ. Δημητριάδη, ο οποίος, σύμφωνα με προηγούμενη δήλωση του Πρωθυπουργού, ανέλαβε την «αντικειμενική πολιτική ευθύνη». «Κάθε παρέμβαση, υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, θα είναι παρέμβαση στη Δικαιοσύνη» υποστηρίζει επίσης, ενώ σχετικά με το αν πρόκειται για αγωγή SLAPP, αναφέρει απλώς ότι «θα το κρίνει το δικαστήριο».

«Όλα καλά» στην πάταξη της διαφθοράς, στις τιμωρίες αστυνομικών, στη διαφάνεια και το Προσφυγικό

Στα σημεία του ψηφίσματος όπου καταγγέλλεται «διαφθορά που διαβρώνει τις δημόσιες υπηρεσίες» και η αστυνομική αυθαιρεσία, η κυβέρνηση απαντά παραθέτοντας με αριθμούς είτε των συλλήψεων, είτε τον Ενόρκων Διοικητικών Εξετάσεων που πραγματοποιήθηκαν. «Το 2023 η διαδικασία του αυτοφώρου εφαρμόστηκε σε 35 υποθέσεις διαφθοράς, με συνολικά 141 αστυνομικούς να συλλαμβάνονται. 13 από αυτές τις υποθέσεις αφορούσαν εγκληματικές οργανώσεις. Παραθέτει επίσης ρυθμίσεις που, σύμφωνα με την ίδια, ενισχύουν τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση, όπως ο Ν.4795/2021 για το «Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου του Δημόσιου Τομέα« αι τους «Συμβούλους Ακεραιότητας στη δημόσια διοίκηση». Ωστόσο το Ευρωκοινοβούλιο έχει σημειώσει επίσης πως «οι αρχές δεν έχουν ακόμη δημιουργήσει ένα σταθερό ιστορικό επιδόσεων όσον αφορά τη διερεύνηση και τη δίωξη υποθέσεων διαφθοράς υψηλού επιπέδου που οδηγούν σε τελεσίδικες καταδικαστικές αποφάσεις με αποτρεπτικό αποτέλεσμα· καλεί την κυβέρνηση και τις αρχές να αντιμετωπίσουν κατά προτεραιότητα τα ζητήματα αυτά».

Η κυβέρνηση επικαλείται επίσης το «Εθνικό Σχέδιο για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς», και τη βελτίωση της θέσης της χώρας «σύμφωνα με σχετικό δείκτη της Παγκόσμιας Τράπεζας για τα επίπεδα διαφθοράς, την περίοδο 2017-2022». Ωστόσο, σύμφωνα με τη «Διεθνή Διαφάνεια», πολλά προβλήματα εντοπίστηκαν το 2023 και η χώρα «αντιμετωπίζει κρίση του κράτους δικαίου που αντιστρέφει τη θετική πορεία της χώρας κατά την τελευταία δεκαετία». Για την Εθνική Αρχή Διαφάνειας, η Έκθεση που αναφέρει και το Ευρωκοινοβούλιο, σημειώνει πως «η Ελλάδα έκανε μια πολλά υποσχόμενη κίνηση ιδρύοντας την Εθνική Αρχή Διαφάνειας το 2019, όμως τα μέλη της διοίκησής της επιλέγονται από την κυβέρνηση. Η θέση του Διοικητή είναι κενή για περισσότερο από ενάμιση χρόνο, ενώ μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης παραιτήθηκαν πρόσφατα εν μέσω καταγγελιών για σκάνδαλο».

Ως προς τις διαδικασίες καλής νομοθέτησης, το Ευρωκοινοβούλιο καλεί την Ελλάδα «να βελτιώσει τη νομοθετική διαδικασία εισάγοντας πραγματικές και ουσιαστικές διαβουλεύσεις και να καταργήσει την αμφιλεγόμενη πρακτική των πολυνομοσχεδίων». Η κυβέρνηση πατάει πάνω στο τι συνέβαινε σε προηγούμενες περιόδους στη Βουλή, εν μέσω των τριών μνημονίων και απαντάει ότι έχουν μειωθεί σημαντικά οι τροπολογίες της τελευταίας στιγμής σε σχέση με την τετραετία 2015-2019., ενώ τα τελευταία δύο χρόνια δεν εισάγονται νομοσχέδια με τη διαδικασία του κατεπείγοντος ή του επείγοντος. Αποφεύγει όμως να απαντήσει για τα πολυνομοσχέδια, μια επανειλημμένη πρακτική, αλλά και την διαβούλευση, που συχνά έχει ασφυκτικές προθεσμίες και καταγγέλλεται από τους αρμόδιους φορείς ως προσχηματική.

