του Θάνου Καμήλαλη

Ο πόλεμος διαρροών την Τετάρτη, πριν και μετά την ψήφιση της τροπολογίας – εξπρές για το θέμα του ΠΑΟΚ και της Ξάνθης (που ίσως να μην κλείνει το ζήτημα), εξελίχθηκε ως εξής: Το Μέγαρο Μαξίμου έθεσε, για πρώτη φορά κατά τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη, ρητά ζήτημα κομματικής πειθαρχίας στην ψηφοφορία, απειλώντας με διαγραφές αν δεν υπάρχει παρουσία η/και θετική ψήφος. Ο Σαμαράς και απουσίαζε και δεν τοποθετήθηκε, έστω με επιστολή ψήφο. Το θέμα σοβάρεψε (ή έγινε ακόμα πιο αστείο, ανάλογα πώς το βλέπει κανείς) το βράδυ, όταν το περιβάλλον Σαμαρά μας πληροφόρησε ότι «οι λόγοι ήταν προσωπικοί». Εξαιρετική δικαιολογία, μπορούσε να πει επίσης ότι κοιμήθηκε, το ξέχασε, χάθηκε στο Σύνταγμα προσπαθώντας να βρει τη Βουλή, ή , απλά και ωμά, δεν ήθελε. Ακολούθησε η διαρροή από το Μαξίμου ότι «οι εξηγήσεις Σαμαρά κρίθηκαν ικανοποιητικές από τον Μητσοτάκη» και η ένταση κλιμακώθηκε όταν με μία διαρροή, στο Αθηναϊκό Πρακτορείο μάλιστα, η πλευρά Σαμαρά διέψευσε την κυβέρνηση, λέγοντας ότι «ούδε έδωσε εξηγήσεις, ούτε του ζητήθηκαν, ούτε θα μπορούσαν να έχουν ζητηθεί». Η κλιμάκωση στην προηγούμενη φράση έχει σημασία. Σημαίνει ότι ο πρώην Πρωθυπουργός νιώθει υπεράνω όλων στη ΝΔ, δεν είναι ένα συνηθισμένο μέλος Κοινοβουλευτικής Ομάδας (βλ.«ούτε έδωσε εξηγήσεις») δεν λογοδοτεί σε κανέναν («ούτε του ζητήθηκαν»), ούτε, μάλιστα, μπορεί κανείς να του ζητήσει τον λόγο («ούτε θα μπορούσαν να…).

Το ψυχρό κλίμα μεταξύ Σαμαρά και Μητσοτάκη φαίνεται να υπάρχει εδώ και μήνες, στο περιθώριο της παντοδυναμίας της ΝΔ και με επίκεντρο τον ρόλο που θέλει να εξασφαλίσει και απαιτεί ο πρώην Πρωθυπουργός για τον εαυτό του. Μέχρι τώρα όμως, αυτό εκδηλωνόταν σε χαμηλούς, ή και ανεπαίσθητους τόνους: Κάποια άρθρα στο σαμαρικό antinews, η επιστολική ψήφος για την νέα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, με, ίσως, συμβολική μη αναφορά του ονόματός της, αλλά και «προεδρικές» τοποθετήσεις εντός και εκτός του κόμματος, ειδικά στα «εθνικά θέματα» και στο προσφυγικό. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι όλες αυτές οι διαφορές βρίσκονταν στη φαντασία του αντιπολιτευτικού Τύπου, ή ότι παρεξηγούνταν και υπερμεγενθύνονταν λόγω της ιστορικής μνήμης περί του τι συμβαίνει σε μια κυβέρνηση Μητσοτάκη όταν βρίσκεται κοντά ο Αντώνης Σαμαράς.

Το τελευταίο παραμένει υπερβολή, ωστόσο είναι σαφές ότι οι τόνοι πλέον ανέβηκαν. Είναι επίσης απόλυτα λογικό. Το καλοκαίρι, η κυβέρνηση Μητσοτάκη κλήθηκε να επιλέξει το νέο Έλληνα Επίτροπο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Διαρροές, που σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι ποτέ τυχαίες, έλεγαν ότι ο Σαμαράς είναι πιθανός υποψήφιος. Τελικά το χρίσμα πήρε ο Μαργαρίτης Σχοινάς, ο οποίος μάλιστα ανέλαβε και ένα μεγάλο, αναβαθμισμένο χαρτοφυλάκιο, που περιλαμβάνει και το Προσφυγικό. Ακολούθησε, το ζήτημα της επιλογής νέου/νέας Προέδρου της Δημοκρατίας. Κορυφαία στελέχη της ΝΔ, όπως ο Μάκης Βορίδης, τοποθετήθηκαν ανοικτά υπέρ της υποψηφιότητας Σαμαρά, η αναθεώρηση του Συντάγματος θα επέτρεπε την εκλογή του μόνο με τις ψήφους της Νέας Δημοκρατίας και η αλλαγή Προέδρου συνέπιπτε με την ένταση σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Πολιτική και κοινωνική συναίνεση φυσικά δεν θα υπήρχε, αλλά υποθέτω ότι πολιτικούς σαν τον Σαμαρά τέτοιες έννοιες δεν θα μπορούσαν να τους ενδιαφέρουν λιγότερο. Τελικά, ήρθε νέο άδειασμα, αφού και πάλι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε μία μετριοπαθή, «συναινετική» και επικοινωνιακή λύση.

