Σε μια ιδιότυπη αυτοβιογραφία, ο Γιάνης Βαρουφάκης αφηγείται τα πλέον ενδόμυχα καθ’ εαυτόν μέσα από τις ιστορίες πέντε γυναικών που τον σφράγισαν. Η μητέρα Ελένη, πρωτοποριακή αγωνίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών, η πατρική γιαγιά Άννα, Αιγυπτιώτισσα φεμινίστρια, η σοφή μητρική γιαγιά Τρισεύγενη, η γιαγιά της πρώην συζύγου Γεωργία, θύμα των σκοτεινότερων στιγμών του εμφυλίου, και η σύντροφος Δανάη, είναι οι πέντε θηλυκότητες που οδηγούν το ανδρικό υποκείμενο στη σοφία, επαναλαμβάνοντας ένα μοτίβο που βλέπουμε λ.χ. στη σχέση ανάμεσα στη Διοτίμα και τον Σωκράτη ή τη Χαντίτζα και τον Μωάμεθ.
Η ιστορία αρχίζει από όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης ήταν οκτώ ετών το 1969 και η μητέρα του Ελένη τον πήρε μαζί της σε επίσκεψη στον αδελφό της Παναγιώτη σε κολαστήριο της ΕΣΑ. Βρισκόμαστε εξαρχής σε ένα πεδίο ταξικής ενδεχομενικότητας. Ο φυλακισμένος Παναγιώτης εμφανίζεται ως ένας ευκατάστατος, συντηρητικός μπίζνεσμαν, διευθυντής της Siemens, ο οποίος εν μια νυκτί μετετράπη σε αντάρτη των πόλεων και αποφάσισε να κινήσει με μια Σάμσοναϊτ γεμάτη εκρηκτικά και έναν ωρολογιακό μηχανισμό για να τινάξει στον αέρα τον τελευταίο όροφο του Υπουργείου Βιομηχανίας. Από την αφοσίωση στον «εκσυγχρονιστικό Λεβιάθαν», που ήταν τότε η Siemens, ο Παναγιώτης είχε μυηθεί στη «Δημοκρατική Άμυνα», ένα συνονθύλευμα εξοργισμένων αστών που είχαν αποφασίσει να τοποθετούν ωρολογιακές βόμβες σε στρατηγικά σημεία για να εκφράσουν την κραυγή του έθνους. Στο βιβλίο, όμως, η έφεση προς την ισχύ μιας βόμβας, ακόμη και αντιστασιακής διαμαρτυρίας, παρουσιάζεται ως η άλλη όψη της δίψας για την ισχύ του χρήματος ή της τεχνολογίας.
Σε αυτά τα ανδρικά χαρακτηριστικά αντιπαραβάλλεται η αγάπη χωρίς εξιδανίκευση της αδελφής του Ελένης, της μητέρας του αφηγητή, η οποία σκεπάζει χωρίς να αποποιείται την κριτική σκέψη. Είναι, ωστόσο, ένας άνδρας συγγενής, ο οποίος είχε μονάσει στην ιστορική Μονή Αρκαδίου αυτός που υπομιμνήσκει ότι η γνήσια αγάπη είναι αυτή που δεν έχει κανέναν αποχρώντα λόγο, η αγάπη η δωρεάν και αναίτια. Η Ελένη εκκοσμικεύει αυτήν την αυθεντικότητα, αναζητώντας παράλογες και για αυτό αληθινές αγάπες μέσα στον κόσμο. Η Ελένη αναδεικνύεται σε μια μορφή σύγχρονης Υπατίας, διεκδικώντας το δικαίωμά της να σπουδάσει. Εκεί, όμως, η μοίρα της επιφυλάσσει μια έκπληξη. Όταν αναγκάζεται από παρακρατική οργάνωση να παρακολουθεί έναν νεαρό ανατρεπτικών ιδεών, αυτή ερωτεύεται τον στόχο της παρακολούθησης.