Σχετικά με την αστυνομική αυθαιρεσία και ατιμωρησία, η κυβέρνηση απαντάει ότι «αναφορικά με την εξέλιξη των Πειθαρχικών υποθέσεων, κατά την περίοδο 2019-2023 διενεργήθηκαν συνολικά 1.580 Ένορκες Διοικητικές Εξετάσεις. Η πειθαρχική ποινή της διαθεσιμότητας επιβλήθηκε σε 211 περιπτώσεις, ενώ η ποινή της απόταξης σε 52 περιπτώσεις». Επικαλείται, όπως κάνει συχνά ο εκάστοτε Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, τον Εθνικό Μηχανισμού Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας του Συνηγόρου του Πολίτη. Ωστόσο, ο Συνήγορος του Πολίτη στις εκθέσεις του έχει επικρίνει κατ’επανάληψη τη μη συνεργασία της ΕΛ.ΑΣ, καταγγέλλοντας, μεταξύ άλλων, «πειθαρχικές πορισματικές εκθέσεις, στις οποίες η πρόταση αρχειοθέτησης προβάλλεται ως μόνιμη, σχεδόν, επωδός για τη συντριπτική πλειοψηφία των διεξαχθέντων πειθαρχικών ελέγχων».

Για το ναυάγιο της Πύλου, η κυβέρνηση απαντάει ότι «υπάρχει μία ανεξάρτητη δικαστική έρευνα». Έρευνα όμως, που έχει ήδη επικριθεί από οργανώσεις όπως η Διεθνής Αμνηστία και το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που αναφέρουν ότι έχει σημειωθεί «ελάχιστη ουσιαστική πρόοδος» στην εξέταση των ισχυρισμών ορισμένων επιζώντων ότι η υπήρξε καθυστέρηση στην επιχείρηση διάσωσης και ότι έγιναν λανθασμένοι χειρισμοί. Παράλληλα, ο Συνήγορος του Πολίτη έχει ανακοινώσει ότι θα πραγματοποιήσει ανεξάρτητη έρευνα, μετά την άρνηση του Λιμενικού για πειθαρχική διερεύνηση.

Για τις συνθήκες στα κέντρα υποδοχής, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι «λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε οι αιτούντες άσυλο να τελούν υπό αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης». Ισχυρισμός που διαψεύδεται επανειλημμένα, από καταγγελίες ανθρωπιστικών οργανώσεων. Διαβόητο παράδειγμα είναι το Κλειστό Κέντρο της Σάμου, στο οποίο οργανώσεις καταγγέλλουν «αδιανόητες συνθήκες». Παρόλα αυτά, σε άλλο σημείο, σχετικά με διώξεις που υφίστανται ακτιβιστές και μέλη Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι υπάρχει «συνεχής, συστηματικός και εποικοδομητικός διάλογος» μεταξύ της Κοινωνίας των Πολιτών και του Υπουργείου Μετανάστευσης.

Ισότητα των φύλων, Έμφυλη βία, Γυναικοκτονία

Οι γραμμές αυτές γράφονται λίγες ώρες μετά την 5η γυναικτονία του 2024, με μία 28χρονη να δολοφονείται έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων, αφού είχε ζητήσει περιπολικό για να τη μεταφέρει σπίτι της, αίτημα που δεν εισακούστηκε από την ΕΛ.ΑΣ. Κλείνοντας τις παρατηρήσεις προς την κυβέρνηση, το Ευρωκοινοβούλιο αναφέρει πως «στον Δείκτη Ισότητας των Φύλων του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων για το 2023, η Ελλάδα έλαβε βαθμό 58/100 και κατετάγη μόλις στην 24η θέση στην ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με αξιολόγηση του 2023 της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων για τη δράση κατά της βίας εις βάρος γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (GREVIO), η οποία παρακολουθεί την εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, η Ελλάδα δεν διαθέτει επί του παρόντος κέντρα υποστήριξης θυμάτων βιασμού και/ή κέντρα παραπομπής θυμάτων σεξουαλικής βίας».