Δεν μπορούμε φυσικά να ξέρουμε τι έχει ειπωθεί σε κατ’ιδίαν συνομιλίες, ούτε αν έχουν δοθεί ρητές δεσμεύσεις στον πρώην Πρωθυπουργό για συγκεκριμένα αξιώματα (αν και ο Μητσοτάκης όπως αποδείχθηκε, διαπραγματεύεται προσωπικά ακόμα και με γυρολόγους πολιτευτές για θέσεις οπώς αυτή του διοικητή νοσοκομείου). Αυτό που μοιάζει σίγουρο όμως είναι ότι ο Σαμαράς απαιτεί να έχει ρόλο. Η ιστορία λέει ότι όταν ένας Πρωθυπουργός χάνει τις εκλογές, ακολουθεί είτε η «τιμητική αποστρατεία» είτε η παραμονή του στα υψηλότερα κλιμάκια της πολιτικής. Το πρώτο σημαίνει ότι αρκείται στη συνέχεια σε μη τακτικές, θεωρητικά βαρυσήμαντες, «παρεμβάσεις» η μιλάει μέσω «κύκλων», μια στο τόσο, για εσωκομματικά ζητήματα ή υποθέσεις της διακυβέρνησής του. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Κώστας Σημίτης, ο Κωστας Καραμανλής, λίγο πολύ ακολούθησαν αυτόν τον δρόμο. Υπάρχουν από την άλλη οι ιδιάζουσες περιπτώσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή (από Πρωθυπουργός έγινε ΠτΔ, λίγο πριν την πρώτη ήττα της ΝΔ ααπό το ΠΑΣΟΚ),του Ανδρέα Παπανδρέου και σήμερα, του Αλέξη Τσίπρα, που παρέμειναν στο προσκήνιο μετά από ήττα στις εκλογές. Αλλα και οι τρεις, ήταν και είναι αδιαμφισβήτητοι ηγέτες των κομμάτων τους, τα οποία ουσιαστικά δημιούργησαν. Ο Γεώργιος Ράλλης δεν μετράει λόγω βραχύβιας παραμονής στο αξίωμα, ενώ την αντίθετη πορεία ακολούθησε ο Γιώργος Παπανδρέου, επίσης για ιδιαίτερους λόγους (πρώτο μνημόνιο, πρώτη κατάρρευση ΠΑΣΟΚ, εκπαραθύρωση από τον τότε ΥΠΕΞ, Ευάγγελο Βενιζέλο μετά την πρόθεση για δημοψήφισμα.).

Ο Αντώνης Σαμαράς όμως είναι κάπου στο μέσο όλων αυτών, μία περίπτωση γεμάτη ιδιαιτερότητες, όπως και η πολιτική του πορεία. Από νέο, κορυφαίο στέλεχος της ΝΔ, στην αποστασία, στην πολιτική «εξορία», στην επιστροφή ως «αουτσάιντερ», στην επικράτησή του επί της Ντόρας Μπακογιάννη, στην Πρωθυπουργία, στην ξεκάθαρη ήττα του από τον Αλέξη Τσίπρα κι έκτοτε σε έναν ρόλο αυτοανακηρυγμένου ιδεολογικού καθοδηγητή. Δεν αποδέχεται την αποστρατεία και (ευτυχώς, ευτυχώς, ευτυχώς) δεν έγινε και δεν θα γίνει ποτέ Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ούτε ξανά Πρωθυπουργός, παραμένει όμως στο προσκήνιο, προκαλώντας έναν διαρκή πονοκέφαλο στον Κυριάκο Μητσοτάκη, παρα το γεγονός ότι όταν χρειάστηκε, από το 2009 και στη συνέχεια, ο ένας στήριξε τον άλλον στα εσωκομματικά. Έχει επιδείξει άλλωστε πολιτική μνησικακία, με αποκορύφωμα όταν δεν βρέθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου για να παραδώσει στον Τσίπρα.