Στο δεύτερο μέρος μεταφερόμαστε μία γενιά πίσω στο Κάιρο του 1923, όπου η Άννα, η πατρική γιαγιά του αφηγητή, είναι μια πρωτοποριακή φεμινίστρια. Ο σύζυγός της, ο Γιάγκος, παρουσιάζεται ως ένας γοητευτικός τυχοδιώκτης με λεβαντίνικη κοψιά και πολυγλωσσία και με δημιουργική αυτοπεποίθηση σκηνοθέτη του Χόλιγουντ, ενταγμένος τελικά στην αγγλόφρονα αποικιοκρατική αστική τάξη. Η Άννα, αντιθέτως, υπερασπίζεται περισσότερο την αυτόχθονα νεωτερικότητα του Μοχάμεντ Άλι, ο οποίος είχε ιδρύσει στο Κάιρο Ιατρική Σχολή για γυναίκες, τις περίφημες «χακίμες». Η Άννα είναι ταυτοχρόνως μια «χαουάγκα», δηλαδή μια γυναίκα που ο αέρας (χα-ουά) έχει παρασύρει στη γη τους, όπως την άμμο της ερήμου που το χαμσίνι έφερνε στις πόλεις. Μέσα από τις ιστορίες των Αιγυπτιωτών Ελλήνων, μέρος των οποίων είναι μετανάστες από την Κρήτη, παρακολουθούμε την ιστορία Αιγύπτου και Ελλάδας στον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού, με κομβικά σημεία τον αιγυπτιακό αγώνα για ανεξαρτησία και την υποδούλωσή των Αιγυπτίων στο χρέος ως όπλο των αποικιοκρατών.
Από το Κάιρο περνάμε στη μεταπολεμική Αθήνα, όπου ο γιος της Άννας, ο Γιώργος Βαρουφάκης, σπουδάζει Χημεία και αρνείται να υπογράψει δήλωση ότι δεν είναι κομμουνιστής, με αποτέλεσμα να περάσει τέσσερα χρόνια στη φυλακή και την εξορία. Όχι επειδή ήταν όντως κομμουνιστής, αλλά επειδή δεν ήθελε να καταγγείλει κανέναν ενώπιον των ασφαλιτών. Στον τόπο της εξορίας, ο Γιώργος Βαρουφάκης, ενώ υπομένει όλα τα κοινά βασανιστήρια, αρνείται την κομματική πειθαρχία, όταν συγκρούεται με την προσωπική του αξιοπρέπεια, με την ίδια αποφασιστικότητα. Οι ήρωες του Βαρουφάκη είναι συχνά επαναστάτες στο μεταίχμιο μεταξύ διαφορετικών ιδεολογιών και επιμένουν σε μια πεισματική προσωπική αξιοπρέπεια απέναντι σε διαφορετικούς ολοκληρωτισμούς. Παρακολουθούμε τον αγώνα αυτό μέσα από το βλέμμα της μητέρας του, η οποία είναι ταυτοχρόνως αγωνίστρια, που έχει μεταδώσει τις αξίες της, αλλά και μια μάνα που αγωνιά ως τον θάνατο.
Παρομοίως, μέσα από το βλέμμα της σοφής μητρικής γιαγιάς, της Τρισεύγενης, παρακολουθούμε τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μια χρυσή εποχή του καπιταλισμού αν ειδωθούν μακροσκοπικά, ενώ από κοντά υπήρξαν μια εποχή σκληρότατης αποικιοκρατικής βίας στη μάχη με τις δυνάμεις της αποαποικιοποίησης. Η εξιστόρηση φτάνει μέχρι την παλινδρόμηση της ελληνικής κοινωνίας με τη χούντα των συνταγματαρχών. Πραγματοποιείται, όμως, και μια περιδιάβαση στις σπουδές του νεαρού Γιάνη Βαρουφάκη στην Αγγλία, όπου γνωρίζει τη Φιόνα, μια ακριβίστρια, η οποία λειτουργεί ως φεμινιστική κριτική συνείδησή του.