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην 4η ετήσια έκθεσή της για τη Βία κατά των γυναικών, η Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που μετονομάστηκε και μεταφέρθηκε από την κυβέρνηση στο Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, προκαλώντας αντιδράσεις, αποδέχεται τις «επισημάνσεις», όπως τις χαρακτηρίζει, της Grevio (σελ. 29)

Το ψήφισμα, στις συστάσεις του, «αναγνωρίζει την ύπαρξη τηλεφωνικών γραμμών βοήθειας και εξειδικευμένων αστυνομικών υπηρεσιών αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας [σημ συντάκτη. στους Αγίους Αναργύρους δεν υπήρξε κάποιου είδους “εξειδικευμένη αντιμετώπιση”], αλλά παροτρύνει επίσης την κυβέρνηση να δημιουργήσει ολοκληρωμένα κέντρα υποστήριξης θυμάτων βιασμού και να διασφαλίσει ότι τα θύματα σεξουαλικής βίας μπορούν να έχουν άμεση πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη, μετατραυματική υποστήριξη, ιατροδικαστικές εξετάσεις και ψυχολογική υποστήριξη. Καλεί την κυβέρνηση να καταστήσει τη γυναικοκτονία αυτοτελές έγκλημα».

Στις απαντήσεις της η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι «υπάρχουν Κέντρα σε τοπικό επίπεδο για θύματα σεξουαλικής βίας», προσθέτοντας πως «όλες οι υπηρεσίες που αναφέρονται στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης παρέχονται στα θύματα βιασμού από νοσοκομειακά κέντρα και ιατροδικαστικές υπηρεσίες». Λίγο πιο κάτω, η κυβέρνηση υποστηρίζει, παρά τα συμπεράσματα της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων, ότι η χώρα διαθέτει «ολοκληρωμένο δίκτυο δομών» που περιλαμβάνει 44 Συμβουλευτικά Κέντρα, 20 ξενώνες φιλοξενίας και την 24ωρη τηλεφωνική γραμμή 15.900. Αναφέρεται εκτενώς στην τηλεφωνική γραμμή, την οποία αναγνωρίζει και το ψήφισμα, ενώ σημειώνει επίσης την τροποποίηση, επί ΣΥΡΙΖΑ και μετά από πίεση των φεμινιστικών οργανώσεων και της Διεθνούς Αμνηστίας, του νομικού ορισμού του βιασμού, ώστε να βασίζεται στη συναίνεση. Επίσης, σημειώνει τη διάταξη του 2022 για την εκδικητική πορνογραφία.

Όσον αφορά την πολύ χαμηλή θέση της χώρας στους δείκτες ισότητας των Φύλων, η κυβέρνηση επιχειρεί να δει το ποτήρι μισογεμάτο, απαντώντας πως βρισκόμαστε «πάνω από τον μέσο όρο βαθμολογίας της Ε.Ε.με βαθμό 58 στα 100», στην 24η θέση ανάμεσα σε 27. Προσθέτει πως σημειώθηκε μικρή άνοδος σε σχέση με το 2022, αλλά η «μεγαλύτερη αύξηση, μαζί με την Πορτογαλία στη βαθμολογία του σχετικού Δείκτη».

«Όσον αφορά στη θεσμοθέτηση του όρου γυναικοκτονία ως αυτοτελούς εγκλήματος» λέει η κυβέρνηση, παρότι η χρήση του όρου στο δημόσιο λόγο έχει επεκταθεί, θεωρείται μη αναγκαία η εν λόγω πρόβλεψη αυτοτελούς εγκλήματος γυναικοκτονίας καθώς το αδίκημα θεωρείται πως αντιμετωπίζεται επαρκώς ως ανθρωποκτονία από το άρθρο 299 του Π.Κ και τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ως ιδιαίτερα σοβαρό αδίκημα (κακούργημα)».

Ωστόσο, σημειώνεται, η νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας απαιτείται λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα του αδικήματος, (αφαίρεση εκ δόλου της ζωής μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα) και της ανάγκης να καταγραφεί και να λειτουργεί επιβαρυντικά το έμφυλο στοιχείο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Υπάρχει και η παιδευτική αλλά και η συμβολική πτυχή, να αναγνωρίσει η Πολιτεία τον ιδιαίτερο, έμφυλο χαρακτήρα και την κρισιμότητά του. «Ζητάμε ποινική κατοχύρωση και μόνο για την καταγραφή άρα αναγνώριση του ιδιαίτερου χαρακτήρα του αδικήματος, λόγω της διάστασης της έμφυλης βίας» σημείωσε πηγή του TPP. Στο αίτημα της αναγνώρισης της γυναικοκτονίας είχε αναφερθεί σε εγκύκλιό του για την Ενδοοικογενειακή Βία, το 2021, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Βασίλης Πλιώτας: «Διεθνώς, σε αρκετές χώρες, καθώς το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά έχει προσλάβει παγκόσμιες διαστάσεις, υιοθετήθηκε και νομοθετικά η θεώρηση αυτή» σημείωνε.

 

Ολόκληρη η απάντηση της κυβέρνησης στο Ευρωκοινοβούλιο, όπως κατατέθηκε στα ηλεκτρονικά πρακτικά της Βουλής