Ωστόσο, μπορεί η κυρίαρχη αφήγηση να τον παρουσιάζει ως «βαρύμαγκα», της «αντρικής σχολής» όπως το χει θέσει ο ίδιος, απέναντι σε έναν Μητσοτάκη που χαρακτηρίζεται από «χαμηλών τόνων» έως «αφελής» και «γκαφατζής», αλλά έχει και ο νυν Πρωθυπουργός τα όπλα του για να τον χαλιναγωγεί. Το βασικότερο αυτήν τη στιγμή, είναι το όπλο των πρόωρων εκλογών, όσο η Νέα Δημοκρατία είναι ξεκάθαρα πρώτη, ώστε να φύγει η «μισητή» απλή αναλογική, να στηθούν ξανά κάλπες και να εξασφαλίσει νέα τετραετία η κυβέρνηση. Πρόωρες εκλογές, για τον επόμενο χρόνο, μέχρι τον Ιανουάριο του 2021 συγκεκριμένα, σημαίνει εκλογές με λίστα, σημαίνει δηλαδή ότι βουλευτές που βρίσκονται κοντά στον Σαμαρά γνωρίζουν ότι πιθανή εναντίωση στον Κυριάκο Μητσοτάκη τους πετάει έξω από τη Βουλή. Η κυβέρνηση φυσικά δεν έχει βάλει ζήτημα εκλογών, ούτε καν έμμεσα, ούτε έχει ένα στοιχειώδες επιχείρημα για να επικαλεστεί προς το παρόν (η συζήτηση βέβαια συντηρείται μέσω του ΣΥΡΙΖΑ). Ωστόσο, η απειλή, ώστε να κάθονται όλοι οι βουλευτές φρόνιμοι, υπάρχει, άρρητα και οι πληροφορίες λένε ότι συμφέρει τον Μητσοτάκη να υπάρχει μέχρι τέλους.

Ο πονοκέφαλος όμως για την κυβέρνηση δεν έχει να κάνει με νέα αποστασία, αλλά με πολιτικές θέσεις, ειδικά στα «εθνικά θέματα». Όλα δείχνουν ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα κληθεί να διαχειριστεί δύσκολα ζητήματα στην εξωτερική πολιτική, στο Αιγαίο και ίσως, στην Κύπρο. Μέσα σε όλα, οι ΗΠΑ έστειλαν ένα μήνυμα πριν μερικές μέρες σε Τουρκία και Ελλάδα, που ίσως να πέρασε στα ψιλά. «Λύστε τις διαφορές σας στην ανατολική Μεσόγειο», είπε ξεκάθαρα ο Τραμπ στον Ερντογάν. Να υποθέσουμε ότι το ίδιο είπε και στον Μητσοτάκη, κατά το πρόσφατο ταξίδι του, όπως το ίδιο είχε πει στον Τσίπρα, λίγο πριν ξεκινήσουν οι συζητήσεις για το Μακεδονικό.

Την ίδια στιγμή, πρώτα με μία ομιλία – πολιτικό μανιφέστο στο τελευταίο συνέδριο της ΝΔ, αλλά και ειδικά με την βιασύνη του να εναντιωθεί στο ενδεχόμενο προσφυγής της Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τα ελληνοτουρικά, ενώ ο Πρωθυπουργός έχει αφήσει ανοιχτό το σενάριο, ο Σαμαράς δείχνει τις προθέσεις του. Αυτή η δική του γραμμή είναι το σοβαρό πρόβλημα της κυβέρνησης, που ελπίζει ότι αν και όταν κληθεί να λύσει τέτοια ζητήματα, θα το κάνει με τη μικρότερη δυνατή φθορά και με την επιδειξη «πατριωτισμού». Τα «εθνικά θέματα» είναι για πολλούς καλύτερα να μένουν άλυτα, ώστε να συνεχιζεται η πατριδεμπορία, αλλά ίσως η μοίρα τα φέρει έτσι και, μετά τις πομπώδεις κραυγές ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών (που θα περνούσε πολύ πιο εύκολα αν ήταν κυβέρνηση) η ΝΔ υποχρεωθεί σε δικές της Συμφωνίες. Τότε, θα κοιτάει στα δεξιά της, όπου τουλάχιστον ελπίζει ότι δεν θα έχει αντίπαλο (οι κραυγές του Βελόπολου δεν θα παίξουν μεγάλο ρόλο). Αν όμως υπάρχει στο προσκήνιο ένας Σαμαράς που λίγο-πολύ θα μιλάει για «εθνικές προδοσίες» και «ιστορικά λάθη», τότε η φθορά θα πολλαπλασιαστεί…

Το ξεκάθαρο μήνυμα πλέον, είναι ότι ο Σαμαράς θα είναι εδώ, θα βάζει τη δική του γραμμή, για την οποία «κανείς δεν μπορεί να του ζητήσει εξηγήσεις» και «για το καλό της πατρίδας». Αφού δεν του δόθηκε ρόλος στην ενεργή πολιτική, θα τον πάρει μόνος του. Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτή η διάσταση απόψεων, όταν και αν οι φανερές διαφορές ξεπεράσουν μια ψηφοφορία σε μία τροπολογία για το ποδόσφαιρο. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μοιάζει αυτήν τη στιγμή παντοδύναμη, με κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, βοήθειες από Ελληνική Λύση και ΚΙΝΑΛ αν χρειαστεί, τη συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ στο πλευρό της και μία αξιωματική αντιπολίτευση που ακόμα «ψάχνεται» έχοντας τα δικά της εσωτερικά να λύσει πρώτα. Μόνο που, από εκεί που το «πρωτάθλημα» έμοιαζει ήρεμο και δεδομένο, τώρα ελλοχεύει ο κίνδυνος να τεθεί η «ομάδα» σε καθεστώς συνιδιοκτησίας. Που, δεν ξέρω αν το καταλάβατε, αλλά τελευταία αυτή η έννοια δεν βγαίνει σε καλό.