Το τέταρτο μέρος αποτελεί μία συγκλονιστική ιστορία μυστηρίου που χάνεται στα χρόνια της αντίστασης και του εμφυλίου στην Πελοπόννησο, ένα μυστήριο που ίσως ποτέ δεν λυθεί οριστικά. Και, ταυτοχρόνως, ρίχνει φως σε μια ιστορία εσωτερικευμένης πατριαρχίας, ενώ μεταφέρεται η δράση από τα άστεα στον αγροτικό κόσμο με τις ιδιαίτερες συνθήκες του. Το ερώτημα που τίθεται είναι τι μπορεί να κάνει κανείς αν τα θύματα παραμένουν προσκολλημένα στην ταυτότητά τους ως θυμάτων, σύμφωνα με τη χειρότερη μορφή σκλαβιάς που είναι εκείνη όπου ο σκλάβος αισθάνεται ότι χρωστάει ευγνωμοσύνη στον αφέντη του, όπως και ποια είναι η ισορροπία ανάμεσα στον σεβασμό της ελευθερίας και την αποφυγή του victim-blaming. Η ιστορία παρακολουθεί επίσης το πώς μέσα σε μια οικογένεια συγκρούονται οι τρεις ιδεολογίες, ο φιλελευθερισμός, ο κομμουνισμός και ο φασισμός, με μια γυναίκα, τη Γεωργία να είναι το τραγικό θύμα, με μια σταλαγμένη σοφία μέσα από τα τραύματα που δύσκολα έχουν οι σημερινοί φεμινιστές και φεμινίστριες. Και από το δράμα της Αντίστασης και του Εμφυλίου μεταφερόμαστε στον 21ο αιώνα, στους πολιτισμικούς πολέμους μεταξύ σύγχρονων μορφών φιλελευθερισμού, όπως η «woke κουλτούρα», και φασιζουσών ιδεολογιών, όπως ο τραμπισμός και η «Διεθνής των εθνικιστών».
Στο πέμπτο μέρος, το αφιερωμένο στη Δανάη Στράτου, θίγεται το ζήτημα των σύγχρονων περιφράξεων από την Αριζόνα και το Μπέλφαστ ως τη Ραμάλα, τη Λευκωσία, τη Μιτροβίτσα, τα όρια Αιθιοπίας και Ερυθραίας και το Κασμίρ. Οι διαχωριστικές γραμμές εξετάζονται ως στοιχεία της νοοτροπίας που υποστύλωνε τη Βρετανική αυτοκρατορία και μετά τις ΗΠΑ, ακυρώνοντας δικαιώματα ιθαγενών στις κοινές γαίες των προγόνων τους. Από τις περιφράξεις γεννήθηκε ο καπιταλισμός και η αποικιοκρατία, αλλά και ο «πολιτισμός» της ατομικής ελευθερίας και των κανόνων «δικαίου παιχνιδιού», ένας «κόσμος δημιουργημένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν της αγγλόσφαιρας». Ο αδιαπέραστος φράχτης έγινε σύμβολο της νεωτερικότητας, θεμελιώνοντας σε αυτόν την ιδέα του αυτόνομου κυρίαρχου ατόμου. Μέσα από το βλέμμα, γυναικείο και καλλιτεχνικό της Δανάης, βλέπουμε μια νέα διήγηση των δραματικών γεγονότων της ελληνικής ιστορίας από την κρίση του 2008 και μετά.
Το βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη πραγματοποιεί μια σπάνια σύνθεση ανάμεσα στην ταξικότητα, τον φεμινισμό και την πατριωτική εντοπιότητα, η οποία είναι απολύτως πολύτιμη και επείγουσα σε μια εποχή όπου πολύ συχνά η ταξική συνείδηση θεωρείται ως το αντίθετο τόσο των ταυτοτικών κινημάτων, όπως τα έμφυλα, όσο και του εθνικισμού. Το ζήτημα παραμένει πώς τοποθετούμε το επιμέρους, όπως είναι το έμφυλο ή το εθνικό/εντόπιο στον ορίζοντα του καθολικού, που είναι η ταξική ανατροπή με προοπτική την απελευθέρωση της ανθρωπότητας. Στο βιβλίο, ο φεμινισμός θεωρείται κυρίως ως ένας συντονισμός με μια ριζική ευαλωτότητα, η οποία μόνο αυτή μπορεί να αποδομήσει τη λογική της κυριαρχίας που μοιράζονται ο καπιταλισμός και η πατριαρχία, αλλά και μόνο αυτή μπορεί να προσπορίσει μια βαθιά υπαρξιακή σοφία για την ανθρώπινη συνθήκη, η οποία υπερβαίνει τη γνώση ως δύναμη.
